Micture 05

Absent Without Leave, Jesse Futureman, James Blake

Κόνσεπτ επεισόδιο αφιερωμένο σε ep's καλλιτεχνών από Ελλάδα, Καναδά και Βρετανία. Του Άρη Μπούρα

Absent Without Leave
΄Neath The Tumbling Stars EP

(Three:four records)



AbsentΤην ώρα που εκατοντάδες ειρηνικοί διαδηλωτές συλλαμβάνονται στη Νέα Υόρκη, στη γέφυρα Brooklyn, προσπαθώ να γαληνέψω τις αναστατωμένες σκέψεις μου κι αποφασίζω - επιτέλους - ν' ακροαστώ με περισσότερη προσοχή, ένα από αυτά τα βινύλια που εδώ κι εβδομάδες γυροφέρνουν αμήχανα στο εσωτερικό του σπιτιού μου. Επίταση της παρατηρητικότητας προς αυτό καθαυτό το αντικείμενο προς "εξέταση", υποδοχή του 12" στο MK2, μετά από ιεροτελεστική αφαίρεση ενός λεπτού, λευκού ρυζόχαρτου, που τυλίγει ευγενικά το δίσκο. Τρία μουσικά κομμάτια, δύο φωτογραφίες που εσωκλείουν όλη τη φθινοπωρινή αύρα και νηνεμία, μίνιμαλ προσέγγιση στο εξωτερικό της συσκευασίας, που παρασέρνει κάθε απλανές βλέμμα με το κατακόκκινο εξώφυλλο του. Η τελευταία - αποκλειστικά σε βινύλιο - κυκλοφορία του Γιώργου Μαστροκώστα, βρίσκει στέγη στην ελβετική three:four records, κι όπως κι ο ίδιος μου μετέφερε σε συνομιλία μας, είναι πιο ήρεμη και μινιμαλιστική, εν συγκρίση με το τελευταίο - εξαιρετικό να προσθέσω εγώ - άλμπουμ του "Faded Photographs".

Labradford, Stars Of The Lid, Robin Guthrie, μεταξύ αυτών, των οποίων η επιρροή αφήνεται διακριτικά να εισέλθει, κιθάρες μπροστάρισσες γεμίζοντας τον κενό χώρο και τον ομιχλώδη ορίζοντα. Αρκετά διαφορετικό από την τελευταία δουλειά των Absent Without Leave, που είχε περισσότερο τον ηλεκτρονικό ήχο ως σταθερά, σε τούτη εδώ τη συγκέντρωση ήχων, το μυαλό πηγαίνει προς τα πίσω, τότε που η post rock και ο οργανικός οργασμός είχε παρασύρει τα πάντα στο βραχύ(;) του πέρασμά. Κυκλικές μελωδίες, κορυφώσεις που ίσως δεν έρχονται ποτέ, αφαιρετική αντίληψη και σταδιακή εισαγωγή οικείων και γνώριμων στιγμές μοτίβων. Η ηρεμία της θάλασσας και η σκέψη μιας αδειανής παραλίας σ' αγκαλιάζει τρυφερά, ένας νεαρός από την διαλυμένη Αθήνα μετουσιώνει συμμετρικά κι όμορφα τα συναισθήματά του σε πράους ήχους.

Μια κυκλοφορία που ναι μεν δεν έχει να προσφέρει κάτι καινούριο στη δισκογραφία, αλλά αν μη τι άλλο, δε νομίζω πως αυτό είναι πάντα το ζητούμενο. (7)

www.myspace.com/geezertek

Jesse Futureman
Super Basement EP

(Jus Like Music)



JesseΕίχα την τύχη και την ευκαιρία να περιέλθουν στα χέρια μου από τους γονείς μου ουκ ολίγα θα έλεγα βινύλια, από εποχές που ποτέ δεν έζησα με τη φυσική μου υπόσταση, με τους Beatles και τον Elvis - μεταξύ άλλων - να δίνουνε πάσα στους Kraftwerk και τον Michael Jackson αντίστοιχα, μέχρις ωσότου σταθούνε δίπλα σε δίσκους και cd της νεότερης, ας πούμε δικής μου γενιάς. Δεν έχει πολύ καιρό τώρα, που προσπαθώ να φανταστώ αντίστοιχα απανθίσματα από το παρελθόν, που κληροδοτήθηκαν σ' ετούτον εδώ τον νεανία, ακούγοντας το πρώτο του EP, το οποίο κυκλοφόρησε μέσα στο καλοκαίρι, και διαμοιράστηκε δωρεάν στους απανταχού ενδιαφερόμενους. Jazz δίσκοι της δεκαετίας του '60, εκλεκτική funk και soul μουσική από την επομένη του '70, δίχως αμφιβολία, έπαιζε κάπου στο βάθος, την ώρα που ο μικρός Jesse ετοιμαζότανε να πιει το γάλα του και να πάει στο κρεβάτι του για ύπνο.

Οι Cinematic Orchestra έρχονται στο μυαλό μου, χωρίς τις ποπ - ροκ ακροβασίες τους, ο Flying Lotus χωρίς τις πειραματικές του ακρότητες. Ζεστός, προσιτός ήχος, χωρίς να λειτουργεί ανασταλτικά στην όμορφη ανάπτυξή του, φέρνοντας στο μυαλό τις καλύτερες στιγμές του Bonobo ή του Blockhead. Hip hop υπόβαθρο και αργόμπιτη ρυθμολογία, instrumental συνθέσεις με υπέροχα samples, λούπες που αποφεύγουνε τη μονοτονία και τη παγίδα της ανώφελης, κουραστικής επανάληψης. Χαλαρή, νοσταλγική ατμόσφαιρα που δεν υποκύπτει σε κλισέ κινήσεις εντυπωσιασμού, εξαιρετική παραγωγή, μουσική που απλά την αφήνεις να κυλάει στο δωμάτιο σου, την ώρα που ατενίζεις απ' το παραθύρι τον ήλιο να δύει κάπου στο βάθος του ορίζοντα.

Κι εκεί κάπου είναι που γυρνάς απορημένος... "πόσο κατασταλαγμένος ρε πούστη μου, μπορεί να είναι ένας πιτσιρικάς 19 ετών από τον Καναδά;". Αστεράκι. (8)

http://jessefuterman.bandcamp.com

James Blake
Enough Thunder EP

(Atlas)



BlakeΠερασμένες δυο, νύχτα, έχεις χτυπήσει 3-4 βότκες, και την ώρα που αναλογίζεσαι τι μπορεί να συνοδέψει τη σκέψη της τελευταίας σου ερωτικής αποτυχίας, στέκει το βλέμμα σου στο ολοκαίνουριο EP ενός αγαπημένου σου crooner. Νέος, όμορφος, ταλαντούχος, με νέα τραγούδια και συναισθηματισμό που δένει άψογα με την παρούσα φουρτουνιασμένη στιγμή. Πατάς το play, ξεκινάει το πρώτο κομμάτι. Η ματιά σου ατάραχη, καρφωμένη στον απέναντι τοίχο. Τα λεπτά περνάνε, κάπου βαθιά μέσα σου περιμένεις εναγωνίως τη μελωδία που θα γαργαλίσει την ψυχή σου. Για ενεργοποίηση τον δακρυγόνων αδένων κι άλλα τέτοια μελοδραματικά δε πέφτει λόγος. Στο δεύτερο κομμάτι αρχίζεις ν' αναρωτιέσαι αν το απέναντι κάδρο είναι λίγο στραβό, σηκώνεσαι, το διορθώνεις. Πριν φτάσεις στο τρίτο, έχεις πάρει ήδη το δρόμο για το πάπλωμα.

Το νέο EP του James Blake έρχεται λίγους μήνες μετά το εξαιρετικό ντεμπούτο άλμπουμ του, κι ομολογώ πως μάλλον ωριμάζει πριν την ώρα του, προσφέροντας έξι συνθέσεις, οι οποίες στέκουνε αμήχανες και δίχως τη φρεσκάδα που αποπνέουν οι προγενέστερες δουλειές του (συμπεριλαμβανομένων και των EP πρo του ομώνυμού του LP). Αλλά αυτό ίσως να είναι και το λιγότερο, καθότι το κυρίως αγκάθι που αντιλαμβάνομαι στην παρούσα κυκλοφορία, είναι η έλλειψη στοιχειώδους συνθετικής δεινότητας. Μη περιμένετε σε καμιά περίπτωση να βρείτε ένα δεύτερο "Wilhelms Scream", αποστέλλοντάς σας στα Τάρταρα με την πρώτη του ακρόαση. Έτσι, το εναρκτήριο "Once We All Agree", με την αργόσυρτη ανάπτυξη του και με το πιάνο να αποτελεί το κύριο εκφραστικό μέσο του James Blake, προχωρά σε τεσσερισήμισι - μάλλον αδιάφορα - λεπτά, που πανάθεμα, και μετά από δέκα ακροάσεις δε λέει να σου εμφυσήσει μια μελωδία της προκοπής, όπου θα σιγοτραγουδάς την επομένη. Η συνέχεια έρχεται μ' ένα track, όπου ναι μεν το πιάνο στέκει λίγο στην άκρη κι αρχίζουνε τα γνώριμα πειράγματα στα φωνητικά, με το μπάσο να γεμίζει το χώρο, συνοδεία πρόσθετων ηλεκτρονικών καρυκευμάτων, αλλά και πάλι, νιώθεις ν' απουσιάζει η ουσία. Μέχρις ωσότου να έλθει η είσοδος του Justin Vernon (βλέπε και Bon Iver) και το "Fall Creek Boys Choir", που ξεχωρίζει μακράν, από το σύνολο του "Enough Thunder". Όμορφα φωνητικά, πένθιμο πιάνο, ατμόσφαιρα ανάλογη δυο σπουδαίων τραγουδοποιών της γενιάς μας. Αποκεί κι έπειτα, μια λυτή διασκευή στο "A Case Of You" της Joni Mitchell, έρχεται να προστεθεί και να συμπληρώσει το παζλ, με τη συνοδεία ενός μόνο πιάνου και μια εκτέλεση η οποία απέχει παρασάγγας από την αντίστοιχη, καταπληκτική στο "Limit To Your Love", της συμπαθούς Feist. Για να την ακούσεις live στο BBC οκέι, το δέχομαι, αλλά ως εκεί. Κλείνοντας, το "Not Long Now", φέρνει - επιτέλους - γνώριμο αέρα, στοχεύει σωστά, και περισώζει κάπως την κατάσταση, αλλά η ταφόπλακα του ομότιτλου track στο φινάλε, σε ξαναφέρνει να κοιτάς - με βαριά τα βλέφαρα - το απέναντι, στραβό κάδρο.

Σπουδαία φωνή, λαμπερή παρουσία, με αρκετή - όπως μας έχει αποδείξει στο πρόσφατο παρελθόν - φαντασία και φρέσκες ιδέες, είναι κρίμα ν' αναλώνεται σε βαρετές μανιέρες ωρίμανσης. Περιμένουμε πολλά περισσότερα από το μικρό. (6)

http://jamesblakemusic.com