Μουσικές ιστορίες του πουθενά (Vol. 2)
Σύντομες μουσικές ιστορίες οι οποίες ξεπήδησαν από το πουθενά, με ήρωες φανταστικούς χαρακτήρες και πιθανά σενάρια στην υποτιθέμενη πραγματικότητα που μας περικλείει. Του Βασίλη Πετρόπουλου
Ένας μικρός πρόλογος.
Σύντομες μουσικές ιστορίες οι οποίες ξεπήδησαν από το πουθενά, με ήρωες φανταστικούς χαρακτήρες και πιθανά σενάρια στην υποτιθέμενη πραγματικότητα που μας περικλείει. Απολαύστε τις υπεύθυνα και μην ξεχνάτε ότι το γέλιο παρατείνει την ζωή.
ΤΡΙΤΗ.
Ο Ντιλέι και η Χολντ κυκλοφόρησαν ένα άλμπουμ με την ονομασία ‘Echoes in Space’ κι έπειτα χάθηκαν από το προσκήνιο τελείως ξαφνικά κι αναπάντεχα. Κανένας, ούτε γνωστοί, ούτε φίλοι, παραγωγοί και μάνατζερ δεν είχαν την παραμικρή ιδέα που βρισκόταν. Και το παράδοξο ήταν πως το άλμπουμ είχε πάει καλά, πολύ καλά, είχε μπει στο τοπ 20 του μήνα που το κυκλοφόρησαν. Είχε κάνει αίσθηση η πρωτόγονη φρεσκάδα που ηλέκτριζε την ατμόσφαιρα και οι κριτικοί το είχαν υποδεχτεί ζεστά και με φιλική ματιά. Ήταν σαν να είχαν δώσει ραντεβού σε μια παμπ να το γιορτάσουν και οι πρωταγωνιστές δεν εμφανίστηκαν. Κι όπως ήταν φυσικό, το παρασκήνιο για την περίεργη εξαφάνιση τους άρχισε να πλέκει το μυστήριο κι ένα σωρό φήμες άρχισαν να κυκλοφορούν. Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η Χολντ ήταν έγκυος, κάποιοι άλλοι αντιπαράθεσαν ότι δεν ήταν ζευγάρι, κάποιοι είπαν ότι τα τσούγκρισαν, κάποιοι άλλοι ότι μάλλον ετοίμαζαν την επόμενη δουλειά τους, κάποιοι πιό τολμηροί, ότι μπορεί να είχαν πεθάνει από ΟD. Κάποιοι άλλοι ότι ήθελαν να δημιουργήσουν έναν μύθο γύρω από το όνομα τους, κάποιοι άλλοι ότι το έκαναν για την πάρτη τους και δεν τους ενδιέφερε η φήμη και το χρήμα, κάποιοι ότι έδωσαν ότι είχαν να δώσουν και στέγνωσαν και κάποιοι, εμφανώς μαστουρωμένοι, ότι είχαν επιστρέψει στον πλανήτη τους. Ειπώθηκαν κι άλλα τόσα όμως ποτέ δεν ξεκαθάρισε η όλη κατάσταση, η αιθάλη εξακολουθούσε να σκεπάζει επίμονα το όνομα τους. Και το μυστήριο δεν έλεγε να λυθεί κι όσο το άλμπουμ τους ανέβαινε κι άλλο στα τσαρτς, είχε μπει ήδη στα πρώτα δέκα, το ενδιαφέρον γύρω από την τύχη τους παρέμενε συνεχώς μετέωρο. Κι εντελώς ξαφνικά, out of the blue όπως λένε, το γεγονός πήρε μεγάλη απήχηση, όλο και περισσότεροι άρχισαν να ασχολούνται σοβαρά, το ενδιαφέρον μετατράπηκε σε αγωνία, σε φόβο, σε εμμονή, σε ψύχωση, σε είδηση κι έγινε viral κάνοντας τον γύρο του κόσμου. Όλοι ήταν περίεργοι να μάθουν ποιό ήταν αυτό το ζευγάρι που έκανε αυτό το άλμπουμ κι έπειτα εξαφανίστηκε σαν να άνοιξε η γη και να το κατάπιε. Όλη αυτή η δημοσιότητα έκανε το άλμπουμ να κυλήσει στις πρώτες πέντε θέσεις και να πετάξει από το ρινγκ με νοκ άουτ δουλειές φτασμένων καλλιτεχνών, οι οποίοι δεν είδαν με καθόλου καλό μάτι την ξέφρενη αναρρίχηση του στην ακροαματικότητα. Το ίδιο και οι εταιρείες τους, οι οποίες είχαν επενδύσει πολλά στους protégés τους για να τα δουν να χάνονται στον πάτο της θάλασσας. Αμόλησαν τα λαγωνικά τους να ξετρυπώσουν τι γινόταν με το μυστήριο κι αυτά γύρισαν με άδεια χέρια. Ξετύλιγαν τον μίτο στον λαβύρινθο όμως πάντα έπεφταν σε αδιέξοδα. Ούτε συγγενείς, ούτε τόποι κατοικίας, τίποτα, σαν να είχαν πέσει από τον ουρανό στην γη κι έπειτα εξαφανίστηκαν με το διαστημόπλοιο τους. Tα δικαιώματα της μπάντας τα είχε ο Ριβέρμπ, ο οποίος μόλις είδε την τρελή πορεία που ακολούθησε το άλμπουμ στα τσαρτς και το ξεπούλημα των χίλιων κόπιων που είχε στην αποθήκη του, επανατύπωσε άλλες χίλιες κόπιες, όλες διάφανες και τις έριξε στην κυκλοφορία. Εξαντλήθηκαν σε χρόνο ρεκόρ κι έτσι τύπωσε από μιά χιλιάδα σε κόκκινο, σε πορτοκαλί και στο μπλε του κοβαλτίου βινύλια και τα έσπρωξε στην αγορά. Μόλις διέρρευσε εντέχνως πως δεν θα τυπώνονταν άλλες κόπιες, επικράτησε μιά τεράστια αναταραχή ποιός θα πάρει ποιά έκδοση και σε ποιό χρώμα. Όλοι κι όλες ήθελαν ξαφνικά να αποκτήσουν το άλμπουμ των αγνοούμενων, των Missing όπως τους είχε βαφτίσει ο δημοσιογραφικός δαίμονας των μίντια.
Ο Ριβέρμπ είδε τα ταμεία της εταιρείας να γεμίζουν με ζεστό παραδάκι και σκέφτηκε ότι αυτά τα δυό παιδιά ήταν πραγματικά μάννα εξ ουρανού. Εκεί που πήγαινε βουρ για πτώχευση, εμφανίστηκαν από το πουθενά, έκαναν ένα άλμπουμ, ένα πολύ καλό άλμπουμ, υπέγραψαν κι εξαφανίστηκαν από προσώπου γης. Τα βράδια που ξενυχτούσε στο στούντιο καπνίζοντας χόρτο από το Καζακστάν, αναρωτιόταν τι μπορεί να είχε συμβεί, ποιοί μπορούσαν να αγνοούν το γεγονός ότι ήταν νούμερο 2 στα τσαρτς παγκοσμίως, ήταν δυνατόν να αποποιούνται την επιτυχία και οτιδήποτε έπεται αυτής; Ποιός δεν ήθελε την δόξα ή το χρήμα που συνεπάγεται να συγκαταλέγεσαι στην ελίτ των μουσικών παγκοσμίως; Ή να είσαι διάσημος σε όλο τον κόσμο; Ερωτήματα που ο Ριβέρμπ αδυνατούσε να βρει τις απαντήσεις και κοιτούσε την αφίσα με το εξώφυλλο του άλμπουμ στον τοίχο κάτω από το ρολόι. Την αφίσα την είχε σχεδιάσει ο Λέγκο, ο οποίος ήταν πραγματικός καλλιτέχνης: είχε βάλει στο κέντρο το σχέδιο του Yin και του Yang, γύρω από αυτό μιά σπείρα και μαιάνδρους να τα περιστοιχίζουν. Μάλιστα ο Λέγκο κάποια στιγμή του είχε πει ότι το ζευγάρι ήταν το πιό εκκεντρικό δίδυμο που είχε δει ποτέ στην ζωή του και ο Ριβέρμπ δεν διαφώνησε καθόλου με την παρατήρηση του Λέγκο. Σίγουρα ήταν εκκεντρικοί, από το ντύσιμο και μόνο το καταλάβαινες: Martens, δερμάτινα παντελόνια, κόκκινα πουκαμισά, λευκό μακιγιάζ στο πρόσωπο και κοντό ξανθό μαλλί. Οι τρόποι τους όμως δεν ήταν καθόλου επιτηδευμένοι, δεν ήταν σνομπ ούτε και τρακαρισμένοι, ήταν απόλυτα νορμάλ κι ακολουθούσαν πιστά τις παρεμβάσεις και τις διορθώσεις που έκανε ο Ριβέρμπ κατά την διάρκεια των εγγραφών. Δεν είχαν πει μάλιστα ούτε κουβέντα όταν τους είχε υποχρεώσει να παίξουν για έκτη φορά το τρίτο κομμάτι, γιατί ήθελε να αφαιρέσει κάποιες αντηχήσεις οι οποίες ήταν πολύ ενοχλητικές. Ο Ριβέρμπ ήταν τελειομανής με την δουλειά του, σου έβγαζε το λάδι όμως το αποτέλεσμα ήταν άριστο, παρόλα αυτά δεν γύρισαν να διαμαρτυρηθούν ούτε είπαν ποτέ κάτι, απλά τον είχαν ευχαριστήσει στο τέλος για την συνεργασία τους και είχαν πει ότι θα τα έλεγαν ξανά στο μέλλον. Αυτή ήταν η τελευταία κουβέντα τους πριν πάρουν τα μηχανήματα τους και φύγουν από το στούντιο, από τότε ο Ριβέρμπ δεν τους είχε ξαναδεί, όπως και τόσοι άλλοι.
Πέρασε ένας χρόνος από την κυκλοφορία του άλμπουμ και την εξαφάνιση των Missing και ο ντόρος κάπως καταλάγιασε. Πανδημίες, λιμοί, σεισμοί, πυρκαγιές, πλημμύρες, συρράξεις πήραν ξανά την μερίδα του λέοντος στην πληροφόρηση κι ανέλαβε το διαδίκτυο να θρέψει την υστεροφημία τους, εκεί που πλέον ο καθένας έγραφε ότι ήθελε. Άλλοι ότι τους είδαν να κάνουν ηλιοθεραπεία στην Αμοργό, άλλοι να κάνουν μπάνιο στην Άνδρο, άλλοι να πουλάνε λαχεία στο γήπεδο, άλλοι στο πάρκο να βγάζουν βόλτα τα σκυλιά τους, άλλοι τους είχαν δει στην Αλάσκα, άλλοι στο μετρό στο Τόκιο, άλλοι σε πτήση για Τεχεράνη, άλλοι σε κρουαζιέρα στην Μεσόγειο, άλλοι στο μουσείο του Λούβρου, άλλοι στην Ακρόπολη, άλλοι σε γόνδολα στην Βενετία, άλλοι σε εστιατόριο στις Βρυξέλες, άλλοι σε γκαλερί του Βερολίνου, άλλοι στην όπερα του Σίδνεϋ, άλλοι σε κλαμπ του Γιοχάνεσμπουργκ, άλλοι σε coffee shop στο Άμστερνταμ, άλλοι σε καμήλες στη έρημο, άλλοι στην πλατεία του Πεκίνου, άλλοι σε φαβέλα στο Ρίο, άλλοι να κάνουν ποδήλατο στους δρόμους της Μεντελίν. Είχε χαθεί πλέον η μπάλα και το μυστήριο παρέμενε άλυτο, το άλμπουμ δεν έπεφτε από την δεύτερη θέση και κάποια στιγμή κουδούνισαν τα τηλέφωνα του Ριβέρμπ. Ήταν από διαφημιστικές εταιρείες οι οποίες ήθελαν να αγοράσουν την μουσική από τα τραγούδια τους για τα διαφημιστικά σποτάκια τους. Ο Ριβέρμπ στην αρχή αιφνιδιάστηκε, δεν περίμενε τέτοια εξέλιξη όμως το θεώρησε αντιδεοντολογικό να διαπραγματευτεί την μουσική τους δίχως να είναι οι ίδιοι ενήμεροι, οπότε επικαλέστηκε το παραπάνω σαν δικαιολογία για να αρνηθεί ευγενικά. Πήραν σειρά οι νομικοί των διαφημιστικών εταιρειών και του ανέλυσαν ότι είχε το νόμιμο δικαίωμα να το κάνει, ήταν ο πληρεξούσιος των δικαιωμάτων τους και τον πίεσαν ασφυκτικά να υπογράψει μαζί τους. Ο Ριβέρμπ στο τέλος ενέδωσε όμως φρόντισε να τους στραγγίξει όσο περισσότερο μπορούσε γιατί ανέκαθεν σιχαινόταν τις διαφημίσεις στην τηλεόραση και γέμισε τα ταμεία του με χρήμα.
Μετά τις διαφημιστικές σειρά πήραν οι οίκοι μόδας, οι οποίοι του ζητούσαν αποκλειστικότητα ώστε να κυκλοφορήσουν μια κολεξιόν με το όνομα Missing και τα παζάρια που έκανε με τους εκπροσώπους τους τον εξουθένωσαν. Υπέγραψε τελικά ένα πολύ καλό συμβόλαιο με έναν κολοσσό στην βιομηχανία της μόδας και η Φρίκουενσι, η γυναίκα του που κρατούσε τα λογιστικά βιβλία της επιχείρησης, του έβαλε χέρι λέγοντας του ότι αν συνέχιζε με αυτόν τον ρυθμό, τότε θα έπρεπε να απευθυνθεί σε κάποιο φοροτεχνικό γραφείο που γνώριζε περισσότερα από διεθνείς συναλλαγές. Μάλιστα του είπε ότι από τότε που οι εξαφανισμένοι έγιναν διάσημοι, δεν ερχόταν στο σπίτι και δεν θυμόταν πότε ήταν η τελευταία φορά που είχαν πλαγιάσει στο κρεβάτι. Ο Ριβέρμπ της υποσχέθηκε ότι είχαν φθάσει στο πικ τους, δεν υπήρχε κάτι άλλο και διαψεύστηκε οικτρά. Υπήρχε κι άλλο, πιό μεγάλο, του τηλεφώνησαν από το γραφείο του προέδρου και του είπαν ότι το Μπος ήθελε να βρεθούν με κάθε τρόπο οι δυο αγνοούμενοι, γιατί αντανακλούσαν το χαμένο πρεστίζ ολόκληρης της χώρας. Το είχε αναθέσει ήδη στην ΣΙΑ επομένως κάποια στιγμή τα στελέχη της θα ερχόταν σε επαφή μαζί του. Ο Ριβέρμπ σκέφτηκε ότι το πράγμα αντί να ξεθυμαίνει βάθαινε περισσότερο και δεν ήξερε με ποιόν τρόπο θα το έλεγε στην Φρίκουενσι. Έτσι και μάθαινε ότι είχε πάρε δώσε με τους μυστικούς, τότε ήταν που θα του έδινε τα παπούτσια στο χέρι. Αρκετά είχε ανεχτεί τον χαρτοπόλεμο με τις εφοριακούς, αν τώρα εμφανιζόταν και οι μυστικοί, θα τα έπαιρνε στο κρανίο, θα κινδύνευε η σχέση τους, μπορεί και να του ζητούσε διαζύγιο. Η Φρίκουενσι ήταν απρόβλεπτη όταν θύμωνε και σεληνιαζόταν, επομένως θα έπρεπε να βρει τον τρόπο να κουκουλώσει την φάση και να σώσει τον γάμο του. Η λύση σε αυτό το πρόβλημα του τον κράτησε πολλά βράδια στο στούντιο, να καπνίζει χόρτο από το Καζακστάν και να σκέφτεται τι θα μπορούσε να κάνει. Η μαστούρα δεν τον βοηθούσε και πολύ, το χόρτο του άνοιγε τα μάτια πάνω στις κονσόλες όμως τον θόλωνε όταν είχε πάρε δώσε με υπηρεσίες, εφορίες, τράπεζες, νομαρχίες κλπ. Ίσως όμως ο συνδυασμός της διαύγειας και της θολούρας του χόρτου από το Καζακστάν να του έδωσε την ιδέα ότι ήταν μιά πεταλούδα η οποία είχε ονειρευτεί ότι ονειρευόταν και τίποτα από όλα αυτά που συνέβαιναν να μην ήταν αλήθεια, να ήταν απλά αποκυήματα της φαντασίας του. Η ιδέα αυτή τον χαλάρωσε, ένιωσε ότι είχε πέσει θύμα των παιχνιδιών που έπαιζε το μυαλό του κι αναθάρρησε βγάζοντας από το συρτάρι του γραφείου του το μπουκάλι με το αγαπημένο του σιρόπι. Κατέβασε σχεδόν το μισό, ρεύτηκε και είπε δυνατά ότι ήταν ο Mastermind, ο κυρίαρχος του παιχνιδιού. Ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια που μετατράπηκαν σε βήχα με φλέγματα, μέχρι που λιποθύμησε στην καρέκλα του.
Ο Ντιλέι και η Χολντ απόλαυσαν αγκαλιασμένοι το ηλιοβασίλεμα στην Ορτόνα κι ύστερα επέστρεψαν στον Βίζενγκραντ. Είχαν έτοιμες τις αποσκευές τους και τις κάρτες επιβίβασης για το διαστημόπλοιο που θα τους μετέφερε από το πλανητικό σύστημα των Διόσκουρων στον προορισμό των διακοπών τους και χαμογέλασαν τρυφερά ο ένας στον άλλον. Είχαν ολοκληρώσει τον κύκλο εργασιών τους και μπορούσαν πάλι να επιστρέψουν σε εκείνο το χαρισματικό μέρος όπου η μουσική τους έμπνευση πάθαινε ντελίριο. Ανυπομονούσαν να μάθουν τα νέα για το άλμπουμ που είχαν ηχογραφήσει καθώς οι τηλεματικές συνδέσεις με το πλανητικό σύστημα της Γης δεν ήταν εφικτές λόγω του πανάρχαιου λογισμικού της. Μπορεί να αγνοούσανε τι συνέβαινε όμως αυτός ήταν και ο λόγος που έκαναν διακοπές σε αυτόν τον απομακρυσμένο πλανήτη, επειδή ήταν αποκομμένοι από τον εξωτερικό κόσμο και μπορούσαν απερίσπαστα να ξεδιπλώσουν το μουσικό τους ταλέντο. Η έμπνευση που είχαν ήταν απίστευτη, αστείρευτη, αχαλίνωτη και την μετουσίωναν σε μελωδίες και ηχομορφές. Η Χολντ ρώτησε τον Ντιλέι αν ο Ριβέρμπ θα τους θυμότανε γιατί είχε περάσει πάνω από ένας γήινος χρόνος και ο Ντιλέι της είπε ότι μπορεί και να μην τους είχε ξεχάσει ποτέ. Έπλεξε τα δάχτυλα του με τα δικά της και την ρώτησε τι της είχε λείψει περισσότερο κι εκείνη δίχως δισταγμό του αποκρίθηκε η Pepsi Cola, κρατούσε σε διέγερση τις αισθήσεις της και της έδινε ενέργεια. Ο Ντιλέι χαμογέλασε και της είπε ότι εκείνου του είχε λείψει το ΜDMA, το δισκίο που κατάπινε κι ένιωθε σαν τον Ιαπετό που εξοστρακιζόταν στο σύμπαν. Η αεροσυνοδός τους έβαλε σε κατάσταση κρυογονικής νάρκωσης και το τελευταίο πράγμα που σκέφτηκαν πριν βυθιστούν στην λήθη, ήταν ότι είχαν πολλά ακόμα να δώσουν. Η αεροσυνοδός κάθισε στην θέση της και κατάπιε ένα χάπι δραμαμίνης, τα διαπλανητικά ταξίδια πάντα της έφερναν ναυτία.



