Μουσικές ιστορίες του πουθενά (Vol. 3)
Οι συναυλίες είναι για να συναντιόμαστε. Στην πραγματικότητα ή σε ένα διήγημα. Του Βασίλη Πετρόπουλου
Ο Γκλεν δούλευε τα πρωινά από τις οκτώ ως τις τέσσερις στην υπηρεσία αποκομιδής βαρέων απορριμμάτων του δήμου, γνωστής και ως ‘Δορυφόροι’ και ήταν ευχαριστημένος. Δεν ήταν μόνιμος αλλά με σύμβαση, έκανε χειρωνακτική εργασία που δεν τον πείραζε γιατί του άρεσε η γυμναστική και είχε τα σαββατοκύριακα του ελεύθερα, συν τα βράδια της Παρασκευής. Οι μόνες καταχρήσεις που έκανε ήταν το χόρτο που κάπνιζε και τα ποτά που έπινε και η αγαπημένη του διασκέδαση ήταν να συχνάζει στα διάφορα κλαμπ και μπαράκια που έπαιζαν διαφορές μπάντες. Λάτρευε την μουσική και τα live και είχε δει πολλές μπάντες που κάποια στιγμή έγιναν όνομα. Για παράδειγμα οι Station, οι Targets, οι Celia’s Dream, οι Pandora’s Box, οι Ridley’s, οι Zero Tolerance και οι Hansaplast. Του άρεσε η ατμόσφαιρα των live, η αδρεναλίνη που απελευθέρωνε και συνήθως έβρισκε κάποιο μέρος να καπνίσει το τσιγάρο του όσο πιό διακριτικά γινόταν. Μπορεί να μαστούρωνε πριν πάει στην συναυλία, όμως κατά την διάρκεια το ζητούσε επίμονα, ήθελε να είναι γεμάτος όταν άκουγε τις μπάντες να ξετυλίγουν το μουσικό τους κουβάρι μπροστά του. Γνώριζε αρκετό κόσμο, όχι μόνο πορτιέρηδες και μπάρμαν αλλά και μουσικόφιλους της πόλης που είχαν το ίδιο βίτσιο με αυτόν και δεν ήταν λίγες οι φορές που είχαν μοιραστεί μπάφους μετά την συναυλία, κάνοντας τα σχόλια τους. Τα μουσικά στέκια δεν ήταν και τόσα πολλά στην πόλη, ήταν δεν ήταν καμιά δεκαριά και είχε ενημέρωση από μιά ιστοσελίδα, ποιοί και πότε έπαιζαν κάθε βδομάδα. Είχε δει πολλές μπάντες, από new wave, punk, hard rock, metal μέχρι electronic, synth pop και psychedelic, δεν έκανε διάκριση αρκεί να μην ήταν jazz και thrash, ή trash όπως τις αποκαλούσε. Κουβαλούσε πάντα το φλασκί του και είχε στριμμένα δύο με τρία τσιγαριλίκια έτοιμα προς χρήση. Όταν δε τα πράγματα ήταν αποπνιχτικά από τον κόσμο, τότε περίμενε να ξεκινήσει η συναυλία κι έπειτα πήγαινε στις τουαλέτες και ντουμάνιαζε το τσιγάρο.
Ένα βράδυ γνωρίστηκε εκεί με την Μπάτερ, μιά όμορφη καστανομάλλα με γαλάζια μάτια, η οποία πήγε για τον ίδιο σκοπό στις τουαλέτες και τον κοίταξε με συνωμοτικό βλέμμα καθώς τον πέτυχε να καπνίζει. Ο Γκλεν της πρότεινε να καπνίσουν πρώτα το δικό του τσιγάρο κι ύστερα το δικό της και η Μπάτερ το βρήκε καλή ιδέα και τον ρώτησε τι χόρτο ήταν. Ο Γκλεν της είπε ότι ήταν από την Χαλάστρα και η Μπάτερ σχεδόν πνίγηκε από τα γέλια, της φάνηκε τόσο αστείο και ο Γκλεν βιάστηκε να προσθέσει ότι δεν είχε μόνο ρύζια και κουνούπια η Χαλάστρα αλλά και καλό χόρτο. Την έψαχνε γενικά με το χόρτο, δεν έπαιρνε από όπου να’ναι και η Μπάτερ, αφού κάπνισε για λίγο, του είπε ότι πράγματι ήταν πολύ καλό, smoothie, έτσι το αποκάλεσε. Ο Γκλεν της είπε ότι δεν ήξερε τι σήμαινε αυτή η λέξη και η Μπάτερ του είπε ότι ήταν ευχάριστα απαλό στην γεύση και στην γκάντζα που σου έκανε. Του το έδωσε πίσω, ο Γκλεν πρόσεξε ότι δεν του είχε χαριστεί, το είχε τσακίσει κανονικά και η Μπάτερ έβγαλε ένα τσιγάρο από την τσέπη του δερμάτινου της και το άναψε. Του είπε ότι ήταν χόρτο Γλασκόβης και ο Γκλεν της είπε ότι χόρτα εκτός συνόρων δεν είχε δοκιμάσει, μόνο ντόπια ημεδαπά. Η Μπάτερ του είπε ότι είχε την ευκαιρία να το κάνει, του έδωσε το τσιγάρο και τον ρώτησε τι ήξερε για την αποψινή μπάντα, τους Kin Sin. Ο Γκλεν τράβηξε μερικές τζούρες και της είπε ότι τους είχε δει άλλη μιά φορά, του είχε κάνει εντύπωση η ντράμερ που έπαιζε όρθια και ότι ήταν πολύ ενδιαφέρουσα η προσέγγιση τους και τότε ένιωσε τον κέλτικο πέλεκυ μέσα στο κεφάλι του. Της είπε ότι το χόρτο ήταν σπουδαίο και η Μπάτερ δεν διαφώνησε και τον ρώτησε αν ήταν μόνος ή με παρέα. Ο Γκλεν της είπε ότι ήταν μόνος, το προτιμούσε άλλωστε όταν πήγαινε σε συναυλίες και της έδωσε το τσιγάρο. Η Μπάτερ τράβηξε μερικές ρουφηξιές και του είπε πως κι εκείνη ήταν μόνη, πως κάλυπτε την συναυλία για λογαριασμό του ιντερνετικού περιοδικού Off the Record και ότι θα ήθελε την παρέα του στην διάρκεια της συναυλίας και φυσικά το σχόλιο του όταν θα τελείωνε. Θα τους έβλεπε για πρώτη φορά και μιά δεύτερη γνώμη δεν θα έβλαπτε κανέναν. Ο Γκλεν της είπε ότι ευχαρίστως θα το έκανε, θα του άρεζε να μοιραστεί μαζί της τα συναισθήματα και τις εμπειρίες που είχε από τις συναυλίες που είχε παρακολουθήσει όλα αυτά τα χρόνια και η Μπάτερ του έδωσε πάλι το τσιγάρο. Του είπε πως είχε γεμίσει ήδη, θα πήγαινε στο μπαρ να πάρει μπίρες και θα τον περίμενε εκεί.
Ο Γκλεν αποτέλειωσε με την ησυχία του το τσιγάρο με το χόρτο από την Γλασκόβη κι ένιωσε σαν δρυΐδης που διάβαζε τους ρούνους του. Έριξε κι ένα κατούρημα καλού κακού, όταν τελείωνε η συναυλία όλοι ορμούσαν στις τουαλέτες λες και οι προστάτες τους ήταν συνεννοημένοι και δεν υπήρχε περίπτωση να εξυπηρετηθείς άμεσα και γρήγορα και πήγε να βρει την Μπάτερ στο μπαρ. Εκείνη τον περίμενε χαμογελαστή έχοντας πιει σχεδόν την μία και ο Γκλεν της είπε ότι δεν ήθελε να πιει, είχε το φλασκί του. Η Μπάτερ αποτέλειωσε την μπίρα της, πήρε την άλλη και κοντοστάθηκαν λίγο πιό αριστερά από όπου μπορούσαν να βλέπουν την μπάντα και τα καμώματα της. Κάποια στιγμή ο Γκλεν πρόσεξε ότι τέλειωσε την μπίρα της, την ρώτησε αν ήθελε μία ακόμη κι εκείνη του απάντησε πως θα ήθελε. Πήγε και της έφερε και βρήκε έναν μάτσο τύπο να της έχει πιάσει την συζήτηση. Ο Γκλεν δεν είπε τίποτα, στάθηκε δίπλα της και της έδωσε την μπίρα. Η Μπάτερ τον ευχαρίστησε και ο μάτσο γύρισε και του είπε να του φέρει κι εκείνου μία. Ο Γκλεν του είπε ότι θα το έκανε όμως πρώτα έπρεπε να πάει και να την πληρώσει στο μπαρ και ο μάτσο στράβωσε. Η Μπάτερ του είπε να κόψει το υφάκι, ο Γκλεν ήταν μαζί της και ο μάτσο γρύλισε κάτι και γύρισε στο μπαρ. Η Μπάτερ ζήτησε συγνώμη από τον Γκλεν, του είπε πως ο Γκουίντο γινόταν κάποιες φορές πολύ μαλάκας με τους άλλους και ο Γκλεν δεν σχολίασε το γεγονός. Άκουσε την μουσική, ήπιε από το φλασκί του και βυθίστηκε στην χαύνωση που του δημιουργούσε πάντα ο συνδυασμός χόρτου, μουσικής και αδρεναλίνης. Ταξίδευε μαζί με τις μελωδίες, δραπέτευε από το μέρος που στεκόταν, πήγαινε προς όλες τις κατευθύνσεις, ήταν ελεύθερος από την καθημερινότητα του και παγιδευμένος στην μελωδία της μουσικής. Η Μπάτερ μάλλον θα πρέπει κάτι να πρόσεξε, γιατί κάποια στιγμή, όταν έβγαλε το φλασκί του, του ζήτησε να πιει κι εκείνη. Είχε πιεί την μπίρα της, ο Γκλεν προσφέρθηκε να πάει να της φέρει άλλη μία όμως η Μπάτερ του είπε ότι δεν ήθελε άλλη, είχε ήδη πιεί τρείς και η κύστη της θα βάραινε, ήθελε όμως να πιει από το φλασκί του. Ο Γκλεν της το έδωσε, το μύρισε και τον ρώτησε τι βότκα έπινε και ο Γκλεν της είπε Κριστόφ, ίσως την καλύτερη στον κόσμο. Η Μπάτερ ήπιε δυό γουλιές, ένιωσε το γρονθοκόπημα και το αγκαθωτό στεφάνι στο κεφάλι της και του έδωσε πίσω το φλασκί. Ο Γκλεν χαμογέλασε και της είπε ότι ήταν εμπειρία να την πίνεις και ήπιε δυό γουλιές. Δεν είχε προβλέψει ότι θα μοιραζόταν το φλασκί του όμως και πάλι δεν τον πείραζε, στην χειρότερη θα έπαιρνε ένα ποτό από αυτές που είχαν στο μπαρ, η Μπάτερ είχε μοιραστεί μαζί του το τσιγαριλίκι της όπως και την παρέα της. Και σαν καλός χριστιανός που ήταν, όφειλε να μοιραστεί μαζί της οτιδήποτε είχε.
Η συναυλία τέλειωσε, τα παιδιά τα έδωσαν όλα, το κοινό τους χειροκρότησε και η Μπάτερ του είπε ότι θα δοκίμαζε την τύχη της στην τουαλέτα. Ο Γκλεν άραξε σε ένα σκαμπό που άδειασε, την κοίταξε που απομακρυνόταν, είχε όμορφο σώμα και μύριζε υπέροχα κάθε φορά που έσκυβε να του μιλήσει. Το φλασκί του είχε αδειάσει, πήγε στο μπαρ και είπε στον μπάρμαν να του βάλει μιά Finlandia. Ήξερε ότι η Finlandia δεν ήταν μπόμπα, του το είχε πει ο Σταύρος που απόψε είχε ρεπό και γύρισε στο σκαμπό. Λίγο αργότερα πρόσεξε την Μπάτερ που ήταν στο μπαρ και συζητούσε με τον γελοίο τον μάτσο τον Γκουίντο και πως έπινε ποτό, μάλλον τζιν ή βότκα. Το ύφος που συζητούσαν ήταν αρκετά έντονο και ο Γκλεν σκέφτηκε ότι μπορεί και να τα είχαν κάποια στιγμή και τότε είδε την ντράμερ που βγήκε στην σκηνή να μαζέψει τον εξοπλισμό της. Πλησίασε στο πάλκο και της είπε ότι το παίξιμο της θύμιζε την ντράμερ των Underground Youth και η μελαχρινή με το κοντό μαλλί τον πλησίασε, του έδωσε μιά μπακέτα και του είπε να κρατήσει κρυφό το μυστικό της. Ο Γκλεν της έκλεισε το μάτι συνωμοτικά, την ευχαρίστησε για το όμορφο βράδυ που του χάρισε κι εκείνη του είπε αν ήθελε να περάσει από το Κλοσάρ, το μπαρ που θα πήγαιναν για να τα πιούνε. Ο Γκλεν της είπε ότι θα το ήθελε, πήρε την μπακέτα κι επέστρεψε στην θέση του. Ένιωσε για μιά στιγμή την ματαιοδοξία του να κομπάζεται, την έριχνε καμιά δεκαριά χρόνια όμως αν εκείνη τον έκανε κέφι τότε γιατί όχι, σκέφτηκε και πρόσεξε ότι η Μπάτερ τον κοίταζε, αγνοώντας τον μάτσο που κατέβαζε την μπίρα του μονορούφι. Σήκωσε το ποτήρι του, το σήκωσε κι εκείνη, ήπιαν, κάτι είπε στον Γκουίντο και ήρθε προς το μέρος του χαμογελώντας. Τον ρώτησε τι ήταν αυτό που κρατούσε, ο Γκλεν της είπε ότι ήταν το μαγικό ραβδί της ντράμερ Μοργκάνα, η Μπάτερ γέλασε κι έσκυψε και του είπε ότι είχε έρθει η ώρα να φύγουν από εκείνο το μέρος. Ο Γκλεν μύρισε άλλη μιά φορά το άρωμα της, ήταν όντως υπέροχο και της είπε ότι αν δεν υπήρχε λόγος να μην βιαστούν, τότε ευχαρίστως θα το έκανε και η Μπάτερ τον κοίταξε με απορία. Ο Γκλεν συνήθιζε να μιλάει λίγο περίπλοκα, να χρησιμοποιεί δυό αρνήσεις για να δηλώσει μιά κατάφαση, έτσι σκεφτόταν ο εγκέφαλος του και της είπε ότι θα μπορούσαν να πάνε στο Κλοσάρ, η ντράμερ τον είχε καλέσει να πάει από εκεί. Θα είχε την ευκαιρία να μιλήσει με τα μέλη του συγκροτήματος και να καλύψει το ρεπορτάζ της για το περιοδικό που δούλευε, κοινώς να κερδίσει το ψωμί της και η Μπάτερ του είπε ότι θα το ήθελε. Απλά την είχε ενοχλήσει η παρουσία του Γκουίντο ο οποίος ήταν σπόνσορας του περιοδικού κι επειδή είχαν κάποια στιγμή ένα φλερτ μεταξύ τους, δεν έλεγε να την ξεπεράσει ποτέ. Ο Γκλεν σκέφτηκε ότι κάποιες γυναίκες, κάποιες όμορφες ατίθασες γυναίκες, κάνουν κάποια στιγμή λάθος επιλογές, τις οποίες τις μετανιώνουν κι έπειτα οι ηλίθιοι που απορρίπτουν, τις κυνηγάνε λες και θα τις κερδίσουν ποτέ ξανά. Ωστόσο ας πρόσεχαν, όφειλαν να προσέχουν με ποιόν νταραβερίζονται και με ποιούς σχετίζονται, ότι δίνεις παίρνεις και κάποιες φορές πληρώνεις κι από πάνω. Η Μπάτερ φάνηκε να διάβασε την σκέψη του και του είπε ότι ο Γκουίντο ήταν ζηλιάρης, αλαζόνας και κομπλεξικός, είχε όποιες ήθελε στο πλάι του όμως κολλούσε πάντα με την ιδέα της απόρριψης, ο πληγωμένος εγωισμός του δεν μπορούσε να διαχειριστεί το γεγονός ότι δεν ήταν πλέον ποθητός. Ο Γκλεν σχολίασε ότι καλό θα ήταν να μεγαλώσει και λίγο γιατί στον κόσμο των ενήλικων τα παιδιαρίσματα περισσεύουν και η Μπάτερ γέλασε άλλη μιά φορά. Την έκανε να γελάει και σίγουρα αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο χόρτο που είχαν καπνίσει αλλά και στην συμπάθεια που έδειχνε για το πνεύμα του αστεϊσμού του.
Ο Γκουίντο έφυγε από το κλαμπ, το ίδιο κι εκείνοι και πήγαν στο Κλοσάρ. Οι Kin Sin καθόταν σε ένα τραπέζι με τους γκρούπις τριγύρω και ο Γκλεν πήρε την Μπάτερ από το χέρι, διέσχισε το πλήθος και την παρουσίασε σαν τα είκοσι λεπτά που θα τους έκανε από άσημους, διάσημους. Η Μπάτερ κοκκίνησε, είπε ότι δεν ήταν δα και ο Andy Warhol και τα παιδιά γέλασαν και της είπαν να κάτσει. Ο Γκλεν πήγε στο μπαρ, ζήτησε από την τύπισσα με το τατουάζ στο αφτί και τα πίρσινγκ στην μύτη μιά βότκα με έναν πάγο, της είπε να την χρεώσει στο τραπέζι της μπάντας κι άραξε στο σκαμπό. Ποτέ δεν του άρεσαν οι συνεντεύξεις και τα ρεπορτάζ με μέλη από μπάντες, δεν ήταν ρεπόρτερ και δεν ήταν η δουλειά του. Δεν μπλεκόταν στα πόδια των άλλων με προσωπικές ερωτήσεις και παραθέτοντας δημόσια τις απαντήσεις, η μουσική δεν είχε να κάνει με τα πρόσωπα αλλά με τα δοχεία και οι μουσικοί ήταν όλοι δοχεία, από όπου ξεπηδούσε η χάρη της μουσικής. Όσοι ασχολούνταν με τα δοχεία έχαναν την ουσία και η ουσία ήταν αυτή που είχε το μοναδικό νόημα. Αυτή την άποψη του θα την μοιραζόταν τις επόμενες ημέρες με την Μπάτερ κι έσπευσε να ζητήσει από την μπαργούμαν ένα δεύτερο ποτό, το οποίο θα χρέωνε επίσης στην μπάντα. Εκείνη του είπε ότι το κερνούσε η ίδια και ο Γκλεν τσούγκρισε μαζί της και την ευχαρίστησε. Την ρώτησε πως την έλεγαν, του είπε πως οι φίλοι την φώναζαν Τζο, της συστήθηκε και την ρώτησε τι έκανε τα βράδια που είχε αυπνίες. Η Τζο του είπε ότι υπνοβατούσε στο λυκαυγές και κοιμόταν την ημέρα και ο Γκλεν χαμογέλασε και της είπε ότι έτσι κάνουν οι αρχάριοι. Έσκυψε πάνω από την μπάρα και της είπε τι πρέπει να κάνει και η Τζο του είπε ότι θα το δοκίμαζε την επομένη που είχε ρεπό. Ο Γκλεν της είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να φοβάται τα φαντάσματα, είναι σκιές που τρέφονται από την προσοχή που τα δίνεις και η Τζο γέμισε ένα ποτήρι με την ακριβότερη βότκα που είχαν στο μπαρ, κάποια Μπελούγκα. Ο Γκλεν τσούγκρισε μαζί της, η Τζο έπινε ρούμι με κόλα και η βότκα είχε μιά γεύση ψαρίλας, ωστόσο δεν είπε τίποτα στην Τζο, τι να της πει άλλωστε, η κοπέλα το είχε κάνει καθαρά για να τον ευχαριστήσει και μιά στιγμή μετά, τον ρώτησε αν θα είχε τον χρόνο να βρεθούνε το επόμενο βράδυ. Ο Γκλεν της είπε ότι η ατζέντα του ήταν γεμάτη, η Τζο του έδωσε το νούμερο της και του είπε ίσως κάποιο άλλο βράδυ και η Μπάτερ ήρθε στο μπαρ χαμογελώντας ενθουσιασμένη. Είχε κάνει μιά πολύ καλή συνέντευξη, ήπιε μιά γουλιά από το ποτό του, κάτι που πρόσεξε η Τζο και την απομάκρυνε διακριτικά από το μέρος τους και τον ρώτησε αν θα ήθελε να πάνε σπίτι της και να καπνίσουν ένα τζοιντ με χόρτο Γλασκόβης. Ο Γκλεν της είπε ότι θα το ήθελε, η Μπάτερ πήγε στην τουαλέτα και η ντράμερ των Kin Sin ήρθε στο μπαρ, είπε στην Τζο να φτιάξει σφηνάκια καμικάζι και ρώτησε τον Γκλεν αν ίσχυε ότι το μυστικό της παρέμενε ασφαλές. Εκείνος της είπε ότι αν δεν το είχε αποκαλύψει η ίδια, τότε ίσχυε κι εκείνη τον φίλησε στο μάγουλο κι επέστρεψε στο τραπέζι τους. Η Μπάτερ επέστρεψε με ανακουφισμένη την κύστη της και γελώντας αγκαλιασμένοι, πήραν τον δρόμο αργότερα του χωρισμού.



