Νοέμβριος 2018

Κάτι καλό να ακούσω;

Στυλιανός Τζιρίτας
Al Fraser - Toitū Te Pūoro (Rattle Records)
Το 2018 έγινα κοινωνός της δουλειάς και του ήχου του Al Fraser και πρέπει να ομολογήσω ότι έμεινα άφωνος όσο και γεμάτος τύψεις. Το πρώτο αυτονόητο ως συναίσθημα και συμπέρασμα όταν γνωρίζεις έναν άξιο μουσικό, το δεύτερο διότι ως άνθρωπος της μουσικοκριτικής οφείλεις να γνωρίζεις, όσο και αν είναι δύσκολο λόγω της ολοένα και αυξανόμενης μουσικής παραγωγής, την ύπαρξη τέτοιων παικτών. Ο Fraser είναι πολυγραφότατος και τον τελευταίο χρόνο μεταξύ άλλων μας φιλοδώρησε και με το θαυμάσιο “Ponguru”, δίσκο της συνεργασίας του με τον Phil Boniface.
Ο εν λόγω, μόλις εκδοθείς πέμπτος solo δίσκος του, εμπεριέχει μεταξύ άλλων ενεργειών και μελετών του πάνω στη μουσική παράδοση των Μαόρι, μελέτες οι οποίες δεν έχουν καμία σχέση με έθνικ και φολκλόρ παρηχήσεις, και το μικρό διαμάντι που ονομάζεται “Omaroro”, μια επεξεργασμένη field recording κατάθεση όπου ο ήχος του δάσους μετουσιώνεται σε κάτι απόλυτα ηλεκτρονικό, χωρίς να γλιστρά μήτε λεπτό σε ευκολίες παρωχημένων φίλτρων και τεχνικών. Σα να ακούς ένα τεχνητό δάσος το οποίο όμως πλάσθηκε καθ’ ομοίωση του αληθινού. Ο Fraser λειτουργεί ως δημιουργός του δικού του σύμπαντος, όχι όμως για να (αυτο)αποθεωθεί, αλλά πιθανολογώ, για να δείξει ότι η φύση δεν είναι ένας ανελαστικός μηχανισμός που απλά στέκει ως παραστάτης της γήινης μνήμης, αλλά αποτελεί ένα δυναμικό πεδίο αλλαγών και πειραματισμών.

 

Χίλντα Παπαδημητρίου
Tess Parks and Anton Newcomb - S/T (A Records)
Η ερμηνεία της νεαρής Καναδέζας, επηρεασμένη από την Hope Sandoval, διαθέτει ψήγματα και από τον αισθησιασμό της Lydia Lunch. Ο Anton Newcomb βρίσκει χρόνο κι έμπνευση, παράλληλα με τη δουλειά του για τους Brian Jonestown Massacre, να στήσει μουσικά κι ενορχηστρωτικά το άλμπουμ της Parks, δημιουργώντας ένα υπνωτιστικό ύφος (drone rock το χαρακτηρίζει ο μουσικοκριτικός του Guardian). “Please Never Die”, αυτό το κομμάτι διαλέγω από το δίσκο, πιστεύοντας ότι αποτελεί την επιτομή αυτού που θέλουν να πετύχουν οι Tess & Anton — ή ίσως επειδή μου θυμίζει πολύ τους Mazzy Star.

 

Τάσος Πατώκος
Κristin Hersh - Possible Dust Clouds (Fire Records)
Από το διπλό CD με τα 24 κομμάτια του προηγούμενου δίσκου, η Kristin Hersh επέλεξε φέτος κάτι πιο άμεσο 10 τραγούδια μέσα σε 36 λεπτάκαι η πρώτη φορά μετά από κάμποσα χρόνια που ένα album της δεν κυκλοφορεί ως βιβλίο με CD. Όσοι γνωρίζουν τη μουσική της Kristin ξέρουν ότι είναι αδύνατον να βγάλει μέτριο ή αδιάφορο δίσκο, και το “Possible Dust Clouds” είναι μια ακόμα απόδειξη. Δεν είναι εύκολος δίσκος αλλά οι πολλαπλές ακροάσεις σε ανταμείβουν πλουσιοπάροχα - δηλαδή έχουμε κι εδώ αυτό που ίσχυε ανέκαθεν τόσο για τους solo δίσκους της όσο και για αυτούς των Throwing Muses ή των 50 Foot Wave.

 

Τάσος Βαφειάδης
Cowboy Junkies - All That Reckoning (Latent Recordings)
Η αλήθεια είναι πως έχουμε χάσει το μέτρημα με τα άλμπουμ των Cowboy Junkies. Παρ’ όλα αυτά, οι φίλοι τους θα έχουν παρατηρήσει ότι είχαν να κυκλοφορήσουν νέα δουλειά από το 2012. Για περισσότερα από τριάντα χρόνια, σταθερά, τα αδέλφια Michael και Peter Timmins, μαζί με τον Alan Anton (που ήταν φίλοι με τον Michael πριν ακόμα μάθουν να διαβάζουν!), συνοδεύουν μουσικά τη μυσταγωγική φωνή της Margo Timmins.
Αν γνωρίζεις και βαριέσαι τον ήχο τους, καλύτερα να μην χάσεις τον χρόνο σου με τον εν λόγω δίσκο. Μια μπάντα που δεν έχει αλλάξει σύνθεση από τότε που δημιουργήθηκε και αποτελείται κατά τα 3/4 από αδέλφια, προδίδει πως δεν έχει διάθεση για ακραίους πειραματισμούς και αλλαγές. Συνεχίζει όμως απτόητη και μας δίνει ένα πολύ καλό –και με πολιτικές διαστάσεις– δίσκο για το τέλος του έτους.

 

Νάνσυ Σταυρίδου
Dead Can Dance - Dionysus (PIAS)
Το νέο άλμπουμ των Dead Can Dance δεν είναι κακό. Είναι όμως λίγο και σε διάρκεια και σε έμπνευση. Θα μπορούσε να είναι soundtrack για ένα ντοκυμαντέρ ή το EP για το επόμενο “Spiritchaser”. Χαρακτηριστική είναι η απουσία των στίχων, αλλά κυρίως της Lisa Gerrard. Αναρωτιέμαι, λοιπόν, αν ο Brendan Perry μετά από αυτό τον δίσκο θα ακολουθήσει τη μοίρα του μυθικού Διονύσου. Αλλού έγινε δεκτός ως θεός, αλλού ως τυχοδιώκτης άνθρωπος.

 

Ελεάνα Γαρίνη
Thom Yorke - Suspiria (XL Recordings)
Γιατί το 2018 να δεις ένα ξαναζεσταμένο remake μιας εμβληματικής ταινίας του 1977; Και ποιός ο λόγος της αναμέτρησης του Guadagnino με το magnus opus του ομοεθνή του Argento; Σα να ξαναγυρίζει ο Λάνθιμος τη Στέλλα ξερωγώ (δεν είναι θρίλερ αλλά ένα φόνο τον έχει, μην κάνεις έτσι). Μπροστά στη δίκαια αυτή γκρίνια ορθώνεται ένα τείχος με κατεβασμένο βλέφαρο που ακούει στο όνομα Thom Yorke. Αποζημιώνει το εγχείρημα με ένα soundtrack που ξεμακραίνει από τη φιλοσοφία του αρχικού των Goblin και στέκεται σαν μουσική πρόταση ανατριχιαστική στην ομορφιά της. Έχω ένα-δυο λόγους (βλέπε πλύση εγκεφάλου από τον συμβίο) να εκτιμώ τον επικεφαλής των ραδιοκέφαλων. Εντούτοις συχνά με βρίσκουν σκεπτική τα προσωπικά του άλμπουμ, όταν ελεύθερος από την άγρυπνη φράντζα του Jonny Greenwood, αλλάζει μόνος του τα φώτα στα κουμπάκια και τα μπλιμπλίκια και τους ηλεκτρονικούς πειραματισμούς. Στο “Suspiria” όμως η μουσική είναι του είναι επιδραστική με την αμεσότητα, τη λυρικότητα και την επαναληψιμότητα της σαν τρυπάνι που βρίσκει δρόμο για το μυαλό. Ενίοτε βγάζει και αίμα. Χαλάλι ο δεύτερος γύρος στυλιζαρισμένων νεκρών χορευτριών.

 

Μάριος Καρύδης
79.5 – Predictions (Big Crown Records)
Ποιος χρειάζεται άλλη μια soul revival μπάντα που αναμασά το funk των περασμένων δεκαετιών, με αποτέλεσμα να μην ξεχωρίζει από τον σημερινό αχταρμά; Κανένας υγιής ακροατής θέλω να πιστεύω. Από την άλλη, μια πιο mellow προσέγγιση στα girl groups του τότε, μια προσεκτική και καθόλου αφελής μίμηση των ακραίων φωνητικών της Minnie Riperton και μια «ονειρική ποπ» των Stereolab που χορεύει στους ρυθμούς της «καλής ντίσκο» του Leon Michaels των El Michels Affair, ακούγεται σήμερα λιγότερο τετριμμένη και αρκετά πιο αισθησιακή. Κι έτσι είναι.

 

Μαρία Φλέδου
Audiobooks - Now! (In a Minute) (Heavenly)
H Evangeline Ling κατέγραψε τις καθημερινές ιστοριούλες της για το οτιδήποτε, ο παραγωγός David Wrench σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να τις κάνει τραγούδια, το 'odd couple' μπήκε στο στούντιο και έτσι προέκυψε το μουσικό-art project 'Audiobooks'. Το πρώτο τους LP 'Now! (In a Minute)' είναι εξίσου 'odd' και πολύ ευχάριστα ανομοιογενές. Φανταστείτε κάτι ανάμεσα σε dark-electro-indie dance floor bangers και dub/trippy απαγγελίες για ψυχοπαθείς γιαγιάδες και πρώην boyfriends με φωνητικά, πότε από την Evangeline σόλο και πότε σε διάλογο με τον David, τέλεια προσαρμοσμένα στην ατμόσφαιρα του κάθε κομματιού. Ή ακόμη καλύτερα μην φανταστείτε, ακούστε το. Βρετανική εκκεντρικότητα στα πιο δημιουργικά της.

 

Μαριάννα Βασιλείου
Gunship - Dark All Day (Horsie in the Hedge LLP)
Σοβαρότατη υποψηφιότητα για τον δίσκο της χρονιάς (μου). Θεωρητικά synthwave, πρακτικά εγώ το βαφτίζω “neonwave” (και κατοχυρώνω τον όρο δια του παρόντος, για να ξέρει ο μουσικοκριτικός του μέλλοντος σε ποιαν θα τον πιστώσει). Δίσκος που στάζει εϊτίλα από παντού, τόσο ως προς τον ήχο όσο και ως προς τις αναφορές, cyberpunk σάουντρακ για κινηματογραφική μεταφορά βιβλίων του Στήβεν Κινγκ ή για τις ταινίες του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, βιντεοκασέτες και σαξόφωνα, ρετρό φουτουρισμός, φόρος τιμής στο “Lost Boys” και στα “Goonies”, γυαλιστερό με καντάρια υποδόριας θλίψης, μελωδικό και επικό ταυτόχρονα, σαν μια συνεργασία μεταξύ Τζων Κάρπεντερ και Τζων Χιουζ. Φωτεινό σαν το σκοτάδι, θλιβερό σαν τη χαρά και ζεστό σαν το πάγο. Η πιθανότητα να είναι αυτός ο δίσκος της χρονιάς (μου) τείνει να καταλήξει σε βεβαιότητα.

 

Mιχάλης Βαρνάς
Swamp Dogg - Love, Loss, and Auto-tune (Joyful Noise Recordings)
Μα είναι δίσκος αυτός για κάποιον 76 ετών; Άμα είσαι ο Swamp Dogg δε γίνεται αλλιώς. Για να είμαι ειλικρινής στο πρώτο άκουσμα δεν ενθουσιάστηκα όσο με παρακινούσε να ενθουσιαστώ το εξώφυλλο του άλμπουμ. Μου φάνηκε ότι δεν είναι ακριβώς δικό του αλλά των παραγωγών και το θεώρησα άδικο και μόλις που κρατήθηκα να μη γράψω επιστολή διαμαρτυρίας στην εταιρία που θα έβαζε τα πράγματα στη θέση τους και τον Swamp Dogg ξανά στο στούντιο. Τελικά δυο βδομάδες αργότερα, κατά τύχη άκουσα το “I Love Me More” και σκέφτηκα πως έχει γίνει φοβερή δουλειά στο στούντιο από τους παραγωγούς του άλμπουμ. Ο ίδιος υποστηρίζει πως είναι το καλύτερο του άλμπουμ από τα 70’s και εκτός των άλλων φαίνεται και χαρούμενος. Φέρνει στη μνήμη το “I’m New Here” του Gil Scott Heron μόνο που ο Gil Scott δεν ήταν χαρούμενος.

 

Γιώργος Παπαδόπουλος
Lonnie Holley - Mith (Jagjaguwar)
Ο σχεδόν εβδομηντάχρονος Αμερικανός έκανε με διαφορά έναν από τους πιο ενδιαφέροντες δίσκους της φετινής χρονιάς. Πειραματική, μαύρη μουσική η οποία πατά (πολύ χαλαρά) στις ρίζες του αμερικάνικου voodoo μπλουζ και εκτοξεύεται σε ένα πολιτικό ποίημα-έργο τόσο έντονο και με περίσσιο πάθος που σε καθηλώνει από την πρώτη κιόλας ακρόαση. Συνοδευόμενο από μια πολύπαθη βιογραφία του Holley και το απαραίτητο καλλιτεχνικό θράσος, δεν κολλάει σε φόρμες και δεν αναμασά τα λόγια του. Το “MITH” είναι ένα έργο τέχνης από τα λίγα που κυκλοφόρησαν φέτος. Άψογο και ιδιαίτερο.

 

Άρης Καραμπεάζης
Low - Double negative (Sub Pop)
(…) Περιμένουμε με αγωνία την ημέρα που οι Low θα κυκλοφορήσουν έναν έστω και οριακά κακό δίσκο και τότε ναι, θα έχουμε πραγματικά κάτι να πούμε για αυτούς. Κάτι από τα παραπάνω ή και κάτι άλλο, που δεν θα είναι αποκύημα έλλειψης φαντασίας. Η μέρα αυτή είναι σαφές ότι δεν ήρθε ούτε και με την κυκλοφορία του 'Double Negative'. Το ότι το πήγαν και λίγο παραπάνω από την προηγούμενη φορά, καθιστά ακόμη πιο σαφές το ότι δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε για τους Low.

 

Άρης Μπούρας
The Beta Band - The Three E.P.’s (20th Anniversary) (Because Music)
“I will now sell five copies of Τhe Three EP's by The Beta Band” ψιθυρίζει ο John Cusack - ως Rob Gordon - σ’ έναν από τους βοηθούς του στο δισκοπωλείο του “High Fidelity”, λίγο πριν πατήσει το play στο “Dry The Rain”, το εναρκτήριο τραγούδι των Three EP’s. CD που κυκλοφόρησε για τους Σκοτσέζους το 1998 κι επιστρέφει αυτές τις ημέρες στην επετειακή του μορφή έχοντας 12 κομμάτια πραγματικό βάλσαμο. Cool, ψυχεδελική ποπ, με μια μαεστρία που σπάνια συναντάς τόσο γοητευτικά δοσμένη, οι Beta Band ήτανε από αυτές τις πειραγμένες μπάντες που παντρεύανε πετυχημένα την folk με τη dub, την indie rock με τους ηλεκτρονικούς ήχους, και κατάφεραν να έχουν το respect ολονών. Λείπουν πολύ από τη δισκογραφία.

 

Αντώνης Ξαγάς
Pram - Across the Meridian (Domino)
«Ονειρικό» είναι από τα επίθετα που έχουν υποστεί την πιο αδυσώπητη κατά(χρηση) στην μάταιη (;) απόπειρα να μεταφερθεί σε λέξεις η μουσική εμπειρία (να προσθέσω και το «κινηματογραφικό»;) Και για την μουσική των Pram έχουν χρησιμοποιηθεί αμφότερα πολλάκις. Και ίσως εύστοχα, ειδικά αν δώσουμε στο «ονειρικό» και τη διάσταση του απρόβλεπτου, του ανεξήγητου, του αταίριαστου στα καλούπια του ορθολογισμού, κάπως έτσι μοιάζει η μουσική τους, μια αντισυμβατική ποπ που στήνει εκπλήξεις σε κάθε γωνία, σαν να ψηλαφείς αβέβαια μέσα σε μια πηχτή ηχητική ομίχλη. 11 χρόνια μετά τον προηγούμενο μας έρχεται ο εν λόγω δίσκος, πολύς καιρός για τα σύγχρονα βιαστικά δεδομένα, εν τούτοις το σχήμα ήταν πάντα τόσο «εκτός» της εποχής του, ώστε να καταλήγει πάντα «εντός» της.

 

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς
Heather Leigh - Throne (Editions MEGO)
Η μουσική που έφτιαξε η Heather είναι μια προχωρημένη και ηλεκτρονικά επεξεργασμένη folk, εκτιναγμένη σε ένα δραματικό πιθανό-απίθανο σύμπαν. Η μνήμη της ύλης, φιλτραρισμένη από το άυλο πλέγμα του κόσμου, μεταφράζεται σε ερωτική μπαλάντα όχι απευθυνόμενη σε ανθρώπους αλλά σε αστρικά σώματα. Μετά τους αυτοσχεδιασμούς με τον Brötzmann, η καλλιτέχνις αλλάζει κατά κάποιο τρόπο ρότα. Όχι πια ψηλάφηση των ήχων αλλά μια σίγουρη κατάθεση. Ηλεκτρική κιθάρα που αντλεί από την avant παρακαταθήκη όσο και από τα μπλουζ για να γίνει μια εφαρμοσμένη americana σαν εξωδιαστατικός θρήνος.

 

Αντώνης Κλειδουχάκης
Daniel Carter, Tobias Wilner, Djibril Toure & Federico Ughi - New York United (577 Records)
Ο Daniel Carter είναι ένας πνευστός (τα δύο σαξόφωνα, τρομπέτα, φλάουτο, κλαρινέτο κ.ά.) ενεργό μέλος στις jazz συμμορίες της Νέας Υόρκης εδώ και μερικές δεκαετίες. Εδώ συμπράττει με τον αφροαμερικανό ακτιβιστή της πόλης, Djibril Toure (όχι τον ποδοσφαιριστή) στο μπάσο, τον Δανό Tobias Wilner (γνωστό και ως Bichi – βλέπε το προ 18 ετών, Trip Hop σχήμα Blue Foundation) στα διάφορα ηλεκτρονικά και στα ντραμς (καθώς και στο αποτυπωμένο καρέ του εξωφύλλου) τον Ιταλό Federico Ughi, τέως μέλος των Cinematic (ναι την γνωστή ορχήστρα) και ιδρυτή της δισκογραφικής 577, που ειδικεύεται στον αυτοσχεδιαστικό και αβάντ ήχο της πόλης από τις αρχές του νέου αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι η καλοδεχούμενη, εύηχη και απολαυστική μίξη του κλασσικού νεοϋορκέζικου avant-garde (Coltrane, Ayeler) με τα στοιχεία της ηλεκτρονικής μουσικής, ορίζοντας για τον ακροατή ένα concept ψυχογεωγραφικής βόλτας στους δρόμους της πόλης, σε σημείο που υπόσχομαι την ολοκλήρωση της ακρόασης, να την κάνω κάποτε ακολουθώντας τον χάρτη των τραγουδιών. Αυτή είναι πολιτική άποψη στην μουσική χωρίς (πολλά) λόγια.

 

Ελένη Φουντή
RGG, Verneri Pohjola, Samuel Blaser - City Of Gardens (Fundacja Słuchaj!, 2018)
Μακράν η σπουδαιότερη πρόσφατη τζαζ ανακάλυψη για μένα, η πολωνική Fundacja Słuchaj! πέρασε τυχαία από μπροστά μου πρόπερσι με τη ζωντανή ηχογράφηση του Evan Parker στο Cafe Oto του Λονδίνου (περιττεύει να πω πως όποιος έχει νόημα να πάει και μπορεί, επείγει να το επισκεφτεί). Ο δε Parker ξαναχτύπησε πέρυσι στο ίδιο label με το τρίο RGG και κάπως έτσι νιώθω πραγματικά τυχερή για τους κήπους αυτής της μαγεμένης πόλης, που είναι λες και ντύνονται με νέα χρώματα σε κάθε άκουσμα. Εδώ οι πιάνο - μπάσο - ντραμς Πολωνοί RGG ενώνουν τις (θαυματουργές, δεν είναι τυχαίοι) δυνάμεις τους με τον Φινλανδό Pohjola (τρομπέτα) και τον Ελβετό Blaser (τρομπόνι) σε μία ηχογράφηση στο Κατοβίτσε. Το προκύπτον κουιντέτο επιδίδεται σε μεστούς, πραγματικά εμπνευσμένους αυτοσχεδιασμούς που δημιουργούν μια ατμόσφαιρα μεθυστική. Η συνεργασία των μουσικών αποπνέει ελευθερία, ανεξαρτησία αλλά και τέλεια συνοχή. Το πιο σημαντικό εδώ πάντως είναι ότι δίνεται στίγμα σαφούς προσανατολισμού, χωρίς να χάνεται ο αυθορμητισμός και η απροβλεπτότητα της μουσικής πορείας, και αυτό ακριβώς θεωρώ πως είναι το στοιχείο που διακρίνει τον winner από τον τυπικά καλό free jazz δίσκο. (Και ασυζητητί η πόλη με τους κήπους εμπίπτει στην πρώτη κατηγορία). Ο ήχος έχει φινέτσα, λεπτότητα, ρομαντισμό, αλλά και πυκνότητα, βάρος, πολυεπίπεδη μελωδικότητα που σε παρασύρει μεν, αλλά όχι τυχαία, ποτέ τυχαία. Στο μαγεμένο κήπο ακούς κάθε φορά και νέα χρώματα, το είπα και πριν, μα η ουσία και η ομορφιά αυτής της τζαζ είναι μοναδική και μονοσήμαντη. Και ναι, μία στο τόσο πετυχαίνει.

 

00:00 Al Fraser - Omaroro
02:20 Tess Parks and Anton Newcomb - Please Never Die
06:05 Kristin Hersh - Lethe
09:55 Cowboy Junkies - When We Arrive
14:15 Dead Can Dance – The forest
18:51 Thom Yorke - Suspirium
22:02 79.5 - Sisters Unarmed
26:25 Αudiobooks - Hot Salt
30:00 Gunship - Dark All Day
34:54 Swamp Dogg - I Love Me More
38:18 Lonnie Holley - I Woke Up in a Fucked-Up America
43:43 Low - Rome (Always in the dark)
47:05 The Beta Band - Dry the Rain
52:51 Pram - Electra
57:10 Heather Leigh - Soft Seasons
1:02:57 Daniel Carter, Tobias Wilner, Djibril Toure, Federico Ughi ‎- 125th Street
1:14:12 RGG, Verneri Pohjola, Samuel Blaser - Versus