Listen to New York #11

Those who do not Repeat the Past are Condemned to Remember It

Δεν είναι όλα τα reunion ίδια. Ο Γιάννης Πολύζος παρακολούθησε τους Swans και τους Crime and the City Solution στο Music Hall of Williamsburg και καταγράφει τις εντυπώσεις του.



Swans

Swans Are Dead

 

Αν ασχοληθώ άλλη μια φορά με την επιδημία των επανασυνδέσεων, κινδυνεύω να φανώ πιο γραφικός απ' όλους τους indie τρελοπενηντάρηδες που δε λένε να κατέβουν απ' το πάλκο. Πλην όμως αφορμή γι' αυτό το κείμενο μου έδωσε κατά το ήμισυ ο Michael Gira. Παλιός καλός φίλος που θεωρώ ότι εκθειάζεται άκριτα, άκαιρα και, κυρίως, χωρίς αντίλογο.

Δε θα εξετάσω αν ήταν σωστή η επιλογή του να επανεμφανιστεί με τους Swans. Διατηρεί όπως όλοι το δικαίωμα στην αντίφαση. Όταν πιάσαμε την κουβέντα πριν από το λάιβ διευκρίνισε ότι χρειαζόταν ένα καινούριο όχημα για να προχωρήσει κι αυτό, καλώς ή κακώς, ήταν το παλιό του γκρουπ. Μόνος του ένιωθε πως είχε κολλήσει, όπως διάφοροι παλαίμαχοι που επιστρέφουν κι επαναλαμβάνουν το παρελθόν τους. Πάει καλά, την ώρα που τα λέγαμε όλα αυτά με ξεγέλασ - εε... με έπεισε.

Θα εξετάσω ωστόσο τα μουσικά επακόλουθα αυτής της επιλογής. Τα παρατράγουδα δηλαδή. Ο πρόλογος το βράδυ της συναυλίας, είτε προερχόταν από τα σαπόρτ είτε από κάποιους θεατές, ήταν πως οι Swans θα μας ξεσκίσουνε τ' αυτιά, θα μας γαμήσουν το κεφάλι και άλλα παρόμοια, όλο τακτ και τρυφερότητα. Στο ίδιο ύφος θα σχολίαζα ότι μας κλάσανε τα τρία. Η μπάντα δεν παρήγαγε ούτε έναν ήχο που να μου φάνηκε, χμ, διαπεραστικός. Αλλά και τα ντεσιμπέλ δεν ξεπέρασαν τα ανεκτά όρια. Το μόνο που κυμάνθηκε σε ανησυχητικά επίπεδα ήταν η βαρεμάρα.

Μα τέλος πάντων, αν οι Swans απλώς ξύνονταν επί σκηνής προσπαθώντας να δημιουργήσουν "ένα επιβλητικό drone, ένα πελώριο ηχητικό κύμα που θα μας παρασύρει" και πάει λέγοντας, μπορεί να μη μ' απογοήτευαν τόσο (πόσο ειλικρινά προσπάθησαν ίσως ξέρει να μας πει ο κιθαρίστας με την τσιχλίτσα). Έτσι κι αλλιώς δεν είχα ακούσει το The Seer, οπότε θεώρησα πως η φαεινή ιδέα να επαναλαμβάνουν ένα ακόρντο μέχρι αηδίας ήταν μέρος του υποτιθέμενου αυτοσχεδιασμού. Το πρόβλημα ήταν ο Τζιρά. Ο μαέστρος αυτοπροσώπως.

Βέβαια και στην περίπτωσή του θα υπήρχαν ελαφρυντικά, αν απλώς ψέλλιζε τους συγκλονιστικούς στίχους που έχει γράψει τελευταία όπως "Jim, Jim, Jim, oh Jim" και διατηρούσε μια κάποια σοβαρότητα. Όμως, τον κερατά, δε σταμάτησε να κάνει μαλακίες όλο το βράδυ. Χούφτωνε τα τέτοια του (μέσα από το παντελόνι), έφτυνε στον αέρα και καθόταν από κάτω να τα φάει στη μούρη, πήγαινε να κάνει headbanging κι έλεγες θα πάει αδιάβαστος ο θείος, μέχρι και καβγά άνοιξε με τον μπασίστα γιατί "he doesn't get it". Χώρια τις ανεπανάληπτες στιγμές που τον γράπωνε και τον κοιτούσε (ναι, τον μπασίστα) λες κι ήταν ετοιμόγεννος - προφανώς εν αναμονή της υπερβατικής εμπειρίας που δεν ερχόταν με τίποτα.

Έπειτα από κάνα σαραντάλεπτο είχα και μια φλασιά α λα Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι. Όχι, μη σκεφτείτε βούτυρα και τα τοιαύτα. Όπως ο Μάρλον Μπράντο ξεπέφτει στα μάτια της Μαρίας Σνάιντερ όταν συναντιούνται έξω στο δρόμο, και δεν της φαίνεται πια ακαταμάχητος γόης και μοιραίος εραστής παρά ένας ταλαίπωρος μεσήλικας. Έτσι και ο Τζιρά, ξέπνοος, μούσκεμα στον ιδρώτα, με τα γκρίζα μαλλιά του κολλημένα στο μούτρο, κάποια στιγμή μού φάνηκε οχτακοσίων χρονών, σαν να μην είχε θέση επάνω στη σκηνή.

Θυμάμαι τον είχα δει σόλο το 2005 (στο Παρίσι πλάκα-πλάκα, μα δυστυχώς δεν ήταν το τελευταίο λάιβ). Κουλ, λιγομίλητος, καθιστός σ' ένα σκαμπό με μια ακουστική, είχε αφήσει άφωνους ακόμα και τους αρχικλακαδόρους τους Γάλλους. Στην πρόσφατη συναυλία περίμενα πως όλο και κάποιος θα παρατηρούσε "Τι γίνεται ρε παιδιά, ο βασιλιάς είναι γυμνός". Αλλά κι αυτή τη φορά άπαντες είχαν μείνει άφωνοι, αφού την είχαν φάει από Pitchfork.



Crime

Paradise Discotheque

 

Για χρόνια αναρωτιόμουν τι νά 'χει γίνει ο Simon Bonney. Από τότε που πρωτάκουσα κείνο το καταραμένο "Now that She's Gone". Οι λιγοστές πληροφορίες που είχα βρει έδειχναν προς την κατεύθυνση του Ντητρόιτ. Είχε πράγματι μεταναστεύσει στην Αμερική; Κι είχε δει τη ζωή του ν' αλλάζει, όπως τραγουδούσε στο "Ravenswood"; Μια βροχερή νύχτα του περσινού καλοκαιριού φαντάστηκα ένα ταξίδι στη στοιχειωμένη Motor City, να ψάξω να τον βρω και να πω την κρυφή ιστορία του. Όμως λίγες μέρες αργότερα έμαθα ότι σχεδίαζε να επιστρέψει με τους Crime and the City Solution.

Αν αφεθώ στη νοσταλγία κινδυνεύω να φανώ γραφικός για δεύτερη φορά, και μάλιστα σ' ένα διάστημα εξακοσίων-τόσων λέξεων. Αλλά δεν μπορώ να ξεχάσω τη βραδιά που είδα τους Crime and the City Solution να παίζουνε το "Six Bells Chime" στα Φτερά του Έρωτα: μια σκηνή, ένα τραγούδι που ονειρευόμουν από καιρό. Μεταμεσονύκτια προβολή στο Μακεδονικόν, την επομένη είχα σχολείο, μα ποιος μπορούσε να κλείσει μάτι όταν έπρεπε να γίνουν τόσα πολλά;

Δέκα χρόνια αργότερα, θυμάμαι να κρυφακούω το "All Must Be Love" σε κάποιο δισκάδικο του Κρόιτσμπεργκ. Ο ήλιος είχε δύσει μεμιάς στις δύο το μεσημέρι και κείνη την ώρα στον ουρανό τρεμόπαιζαν άπειρα παγωμένα άστρα. Απόψε που ακούω το ίδιο τραγούδι ζωντανά, αυτή η ανάμνηση με τη σειρά της μου θυμίζει το μαχαίρι και τα τριαντάφυλλα του The Shadow of No Man που έλεγα κάποτε να χτυπήσω στο μπράτσο. Κι αυτές τις τέσσερις λέξεις, All Must Be Love, με κόκκινο μελάνι.

Το "I Have the Gun" λίγο νωρίτερα μ' έκανε να βουρκώσω, θυμίζοντάς μου ένα κορίτσι που ορκιζόμουν ότι θα τ' ακολουθήσω μέχρι το τέλος του κόσμου - κι ένας Θεός ξέρει ποια άλλη σαρακοφαγωμένη ιστορία. Όμως απόψε, σήμερα, τι γίνεται; Θέλω να πω, πόση σημασία έχει η επάνοδος των Crime and the City Solution το 2012;

Με το χάος που επικρατεί στη διαδικτυωμένη μουσική σκηνή το ζήτημα μοιάζει απλό. Έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχει ήχος του σήμερα. Οι περισσότεροι αντιγράφουν το παρελθόν κι ένα σχήμα που έδρασε στα '80s δεν ακούγεται άσχετο. Ίσα-ίσα, πολλοί καλωσορίζουν παρόμοιες επανασυνδέσεις προβάλλοντας το επιχείρημα της αυθεντικότητας. Μα είναι άλλη ιστορία να θεωρείς διαχρονική τη μουσική των Crime and the City Solution, κι άλλη να τους βλέπεις λάιβ είκοσι χρόνια μετά από τη διάλυσή τους. Σαν να θυμάσαι κάτι που δεν έζησες ποτέ.

Δύο πράγματα φαίνεται ότι ξεχνούν οι μουσικοί που επιλέγουν να επιστρέψουν με την παλιά τους μπάντα.

Πρώτον, ότι ξαναπιάνεις την ιστορία από κει που την άφησες. Όχι απ' την αρχή. Ο Τζιρά προσπάθησε ν' αποφύγει αυτή την παγίδα καλώντας μέλη από διάφορες φάσεις των Swans και εν μέρει το πέτυχε. Οι μόνοι που είχαν κάτι να πουν στη συναυλία ήταν ο ντράμερ και ο μπασίστας, αμφότεροι αρκετά νεότεροί του και δίχως μακρά θητεία στην μπάντα. Όμως ο Norman Westberg, ο κιθαρίστας που τον συνόδευσε στα δύσκολα πρώτα... δέκα άλμπουμ, κόντευε να κοιμηθεί όρθιος.

Ο Μπόνεϊ απ' τη σύνθεση του Βερολίνου είχε μαζί του την Bronwyn Adams και τον Alexander Hacke, συν μερικούς ακόμα μουσικούς απ' τη θετή πατρίδα του. Κρυφός άσσος ο David Eugene Edwards, έπαιξε με εντυπωσιακή ακρίβεια και οικονομία κι αποδείχθηκε ιδιαίτερα προσφιλής στο νιουγιορκέζικο κοινό. Συνολικά όμως ούτε κι αυτοί τα πήγαν πολύ καλύτερα. Γιατί ο μέσος όρος ηλικίας του λάιν απ ήτανε τα πενήντα.

Δεδομένο Νο 2: υπάρχουν πράγματα που το σώμα σου δεν μπορεί να κάνει από κάποιο σημείο κι έπειτα. ΟΚ, τα χέρια σου μπορούνε να πιάσουν τα ίδια ακόρντα, ίσως και να παίζεις καλύτερα αν δεν τα έχεις παρατήσει. Αλλά να υποδυθείς τα νιάτα σου για μιάμιση ώρα, θέλει αντοχή και σθένος, πώς να το κάνουμε. Τα χρονάκια που οι σημερινοί Crime and the City Solution κουβαλάνε στην πλάτη δεν αργήσανε να φανούν. Με κορυφαίο του χορού τον ντράμερ, ο οποίος κατάφερε να τα φτύσει παίζοντας ρυθμούς πένθιμου εμβατηρίου (ωραίος ο μπάρμπας με τη μουστάκα, θα τον τιμήσω όταν ανοίξει ταβέρνα στην Αστόρια).

Από την άλλη ο Μπόνεϊ μπορεί ακόμα να τραγουδήσει, ίσως γιατί όπως λέει ο Καμύ η φωνή ανήκει πιο πολύ στην ψυχή παρά στο σώμα. Να τραγουδήσει, να φωνάξει, να φαλτσάρει, η ερμηνεία του δεν έχει αλλάξει. Και τα καινούρια κομμάτια μού άφησαν θετική εντύπωση, την περιέργεια αν μη τι άλλο ν' ακούσω το American Twilight, παρόλο που ξέρω ότι δε θα συγκρίνεται με το Room of Lights ή το Paradise Discotheque. Και τέλος πάντων, μια σοβαρή παρουσία επί σκηνής, ανάλογη του κλίματος και των αισθημάτων που δημιουργείς, ποτέ δεν έβλαψε καμία μπάντα.

Έφυγα απ' το Music Hall of Williamsburg με την αίσθηση πως κάτι έλειπε - λείπει άλλωστε η μισή παλιοπαρέα: Rowland S. Howard, Epic Soundtracks, Tracy Pew, Nikki Sudden, Jeffrey Lee Pierce, ακόμα κι η Solveig Dommartin, η 'Μάριον' του Βέντερς. Ωστόσο χάρηκα που είχα νέα από το φίλο μου τον Σάιμον.

Home is far from here