Micροϊστορίες

Die Dominas: Δύο… αφέντρες, δύο ακόρντα και δύο Kraftwerk

Μια έκθεση... πλεχτών στο Βερολίνο του σήμερα ειναι η αφορμή για τον Αντώνη Ξαγά να γυρίσει στην ίδια πόλη σαράντα χρόνια πίσω και να ξεθάψει μια γουστόζικη ιστορία

«Σύντομα» προσδοκούσε η Λένα Πλάτωνος στο πολλαπλών –αυθαίρετων και μη– συμβολισμών «Τι νέα ψιψίνα;» ότι θα σπάσει η κόκκινη καρφίτσα «του σύμπαντος την πλαστική στολή», ωστόσο τούτη αποδείχθηκε διαχρονικά ανθεκτική. Το πανκ προσπάθησε με παραμάνες και τζίφος, μήπως έπρεπε να δοκιμάσουμε με… βελόνα του πλεξίματος;

. . . .

Δεν είναι καιρός αυτός για εκθέσεις, και όμως από την άλλη η ζωή κάπως πρέπει να (δείξει) ότι συνεχίζεται. Έως λοιπόν τον Απρίλιο του 2021 (μέχρι νεωτέρας) όποιος τυχερός έχει μπορεί να ταξιδέψει μέχρι το Βερολίνο, έχει και την δυνητική δυνατότητα (sic) να επισκεφτεί μια έκθεση που διοργανώνεται στην εκεί Kunstbibliothek με τίτλο «Dressed to Thrill», αφιερωμένη στο έργο ζωής της σχεδιάστριας μόδας Claudia Skoda. Μια εύλογη απορία η οποία θα ανέκυπτε αυθόρμητα είναι «τι μας ενδιαφέρει η κυρία Claudia Skoda;», την οποία, όσοι και όσες αγαπούν να ξεφυλλίζουν τα φύλλα της Elle μπορεί και να την γνωρίζουν καθώς έγινε διάσημη για την ειδίκευση της στα… πλεχτά.

Κι αν το πλέξιμο θυμίζει γιαγιά, με τον επαναλαμβανόμενο καθησυχαστικό ήχο κλικ-κλικ από τις παχουλές βελόνες και παραγωγή από καλτσούλες και ζιπουνάκια για το εγγόνι με χοντρό μαλλί αγορασμένο σε σκονισμένο μαγαζί με ιδιοκτήτη ξεχασμένο εκεί από τον καιρό, πρόσφατα, στον καιρό του «μένουμε ασφαλείς στο σπίτι» αυτή η χειροτεχνική δραστηριότητα γνώρισε μια μοναδική αναβίωση ως ψυχοθεραπευτική διέξοδος μπροστά στον τρόμο του κενού χρόνου. Κάπως έτσι το πλέξιμο σαν ιδέα μάλλον απέχει αρκετά από ότι θα σκεφτόμασταν να συνδέεται με επανάσταση, εξέγερση και ανατροπή και άλλα τέτοια ηρωικά. Ωστόσο η Skoda (πραγματικό το όνομα!) ίσως είχε συνειδητοποιήσει από νωρίς ότι στην δημιουργία κεντρικό ζήτημα είναι να μην ακολουθείς τον συρμό, ακόμη κι αν αυτός πλασάρεται ως underground και αντικουλτούρα και «αντί-» γενικώς, και να κάνεις του κεφαλιού σου.

Η ίδια λοιπόν ξεκίνησε το 1975, εκεί που έσκαγε η μόδα του πανκ (πανκ και μόδα, βίοι παράλληλοι και τεμνόμενοι από τα γεννητούρια τους) με τις συμβατικά αντισυμβατικές δημιουργίες της με τα πλεχτά, στα οποία όμως σιγά-σιγά άρχισε να ενσωματώνει και κάθε λογής άλλα υλικά, προβλεπόμενα και μη (μέχρι και ταινίες από κασέτες χρησιμοποίησε). Το σπίτι-εργαστήριο της στην Zossener Strasse στο πολύφερνο Kreuzberg του Δυτικού Βερολίνου ήταν μια πραγματική κυψέλη (ή σφηκοφωλιά αν το προτιμάτε από την πιο αστική ματιά) ενός ολόκληρου σφύζοντος μικρόκοσμου καλλιτεχνών και καλλιτεχνιζόντων και… παρα-καλλιτεχνιζόντων και δημιουργικά αργόσχολων, όλων αυτών δηλαδή που έδωσαν στο Δυτικό Βερολίνο πόλη τον μυθικό (εκ των υστέρων βέβαια) χαρακτήρα του, αυτόν που χάθηκε οριστικά κι ανεπιστρεπτί με την πτώση του Τείχους το 1989 για να γίνει μετά βορά της κρατικά επιδοτούμενης «αναρχίας» και του εγχώριου και διεθνούς χιπστερισμού.

Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν ήταν παράξενο ένας ακόμη άγνωστος Martin Kippenberger να στρώνει με κολάζ το catwalk για τις παρουσιάσεις σου, ένας βρετανός μουσικός ναυαγισμένος στην πόλη ονόματι David Bowie να σε παροτρύνει «πρέπει να φύγεις Κλαούντια, η μόδα σου είναι λίγο μεγαλύτερη από το Βερολίνο». Ή δύο τύποι, φίλοι σου και μουσικοί, να σου χαρίζουν γραμμένα σε χαρτί δύο ακόρντα. Θα μου πείτε, τι το ιδιαίτερο έχουν δύο ακόρντα; Εδώ όμως κοτζάμ πανκ βασίστηκε σε τρία ακόρντα, ακόμη και σε ένα, αν πιστέψουμε τους Adverts («One chord wonders»). Πόσο μάλλον αν προέρχονται δια χειρών δυο ήδη διάσημων και εκτός Γερμανίας, που τους λέγανε Ralf και Karl (θυμίζοντας μας λίγο τις μάλλον ben trovato ανάλογες ιστορίες για τον Πικάσο). Δεν είναι αυτή μια αφορμή να σκεφτείς, γιατί να μην δοκιμάσω να κάνω κάτι με αυτά; Ένα από τα καλά που κληροδότησε άλλωστε το πανκ (πριν αυτό αγριέψει και σοβαρέψει και πάρει τον εαυτό του στα πολύ σοβαρά) ήταν αυτή η σχεδόν ανέμελη ελευθεριότητα και άγνοια κινδύνου με την οποία μπορούσες να προσεγγίσεις την οποιαδήποτε τέχνη, κι ας μην είχες ιδέα (παράπλευρη απώλεια είναι ότι γεμίσαμε μετριότητες, αλλά αυτό δεν είναι και το τίμημα της ελευθερίας;)

Η φίλη της η Rosi Müller ήταν μια καλή σύντροφος στο εγχείρημα, όχι μόνο γιατί κάτι λίγα παραπάνω σκάμπαζε από νότες, αλλά και το τότε αγόρι της ήδη έγραφε μουσική για της εκδηλώσεις της Claudia, ήταν και σε ένα γκρουπ, μάλλον άγνωστο, τους Ash Ra Tempel, ακόμη όμως δεν είχε κάνει το σκακιστικό άνοιγμα στο ‘Ε2-Ε4’, το χρονολόγιο έγραφε ακόμη 1981. Ο Manuel Göttsching λοιπόν με τ’ όνομα, δέχτηκε τα κορίτσια στο στούντιο του όπου σύμφωνα με τα λεγόμενα του σε γερμανικό φανζίν «τους εξήγησα λίγα για τα όργανα στο στούντιο και άρχισαν να πειραματίζονται μεταξύ τους, χωρίς να γνωρίζω ότι είχα ήδη πατήσει το κουμπί της ηχογράφησης. Ήταν πραγματικά μια ξεκαρδιστική συνεδρία, και οι φωνές ακούγονταν σαν να κάνουμε πάρτι. Την επόμενη μέρα, άρχισα να μιξάρω ξανά το υλικό και τελικά προέκυψαν τρία κομμάτια απ’ όλο αυτό».

Δεν έμενε πια παρά να βρεθεί ένα κόνσεπτ, σε τέτοια εγχειρήματα άλλωστε το κόνσεπτ είναι η μισή δουλειά. Το σχήμα θα πάρει το όνομα Die Dominas, οι αφέντρες δηλαδή, ‘σεξεργάτριες’ έτοιμες να ικανοποιήσουν τις πιο παράδοξες φαντασιώσεις των πελατών τους. Αφιέρωσαν ένα κομμάτι στους… ευεργέτες τους με τίτλο «Herr Ralfi und Herr Karl», όπου τους απευθύνονται σαν να ήταν κι αυτοί πελάτες, σε στυλ «κύριε Ράλφι κύριε Καρλ, που ήσασταν εχθές που σας περιμέναμε;» και «αυτή η τιμωρία είναι σκληρή αλλά δίκαιη» (πως είπατε; κύριε Ράλφι;;), ενώ τα πολύτιμα δύο ακόρντα βρήκαν θέση στο ευφάνταστα τιτλοδοτημένο «Die Wespendomina», η σφηκοαφέντρα δηλαδή, με στίχους όπως «τσιμπάνε και οι σφήκες» ή «δείξε μου το κεντρί σου» και άλλα τέτοια ευφάνταστα και μάλλον οδυνηρά. Άουυτςςς…

Αυτό που με εντυπωσιάζει στην όλη ιστορία είναι τόσο η ίδια η χειρονομία των δύο Kraftwerk, οι οποίοι ως γνωστόν δεν δίνανε του αγγέλου τους νερό (ίσως επειδή εμπλεκόμενος στην ιστορία ήταν ο Karl Bartos, το πιο καλό και συμπαθητικό παιδί από την «ξακουστή τετράς του Ντίσελντορφ») όσο και ότι άκουσαν το αποτέλεσμα και τους άρεσε τόσο ώστε να ζητήσουν να σχεδιάσουν και το –προφανώς κιτρινόμαυρο– εξώφυλλο του δεκάιντσου (με το όνομα Fabrikneu στην ούγια), δίνοντας του έτσι και μια ιστορική προσθετική αξία. Κάπως έτσι ακούγεται και σήμερα, σαν ένα απομεινάρι-κειμήλιο του καιρού εκείνου, ένας πειραματικός (με και χωρίς εισαγωγικά) παιχνιδισμός που λέει περισσότερα για την εποχή του παρά έχει ο ίδιος μια σπουδαία καλλιτεχνική αξία (μακριά από μας η ad nauseam ετεροχρονισμένη αναβάπτιση χαμένων «διαμαντιών»).

Η συνέχεια τα επόμενα χρόνια: η Rosi Müller θα συμμετάσχει ως ακορντεονίστρια σε αρκετές λάιβ εμφανίσεις των Ash Ra Tempel, η Claudia Skoda θα επιστρέψει στα γατοδρόμια της υψηλής κουτύρ και θα χτίσει παγκόσμιο όνομα ως η «knitted genius», οι Ralf(ie) και Karl θα τσακωθούν και οι δρόμοι τους θα χωρίσουν οριστικά. Και τα έργα όλων τους θα καταλήξουν να παρουσιάζονται ή/και να παίζονται στα μουσεία. Ίσως να είναι αυτή και η αναπόδραστη μοίρα της τέχνης, να καταλήξει δηλαδή στο μουσείο, ένα βήμα πριν από την λήθη (ή την χωματερή που θα έλεγε ο μακαρίτης ο «D.A.F.» Gabi).