Μουσικές ιστορίες του πουθενά (Vol. 1)
Ή αλλιώς, στιγμιότυπα ή 'φέτες' ζωής, πρωταγωνιστές φανταστικοί αλλά και οικείοι συγχρόνως. Και κάπου υπάρχει και η μουσική. Του Βασίλη Πετρόπουλου
Ένας μικρός πρόλογος.
Σύντομες μουσικές ιστορίες οι οποίες ξεπήδησαν από το πουθενά, με ήρωες φανταστικούς χαρακτήρες και πιθανά σενάρια στην υποτιθέμενη πραγματικότητα που μας περικλείει. Απολαύστε τις υπεύθυνα και μην ξεχνάτε ότι το γέλιο παρατείνει την ζωή.
Βήτα Πι.
ΠΡΩΤΗ.
Ο Κόβιντ άκουσε για άλλη μιά φορά το ‘The Will’ από τους Sound, αποτέλειωσε το τσιγάρο και το ποτό του, έβαλε το cd στο σακίδιο μαζί με τα πράγματα που είχε μαζέψει, κλείδωσε την πόρτα του σπιτιού του και μπήκε στο αυτοκίνητο του. Ήταν μιά Dodge Challenger του 1970, 440 ίππων, ένα αμάξι που είχε κερδίσει στο στοίχημα που είχε βάλει με τον προκάτοχό του τον Κοβάλσκι, έναν πεπειραμένο οδηγό κασκαντέρ, ο οποίος απέτυχε να εκτελέσει με επιτυχία το Manhattan Drive, το σήμα κατατεθέν του. Κατά την διάρκεια του εγχειρήματος εμφάνισε έξαφνα πυρετό, ρίγη και βήχα, κάτι που τον κατέστησε αδύναμο να το εκτελέσει με επιτυχία. Ο Κόβιντ είχε πάρει τα κλειδιά και το αμάξι αφήνοντας τους υπόλοιπους πάνω από τον Κοβάλσκι που σπαρταρούσε σαν το ψάρι και κατευθύνθηκε σπίτι του. Και τώρα ήταν έτοιμος να ταξιδέψει βόρεια, είχε ακούσει ότι στα βόρεια είχε περισσότερο πράσινο και ήταν πιό αραιοκατοικημένα. Είχε κουραστεί να τριγυρίζει εδώ κι εκεί, να δουλεύει part time δεξιά κι αριστερά, να συγχρωτίζεται καθημερινά με δεκάδες ανθρώπους και στο τέλος της ημέρας να κάθεται στην πολυθρόνα Lazy Dog, να βλέπει σειρές στην τηλεόραση, να καπνίζει την ξεραμένη φούντα του και να πίνει το ξεθυμασμένο ουίσκι του. Χρειαζόταν μιά αλλαγή, κάτι φρέσκο, ένα νέο ξεκίνημα και ο βορράς του το υποσχόταν, το διαισθανόταν. Όπως είχε διαισθανθεί τόσα και τόσα πράγματα στην καθημερινότητα του, την ακρίβεια, τη φτώχεια, την ανεργία, την βία και την παρανομία, την ρατσιστική μανία και το σεξιστικό παραλήρημα. Αρκετά είχε υποφέρει έγκλειστος σε μιά μεγαλούπολη όπου τα αδιέξοδα ήταν μεγαλύτερα από τους αυτοκινητόδρομους και οι στέγες των σπιτιών δίπλα δίπλα με την μοναξιά των ανθρώπων. Ένιωθε κάθε μέρα όλο και πιό παρείσακτος σε εκείνο το τοξικό περιβάλλον και πήρε την απόφαση του να κάνει τελικά το ταξίδι προς τον βορρά. Δεν υπήρχε τίποτα που να τον κρατάει πίσω, εκτός από την μηχανή του χρόνου που βρισκόταν στο κελάρι του σκεπασμένη με ένα ριχτάρι του Γιν και Γιανγκ, το αγαπημένο του ριχτάρι που κοσμούσε και τον τοίχο της κρεβατοκάμαρας του και τον ρωτούσαν οι εφήμερες ερωμένες του τι ακριβώς συμβόλιζε. Ακόμα κι αν παραβίαζαν το άσυλο του, η μηχανή ήταν άχρηστη, χωρίς το ιχνογράφημα της παλάμης του ήταν ένας άχρηστος τενεκές στα μάτια ενός αδαή. Ήταν ένα θέμα που δεν τον απασχολούσε πλέον, είχε πάψει να κάνει ταξίδια στον χρόνο, του έκλεβαν ενέργεια από την παρουσία του στο σήμερα και μόνο στο σήμερα μπορούσε να υπάρχει αληθινά. Παλιότερα τα έβρισκε διασκεδαστικά τα ταξίδια, όμως με τα χρόνια ωρίμασε και κατάλαβε ότι ήταν σαν να ζούσες τα όνειρα σου όμως όταν ξυπνούσες βρισκόσουν πάλι στο παρόν, στις ρίζες που ανήκες. Λιμοί, καταστροφές, επιδημίες, πόλεμοι, δεινά και κακουχίες, ως επί των πλείστων αυτά έβλεπε στα ταξίδια του στον χρόνο και κάποια στιγμή ο Κόβιντ ένιωσε ότι ήταν στο ίδιο έργο θεατής και πλήρωνε κανονικά το εισιτήριο του. Ακόμα και ο ταξιθέτης του φαινόταν γνωστός, έμοιαζε με εκείνον τον μπάρμαν που σέρβιρε ποτά σε φαντάσματα στο ξενοδοχείο η Θέα. Όχι, ο Κόβιντ είχε πολλά πράγματα να κάνει κι ακόμη περισσότερα να μάθει στην ζωή του και δεν θα άφηνε την ευκαιρία να πάει χαμένη. Άλλωστε μόνο μιά φορά ζεις στην ζωή σου κι είχε σκοπό να ζήσει στο σήμερα. Ξεκίνησε λοιπόν τον μακρύ ανήφορο του προς τον βορρά δίχως να κοιτάξει πίσω του, κάτι που αν το έκανε ίσως και να τον εξέπληττε. Ωστόσο ο Κόβιντ δεν είχε κινητό, ούτε υπολογιστή, ήταν πολέμιος της ψηφιακής υστερίας και πανδημίας, η μόνη εξάρτηση του ήταν τα cd που αγόραζε λόγω της μουσικής του αδυναμίας. Αν λοιπόν είχε κάποια ψηφιακή υποδομή, τότε θα διαπίστωνε ότι από όποιο μέρος περνούσε, ύστερα από δύο μέρες εκδηλώνονταν τα συμπτώματα που είχαν εμφανιστεί και στον άτυχο Κοβάλσκι, πυρετός, ρίγη, βήχας και κάποιες φορές, αναπνευστική ανεπάρκεια. Άνθρωποι πέθαιναν ο ένας μετά τον άλλον και ο πανικός εξαπλώθηκε σχεδόν παντού. Το κράτος στεκόταν αμήχανο μπροστά σε αυτές τις ξαφνικές εξελίξεις και οι πληροφορίες ήταν αντικρουόμενες. Πόλεις, χωριά και κωμοπόλεις έμπαιναν ξαφνικά σε καραντίνα κι εφαρμόζονταν υγειονομικά πρωτόκολλα, κάτι όμως που δεν απασχολούσε τον Κόβιντ όσο πατούσε το γκάζι της Dodge κι άκουγε cd από την μουσική γκαρνταρόμπα του, με αποκορύφωμα το ‘Will and Testament’, το αγαπημένο του.
ΔΕΥΤΕΡΗ.
Ο Τζέσαπ πάρκαρε το αμάξι του σε μιά μικρή εσοχή του δρόμου, πήρε το σακίδιο και το frigobox από το πορτμπαγκάζ, κλείδωσε και σιγουρεύτηκε ότι οι ασφάλειες ήταν κατεβασμένες γιατί δεν ήθελε να γυρίσει με τα πόδια πίσω και προχώρησε προς την μικρή πέτρινη γλώσσα που τερμάτιζε η παραλία. Του άρεσε εκείνο το μέρος, ήταν πιό απόμερο και συνήθως όλοι οι υπόλοιποι συνωστίζονταν στην μέση. Πήγαινε συχνά στην παραλία, όχι τα βράδια αλλά τα απογεύματα που σχόλαγε από την δουλειά και ήθελε να κάνει ένα γρήγορο μπάνιο και ήταν συνήθως έρημη, όμως απόψε βράδυ θα γέμιζε με κόσμο, καθώς ήταν η νύχτα των Μετεωριτών. Πολλοί θα ξενυχτούσαν και θα γλεντούσαν βλέποντας τους μετεωρίτες να πέφτουν στο ουράνιο στερέωμα και θα προτιμούσε να ήταν μόνος όμως δεν ήταν στο χέρι του για να το αλλάξει. Αντίθετα είχε φροντίσει να οργανωθεί όσο καλύτερα μπορούσε, παίρνοντας ένα αδιάβροχο με κουκούλα, δυο μπουκάλια νερό, δυο φιάλες Sobieski, ένα σακουλάκι με φιστίκια και φυσικά καπνό και χόρτο από το Ταλίν. Είχε αμφιταλαντευτεί στο να πάρει και το discman μαζί του όμως την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε, γιατί με όλο τον κόσμο τριγύρω δεν θα απολάμβανε την μουσική. Θα κάπνιζε, θα έπινε και θα έβλεπε τους μετεωρίτες να ερμηνεύουν το κύκνειο άσμα τους. Η νύχτα των Μετεωριτών έπεφτε κάθε εφτά χρόνια και την προηγούμενη φορά την είχε χάσει γιατί υπηρετούσε την θητεία του, ήταν η μόνη φορά που την είχε χάσει στα τριανταπέντε χρόνια της ζωής του. Άραξε και σκέφτηκε ότι είχε έρθει πολύ νωρίς. Οι περισσότεροι θα πλάκωναν σε καμιά ωρίτσα όταν θα κορυφωνόταν το γεγονός, όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Ανάσταση, όταν όλοι οι πιστοί συρρέουν μισή ώρα πριν αρχίσουν τα πυροτεχνήματα για να πάρουν το Άγιο Φως. Ο Τζέσαπ όμως δεν ήταν σαν τους άλλους και δεν σκόπευε να φύγει, θα άραζε και θα απολάμβανε το ανοιξιάτικο βραδάκι. Άναψε το πρώτο τσιγάρο που είχε στρίψει και το βαρύ, υγρό άρωμα του Ταλίν, τον πλημμύρισε. Έβαλε και λίγη Sobieski σε ένα γυάλινο ποτήρι με πάγο και την κατέβασε με ελαφριές γουλιές, δεν βιαζόταν γιατί η νύχτα θα ήταν μεγάλη. Λίγο αργότερα, όπως ακριβώς το είχε προβλέψει, η παραλία γέμισε με παρέες που μιλούσαν φωναχτά και γελούσαν δυνατά. Όλοι είχαν τα κινητά τους ανοιχτά και το θέαμα που έβλεπε ήταν τελείως σουρεαλιστικό: ανθρώπινες πυγολαμπίδες που κινούνταν πέρα δώθε στην παραλία. Παλιότερα δεν μαζεύονταν τόσοι πολλοί, μόνο κάτι ψαγμένοι που το ήξεραν όμως τα τελευταία χρόνια είχε γίνει viral και μόδα και τελικά δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ήθελαν να βιντεοσκοπήσουν και να φωτογραφίσουν το γεγονός, ποστάροντας το έπειτα στις διαδικτυακές τους επαφές. Ο Τζέσαπ δεν είχε κινητό, είχε μαζί του φακό και δεν χρειαζόταν το κινητό, του αρκούσε το σταθερό τηλέφωνο που είχε. Ούτε ασχολούνταν ιδιαίτερα με το διαδίκτυο, χρησιμοποιούσε το ίντερνετ μόνο για να αγοράζει μουσική και να κατεβάζει ταινίες και σειρές, τις οποίες έβλεπε στον προτζέκτορα. Ούτε και τηλεόραση είχε, την θεωρούσε τελείως άχρηστη πολυτέλεια, άκουγε μόνο μουσική, διάβαζε βιβλία και καταπιανόταν με την ακουστική κιθάρα που είχε αγοράσει από ένα κατάστημα μουσικών οργάνων. Δούλευε σε ένα παρακείμενο εργοστάσιο που συσκεύαζαν βρώσιμες ελιές σε βάζα και τα έστελναν στο εξωτερικό και ήταν ευχαριστημένος με την δουλειά του, δεν έπαιρνε πολλά χρήματα αλλά του έφταναν για να ζει καλά. Ανέκαθεν τα στάνταρ που είχε θέσει δεν ήταν ποτέ υψηλά, όνειρό του ήταν να γίνει αεροπόρος, όμως δεν το πραγματοποίησε γιατί διαγνώστηκε ότι έπασχε από υψοφοβία κι από τότε συμβιβάστηκε με μια απλή δουλειά, κάνοντας όμως τα πράγματα που του άρεσαν. Δεν είχε φίλους, μόνο γνωστούς, γιατί η κοινωνία στην επαρχιακή πόλη που ζούσε δεν συμμεριζόταν τα ενδιαφέροντα του Τζέσαπ και γενικά ήταν ικανοποιημένος με την ήρεμη και ασκητική ζωή του. Είχε κάνει και δυο τρεις σχέσεις, όμως κι αυτές ναυάγησαν στη θάλασσα των κοραλλιών, οι κοπέλες ήθελαν και επεδίωξαν το κάτι παραπάνω, κάτι το οποίο ο Τζέσαπ δεν ενδιαφερόταν να τους δώσει.
Όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτοι μετεωρίτες το πλήθος λες και ήταν συνεννοημένο, ύψωσε τα κινητά προς το μέρος τους και για μια στιγμή ο Τζέσαπ φαντάστηκε ότι ήταν νεοσύλλεκτοι, οι οποίοι έδιναν όρκο τιμής στην μαμά πατρίδα. Τους αγνόησε κι εστίασε στον ορίζοντα. Το θέαμα ήταν εκπληκτικό, πύρινες μάζες αστρικής ύλης έπεφταν κατακόρυφα σαν βολίδες, η μία πίσω από την άλλη, λες και το σύμπαν έριχνε ριπές προς έναν άγνωστο εχθρό. Ο Τζέσαπ ήπιε την υπόλοιπη βότκα, γέμισε ξανά το ποτήρι του, άναψε κι ένα δεύτερο τσιγάρο και συνέχισε να παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον. Κάποια στιγμή άκουσε βήματα, γύρισε το κεφάλι του κι αντίκρυσε μιά κοπέλα που κρατούσε ένα φωτεινό σωληνάριο όπως αυτά που χρησιμοποιούν οι ψαράδες και οι δύτες. Πλησίαζε προς το μέρος του. Το σκοτάδι δεν ήταν πηχτό, οπότε δεν υπήρχε περίπτωση να σκοντάψει και ο Τζέσαπ την παρατήρησε ήρεμος. Η κοπέλα στάθηκε μπροστά του και τον ρώτησε αν μπορούσε να καθίσει. Ο Τζέσαπ της είπε ότι μπορούσε αρκεί να μην έβγαζε κανένα κινητό από το σακίδιο της κι άρχιζε να το κουνάει μπροστά στην μούρη του και η κοπέλα γέλασε και του είπε ότι δεν είχε κινητό ούτε και αυτοκίνητο. Έστρωσε μιά πετσέτα και στο χλωμό φως του σωληνάριου, ο Τζέσαπ πρόσεξε φευγαλέα το σχήμα του Yin και του Yang. Άνοιξε το σακίδιο της, έβγαλε άλλα τρία ίδια σωληνάρια και τα ακούμπησε στην πετσέτα. Πήρε ένα κουτάκι, το άνοιξε, ήπιε μερικές γουλιές και τον ρώτησε αν θα μπορούσε να καπνίσει καμιά τζούρα από το τσιγάρο του. Της άρεσε να παρακολουθεί το θέαμα των φλεγόμενων μετεωρίτων μαστουρωμένη και όχι ξενέρωτη και ο Τζέσαπ της έδωσε το τσιγάρο του. Η κοπέλα το πήρε, το κάπνισε σχεδόν μέχρι το τέλος και τον ρώτησε με έξαψη αν ήταν το τελευταίο. Ο Τζέσαπ της είπε ότι δεν ήταν το τελευταίο και η κοπέλα ανάσανε με ανακούφιση, το έσβησε και του είπε ότι την έλεγαν Άστερ. Ο Τζέσαπ της συστήθηκε και την ρώτησε αν ήθελε ένα ποτήρι βότκα και η Άστερ του είπε ότι θα το ήθελε. Είχε μαζί της λεμονάδα και τον ρώτησε μήπως ήθελε όμως ο Τζέσαπ της είπε ότι δεν χρειαζόταν, είχε πάγο. Γέμισε δυο ποτήρια με βότκα και πάγο, τσούγκρισαν και η Άστερ τον ρώτησε τι προέλευσης ήταν το χόρτο. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν από το Ταλίν και η κοπέλα τον ρώτησε που ήταν το Ταλίν. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν στην Βαλτική και η Άστερ κούνησε το κεφάλι και ήπιε άλλη μιά γουλιά βότκα. Έμειναν για λίγο σιωπηλοί βλέποντας τους μετεωρίτες και ο Τζέσαπ σκέφτηκε ότι θα ήταν καλό να ανάψει άλλο ένα τσιγάρο, κάτι που έκανε και ιπποτικά της το έδωσε. Η Άστερ το άρπαξε σχεδόν από τα χέρια του κι άρχισε να ρουφάει λαίμαργα και ο Τζέσαπ της είπε να κουλάρει, δεν υπήρχε βιασύνη, ήταν όλο δικό της. Άναψε ένα ακόμα και η Άστερ τον κοίταξε χαμογελώντας ευτυχισμένη.
Κάπνισαν για λίγο και η Άστερ τον ρώτησε αν ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε τους μετεωρίτες. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν η τρίτη κι εκείνη συνοφρυώθηκε και του είπε ότι και η δικιά της ήταν η τρίτη φορά. Ο Τζέσαπ της είπε ότι είχε χάσει την τέταρτη γιατί υπηρετούσε σε υποβρύχιο και η Άστερ τον ρώτησε πως του είχε φανεί η εμπειρία. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν λίγο τρομαχτική και κλειστοφοβική όμως τα έφερε βόλτα και η Άστερ είπε ότι δεν θα άντεχε ούτε λεπτό κάτω από την θάλασσα. Ο Τζέσαπ σχολίασε ότι δεν ήταν επιλογή του αλλά ένα αναγκαίο καθήκον και θα το επαναλάμβανε ξανά αν του το ζητούσαν και η Άστερ του είπε ότι αυτό ήταν πραγματικά γενναίο από μέρους του. Κάπνισε το τσιγάρο σχεδόν μονοκοπανιά και το έσβησε προσεχτικά στην άμμο. Ρώτησε τον Τζέσαπ αν είχε αυτοκίνητο κι εκείνος της είπε πως είχε. Τον παρακάλεσε αν θα μπορούσε να την γυρίσει πίσω γιατί ο μαλάκας ο φίλος της την είχε παρατήσει ένα χιλιόμετρο πριν την παραλία και είχε γυρίσει πίσω παίρνοντας και το χόρτο της μαζί του και ο Τζέσαπ της είπε ότι θα μπορούσε να το κάνει. Την προειδοποίησε ωστόσο ότι δεν σκόπευε να φύγει μόλις τελειώσει το θέαμα, θα καθόταν κι άλλο στην παραλία γιατί του άρεσε η ησυχία. Μόλις θα άδειαζε η παραλία από τις ανθρώπινες πυγολαμπίδες, τότε η νύχτα θα ήταν πιο όμορφη. Η Άστερ του είπε ότι κι εκείνη δεν βιαζόταν, της άρεσε που μιλούσαν και μαστούρωναν και τον ρώτησε τι προέλευσης ήταν η βότκα. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν από την Λιθουανία και τον ρώτησε που βρισκόταν η Λιθουανία. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν στην Βαλτική και η Άστερ γελώντας τον ρώτησε αν είχε πάρει το χόρτο και την βότκα από τον ίδιο προμηθευτή. Ο Τζέσαπ γέλασε και της είπε ότι είχε πέσει διάνα, τα είχε πάρει από τον ίδιο και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια. Ο Τζέσαπ την ρώτησε γιατί την παράτησε ο φίλος της και η Άστερ του είπε πως δεν ήθελε να πάνε στην παραλία να δούνε τους μετεωρίτες αλλά να παίξουν Pro στο play station. Ο Τζέσαπ την ρώτησε τι ήταν το Pro και η Άστερ του είπε ότι ήταν ένα βίντεο γκέιμ όπου έπαιζες ποδόσφαιρο. Ο Τζέσαπ κούνησε το κεφάλι και την ρώτησε γιατί της πήρε το χόρτο και η Άστερ είπε, για να καπνίσει μπάφους και να παίξει Pro. Εκείνη όμως δεν ήθελε να παίξει Pro, το είχε βαρεθεί αυτό το κωλοπαιχνίδι και για αυτό προτίμησε να περπατήσει ένα χιλιόμετρο παρά να πάει πίσω μαζί του. Ο Τζέσαπ της είπε ότι όντως ήταν μαλάκας ο φίλος της, δεν έπρεπε να της πάρει το χόρτο κι άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Η Άστερ δεν είπε τίποτα, μόνο γέμισε το ποτήρι της με βότκα και λίγη λεμονάδα και είπε ότι ο Σάσο δεν ήταν μόνο μαλάκας αλλά δεν ήξερε να φέρεται και σαν άντρας. Ο Τζέσαπ την ρώτησε τι εννοούσε με αυτό και της έδωσε το τσιγάρο και η Άστερ είπε ότι δεν ήταν ευγενικός και τρυφερός μαζί της και ότι δεν έκανε καλό κρεβάτι. Κάπνισε κι αυτή την φορά δέησε να του επιστρέψει το τσιγαριλίκι και ο Τζέσαπ παρατήρησε ότι σίγουρα αυτός δεν είναι ο τρόπος για να κερδίσεις την καρδιά μιάς γυναίκας. Η Άστερ συμφώνησε και τον ρώτησε αν είχε φιλενάδα και ο Τζέσαπ της είπε ότι αυτό το διάστημα απεργούσε. Εκείνη γέλασε μόλις το άκουσε και τον ρώτησε τι εννοούσε και ο Τζέσαπ της εξήγησε ότι προτιμούσε να μην γίνει μαλάκας και να είναι ο εαυτός του, για αυτό απεργούσε και δεν δούλευε. Η Άστερ του είπε ότι έτσι κινδύνευε να χάσει την δουλειά του, να απολυθεί και ο Τζέσαπ της είπε ότι τέτοια δουλειά καλύτερα να του λείπει. Σίγουρα θα έβρισκε και κάπου αλλού εργοδότες που θα είχαν διαφορετική άποψη επί του θέματος, μια διαφορετική κουλτούρα περί εργασίας και απεργίας. Έδωσε το τσιγάρο στην Άστερ και ήπιε την βότκα του. Γέμισε το ποτήρι του με πάγο, πρόσεξε ότι σιγά σιγά έλιωνε, έβαλε Sobieski και ήπιε μιά γερή γουλιά κοιτάζοντας τους μετεωρίτες. Τώρα το φαινόμενο είχε περάσει σε ύφεση, όλο και λιγότεροι έπεφταν και ήταν σαν να ζεστάθηκε η κάννη του πολυβόλου και η Άστερ τον ρώτησε γιατί είχε πάει στην άκρη και όχι στην μέση. Ο Τζέσαπ της είπε ότι ήταν αγοραφοβικός στον κόσμο κι αλλεργικός στα κινητά και η Άστερ του έδωσε το τσιγάρο και τον ρώτησε τι έκανε τα βράδια που δεν έπεφταν μετεωρίτες. Ο Τζέσαπ της είπε ότι διάβαζε, έπαιζε κιθάρα κι άκουγε μουσική και η Άστερ τον ρώτησε τι μουσική άκουγε. Ανεξάρτητη σκηνή και new wave της αποκρίθηκε και η Άστερ χτύπησε ενθουσιασμένη τα χέρια και είπε ότι λάτρευε το new wave και μπορούσε να συζητάει ώρες για την μουσική. Αποδείχτηκε πως αυτό δεν ήταν καθόλου ψέμα και κάποιες ώρες αργότερα, αφού κάπνισαν τα τσιγάρα και ήπιαν τις βότκες, κοιμήθηκαν αγκαλιασμένοι στην μοναξιά της παραλίας.



