Listen to New York #18

A Very Clean Tramp

TRAMPΈχω αφήσει την αυτοβιογραφία του Richard Hell εδώ και κάμποσους μήνες πάνω στο γραφείο. Μ' ευχαριστεί να γυρίζω σπίτι και κάποια στιγμή ν' αντιλαμβάνομαι ότι με κοιτά απ' το εξώφυλλο με τις γουρλοματάρες του (βρήκα τη hardcover έκδοση σε προσφορά). Μού 'ρχεται να του πω μια καλησπέρα. Ή μια καλημέρα τέλος πάντων. Πριν από καμιά βδομάδα έβαλα το βιβλίο στο ράφι και το μετάνιωσα. Έχουμε γίνει πρώτα φιλαράκια. Παρόμοια οικειότητα αποπνέει το I Dreamed I Was a Very Clean Tramp σε κάθε του σελίδα. Είχα την αίσθηση ότι συμμετείχα κι εγώ στις ιστορίες που αφηγείται ο Χελ. Ή αν αυτό μοιάζει τραβηγμένο, ότι άκουγα τις περιπέτειες ενός παλιού κολλητού.

ΟΚ, 'περιπέτειες'. Τι είδους περιπέτειες; θα ρωτήσει ο έμπειρος αναγνώστης. Ο Χελ εξομολογείται στις πρώτες σειρές του βιβλίου πως οι λέξεις "Ας το σκάσουμε" του ακούγονται μαγικές ακόμα και σήμερα. "Βασικά έχω μόνο ένα συναίσθημα, κι αυτό είναι η επιθυμία να την κάνω από δω πέρα" είχε παρατηρήσει το '76 σε μια συνέντευξη στο περιοδικό PUNK. Είναι πράγματι το κυρίαρχο μοτίβο της ζωής του. Στα δεκαεφτά παρατάει το σχολείο και φεύγει για τη Νέα Υόρκη με σκοπό να γίνει ποιητής - έχει τη νεανική σιγουριά πως είδε την αλήθεια κι οφείλει πάση θυσία να τη μοιραστεί. Εκεί, θα πειραματιστεί με ουσίες, θ' αφήσει την ποίηση για τη μουσική, θ' αλλάξει ταυτότητες, φιλίες, σχέσεις, μπάντες. Και θα συμβάλει στη γέννηση του πανκ ροκ: του έσχατου ίσως μέσου για ν' αποδράσεις από έναν κόσμο στον οποίο δε θες με την καμία να είσαι συμμέτοχος (ή συνένοχος, αναλόγως πόσο σοβαρά παίρνετε την προηγούμενη πρόταση). Κι έπειτα θα βουλιάξει στην πρέζα, θα ξεγράψει τη μουσική, θα μπλέξει με την ηθοποιία κι ένα σωρό απίθανες υποθέσεις προτού αποφασίσει μια βραδιά να τα εγκαταλείψει όλα για μιαν άλλη ζωή. Αν ο νους σας πήγε στο μύθο του Rimbaud, δεν έχετε άδικο. Ο Χελ επανειλημμένα έχει παραδεχτεί τις οφειλές του στο "merveilleux voyou".

TVΚι όλα αυτά δοσμένα με μια πρόζα ολοζώντανη, μια πρόζα που διαρκώς προσκαλεί τον αναγνώστη σε συνομιλία. Να γίνω πιο σαφής: διαβάζοντας το Tramp μπορεί να μην είσαι και τόσο σίγουρος ότι θα γούσταρες τον ήρωα του βιβλίου, δηλαδή τον Χελ στα εικοσιπέντε με τριάντα. Πάντως σίγουρα θέλεις να γνωρίσεις τον εξηνταπεντάρη που διηγείται αυτή την ιστορία. Το ύφος του ωστόσο δεν εκπίπτει σε μια δήθεν ψαγμένη εκδοχή της καθομιλουμένης. Αντίθετα, είναι προϊόν μιας γόνιμης αναποφασιστικότητας που τον χαρακτηρίζει απ' την εποχή που δοκίμασε να γράψει τους πρώτους του στίχους: το μοίρασμα ανάμεσα στη λογοτεχνία και τη μουσική, την υψηλή τέχνη και την ποπ κουλτούρα, την εκζήτηση και την αυθεντικότητα, το ψέμα και την αλήθεια.

Το τελευταίο τούτο δίπολο τον βασανίζει σ' όλη τη διαδρομή που διανύει στο Tramp. Γνωρίζει πως η μνήμη του επιλεκτικά μπορεί να τον απατά, θέλει όμως να παραθέσει τα γεγονότα με ακρίβεια. Συχνά η ειλικρίνειά του προβληματίζει. Υπάρχει φερ' ειπείν η φοβερή σκηνή όπου φτύνει στον τάφο του Peter Laughner, κιθαρίστα των Rocket from the Tombs και των Pere Ubu. Κι άλλες φορές η οξυδέρκειά του είναι αφοπλιστική: "Ο κόσμος λέει πως η οικονομία της Αμερικής το '70 ήτανε σε κακό χάλι και πως η Νέα Υόρκη ήτανε βρώμικη και βίαιη πόλη. Είναι αλήθεια, μα οι φίλοι μου κι εγώ στο Ανατολικό Βίλατζ δεν είχαμε επιλογή, και όροι όπως 'ύφεση' και 'χρηματιστήριο' δεν είχανε για μας καμιά σημασία" - αναρωτιέμαι τι θα έλεγαν γι' αυτό όσοι πιστεύουν πως η κρίση μάς έχει δέσει τα χέρια.

EPHEMERAΣε κάθε μικρή του επιτυχία λοιπόν αντιστοιχεί μια μικρή απώλεια. Δεν είναι μόνο ο αυτοσαρκασμός. Ο Χελ νιώθει διαρκώς την ανάγκη να εξηγήσει και όχι απλώς ν' αφηγηθεί τι συνέβη (παράδοξο των αυτοβιογραφιών: όσο ανοιχτά κι αν μιλά ο συγγραφέας, πρέπει ανεξαιρέτως να φορέσει ένα λογοτεχνικό προσωπείο). Όμως αυτό το δεδομένο - παρά τις επικές εξιστορήσεις γύρω απ' το τρίπτυχο σεξ, ντραγκς και ροκ εν ρολ - τον κρατά δεμένο με τη γήινή του υπόσταση, του προσδίδει μια φυσικότητα στον τρόπο, τον καθιστά έναν απ' τους απλούς, καθημερινούς ανθρώπους ("Gabba Gabba/ We accept you/ We accept you/ One of us").

Το Tramp δεν είναι βέβαια χωρίς ψεγάδια. Η ενότητα του ύφους για παράδειγμα αποδεικνύεται εύθραυστη. Προσπαθώντας προφανώς να προσεγγίσει κάποιου είδους σοβαρή λογοτεχνία, ο Χελ συχνά παρεμβάλλει μια σκέψη με πολύ... βάθος (και delay!) που όμως μοιάζει ξένη με το κείμενο. Υπάρχουνε σημεία που το πετυχαίνει - όχι το βάθος, τη λογοτεχνία - συνδυάζοντας το προφορικό και το ακαδημαϊκό με ξεκαρδιστικά αποτελέσματα. Αλλά τις περισσότερες φορές τούτη η προσπάθεια δεν καταλήγει κάπου. Επικρατεί έπειτα μια κάποια σύγχυση σχετικά με το ακριβές είδος του βιβλίου: λίγο bildungsroman, λίγο μυθιστορηματική (;) αυτοβιογραφία, λίγο κριτική λογοτεχνίας, μουσικής και κινηματογράφου, λίγο απ' όλα. Είναι άραγε απαραίτητες σαράντα σελίδες για τα παιδικά χρόνια του συγγραφέα στο Κεντάκι; Τη στιγμή μάλιστα που η έκβαση είναι βιαστική και το νήμα κόβεται απότομα (σόρι που χαλάω το τέλος αλλά δεν έχει και τόση σημασία) το 1983; Θα μπορούσε κάλλιστα ν' αφιερώσει ολόκληρο το βιβλίο στις αναμνήσεις του από τα '70s και να φτιάξει ένα μικρό αριστούργημα, εκεί που η Patti Smith με το Just Kids τα έκανε ελαφρώς ωσάν τα μούτρα της.

CLEANΤο πιο συναρπαστικό κομμάτι του Tramp αφορά το ξεκίνημα των Television το οποίο συμπίπτει μ' εκείνο του CBGB. Πώς βρέθηκε μαζί με τους Verlaine, Ficca και Lloyd να παράγει ήχους και νοήματα εκεί που πρωτύτερα δεν υπήρχε τίποτα, πώς μερικές κινήσεις πάνω στα τάστα μπορούσανε ν' αλλάξουν την ατμόσφαιρα μες στο στούντιο, πώς οι τέσσερίς τους μεταμορφώνονταν τελικά σε μία οντότητα - και τα πρωτόγνωρα συναισθήματα που γεννούσε αυτή η διαδικασία: "Ήταν σα νά 'χαμε μαγικές δυνάμεις". Και πώς, δίχως καλά-καλά να το αντιληφθούν, δημιουργήσανε μια μοναδική κατάσταση στην άθλια γειτονιά του Μπάουερι. Την τετραετία '74-'77 το CBGB θα ήταν ένας εξίσου μαγικός μικρόκοσμος για τους happy few που είχαν αντιληφθεί πως η εν λόγω σκηνή επανέφερε το ροκ στα συμφραζόμενα της πραγματικής ζωής.

Απόδειξη πως αυτή ήταν η πιο σημαντική στιγμή στην πορεία του Ρίτσαρντ Χελ ως μουσικού, παρόλο που αργότερα θ' αναμειχθεί στη σύσταση των Heartbreakers και φυσικά θα ηγηθεί των Voidoids, αποτελεί άλλωστε ο επίλογος του βιβλίου (ε αφού ξεκίνησα να χαλάω το τέλος, ας το ολοκληρώσω). Μια τυχαία συνάντηση με τον Τομ Βερλαίν το 2011 όπου οι δύο πρώην φίλοι δε λένε τίποτα, δεν κάνουν κάτι, και που είναι ωστόσο - και για τον αναγνώστη αλλά και για το συγγραφέα - καθαρτήρια.

Down at the Rock and Roll Club