Ο ήχος στην έρημο

Ηλεκτρονικοί τροβαδούροι του ελληνικού τοπίου

Volume 17

Το θέμα δισκογραφική εταιρία στην Ελλάδα είναι ολίγον δακρύβρεχτο. Φαίνεται πως είναι μάλλον αδύνατο να ευδοκιμήσουν. Οι λόγοι ίσως να είναι πολλοί και διάφοροι, αλλά οι κυριότεροι είναι πρακτικής φύσεως. Το να ιδρύσεις μια δισκογραφική και να καταφέρεις να την τρέξεις με μεράκι και ουσιαστικό περιεχόμενο για πολλά χρόνια είναι ένα πραγματικά πολύ δύσκολο άθλημα. Αν εξαιρέσει κανείς την Λύρα που είχε πραγματικά μεγάλη πορεία και συνήθως εξαιρετικές εκδόσεις, οι υπόλοιπες απόπειρες γρήγορα έχασαν το έδαφος κάτω απ' τα πόδια τους. Εννοείτε ότι μιλάμε για ανεξάρτητες έτσι; Υπήρξαν διάφορες τα τελευταία χρόνια στο χώρο της σύγχρονης μουσικής (αρκετά γενικός και χαοτικός χαρακτηρισμός αυτός, αλλά δε θέλω να μπλέκω με ταμπέλες τώρα). Μερικές από αυτές που αξίζει να γνωρίσει κανείς ήταν η Absurd, η Low Impendance, η Puzzlemusik (αυτή ευτυχώς υπάρχει ακόμη), η υπέροχη Libra Records, ο Σείριος και άλλες. Μια πάρα πολύ ιδιαίτερη περίπτωση όμως ήταν η "Δίσκοι ΕΔΩ" του Κωστή Δρυγιανάκη. Με έδρα το Βόλο, ο σπουδαίος αυτός συνθέτης και μελετητής του ηχητικού συμβάντος, με οδηγό τη γνώση, το ένστικτο και την αγάπη για τη μουσική έστησε αυτή την πραγματικά σπουδαία στέγη για τον αυτοσχεδιασμό, τη σύγχρονη σύνθεση και γενικότερα το ακατάτακτο και ασυμβίβαστο δημιουργικό πνεύμα. Δυστυχώς οι εκδόσεις της ήταν ελάχιστες (λίγο περισσότερες από δέκα), ήταν όμως αρκετές για να μπορούν οι επερχόμενες γενιές να θυμούνται και να χουνε να λένε ότι είχαμε και μεις να επιδείξουμε και να προτείνουμε μουσική η οποία θα μείνει στην ιστορία. 2+1 εκδόσεις της θα θυμηθούμε εδώ.

Κωστής Δρυγιανάκης - Μετα-οπτικά τοπία (ΕΔΩ 1999)

Κωστής Δρυγιανάκης - Μετα-οπτικά τοπία (ΕΔΩ 1999)Η δεύτερη κυκλοφορία της ΕΔΩ είναι ένα έργο του ίδιου του Κωστή. Ήδη φαίνεται από την πρώτη ματιά (πριν δηλαδή πατήσεις το play) ότι έχουμε να κάνουμε με κάτι ''άλλο". Η αισθητική του design του δίσκου είναι ιδιαίτερα υψηλού επιπέδου, μακριά από trends. Καταλαβαίνει κανείς ότι εδώ ο στόχος δεν είναι (τουλάχιστον όχι ο πρωταρχικός) να προσελκυσθούν όσο το δυνατόν περισσότεροι, αλλά περισσότερο μια αληθινή προσωπική και από εσωτερική αναγκαιότητα εκφραστική διαδικασία. Ανοίγοντας το κουτί και ξεδιπλώνοντας το εξώφυλλο, πέφτουμε πάνω σε ένα patchwork από φωτογραφίες ζωγραφιών και έργων φίλων του συνθέτη. Διαβάζουμε τα ονόματα ιδιαίτερα πολλών συμμετεχόντων, κάτι που μας προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη περιέργεια για την επερχόμενη ακρόαση. Όταν τελικά αυτή ολοκληρωθεί τότε αρχίζει μια πραγματική ενδοσκόπηση. Ο ακροατής μπαίνει στη διαδικασία όντας παρασυρμένος από έναν απροσδόκητο και δυναμικό όγκο πολλαπλών ηχογόνων δραστηριοτήτων τοποθετημένων σε οργανικές θέσεις η μία πάνω στην άλλη σαν κάποιου είδους ηχητικού κολλάζ, να ανακεφαλαιώσει, να σκεφτεί για αυτό που άκουσε. Όχι με το στανιό. Βγαίνει αυθόρμητα αυτή η ανάγκη, την προκαλεί αυτόματα το έργο. Οπωσδήποτε η εξαιρετική παραγωγή και ηχογράφηση παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο, όμως πραγματικά έχουμε να κάνουμε με κάτι που κινητοποιεί τους εγκεφαλικούς λοβούς. Δε θα σε αφήσει μετέωρο ή αδιάφορο κουνώντας το κεφάλι αποδοκιμαστικά και λέγοντας από μέσα σου "άλλο ένα επίπεδο και γκρίζο πειραματικό "άδειο κουτί"". Μάλλον ολίγον μουδιασμένο θα σε παρατήσει μετά το πέρας να προσπαθείς να καταλάβεις τι ήταν αυτό που σε βρήκε (αυτό πολύ συχνά είναι καλό στη μουσική). Αυξομειώσεις της έντασης αλλά και της "μάζας" της ρυθμικής ροής του ήχου, ένας ρυθμός όμως ασυνήθιστος, γενναίος και ακραίος. Εκεί που λεπτεπίλεπτοι βόμβοι υφαίνονται ήρεμα και αναγεννούν αναλογικά τον εαυτό τους, ξαφνικά διακόπτονται από ένα πολύ απότομο ανέβασμα εξωφρενικού ορυμαγδού ο οποίος δημιουργείται από πάρα πολλές πηγές ταυτόχρονα (λέγε με noise) και μετά ξανά οι διακριτικοί βόμβοι. Έχουν γίνει αυτά θα μου πείτε. Ναι. Αλλά όχι έτσι. Και εκεί είναι όλο το ζουμί. Ο Δρυγιανάκης δεν βολεύεται σε ευκολίες και μόδες. Επιλέγει τα υλικά του και μετά τα ζυμώνει με επιμονή και θέληση μέχρι να προκύψει κάτι που θα έχει για αυτόν λόγο ύπαρξης και δε θα είναι άλλο ένα (ακόμα) εξπεριμένταλ παρασκεύασμα, αλλά ένα τελικά ακατάτακτο και αυτόνομο έργο με προσωπική γραφή.

Θανάσης Χονδρός Αλεξάνδρα Κατσιάνη - 0+ (ΕΔΩ 1999)

Θανάσης Χονδρός Αλεξάνδρα Κατσιάνη - 0+ (ΕΔΩ 1999)Τον Θανάση Χονδρό και την Αλεξάνδρα Κατσιάνη πιθανόν να τους γνωρίζετε ως "Δημοσιουπαλληλικό Ρετιρέ", το όνομα το οποίο χρησιμοποιούν για τις πάρα πολύ ενδιαφέρουσες δράσεις τους στο χώρο της performance (εμπλουτισμένες όμως και ποτισμένες από όλες τις τέχνες). Το πολύ εντυπωσιακό πάντα σε ότι κάνουν είναι ότι μπορείς είτε να το ακούσεις μόνο, είτε να το δεις μόνο ή στην καλύτερη περίπτωση και τα δύο ταυτόχρονα. Θέλω να πω δηλαδή ότι όπως κι αν αντιμετωπίσεις την εργασία τους αυτή μπορεί να σταθεί, κάτι που όχι μόνο δεν είναι αυτονόητο στις performance αλλά μάλλον συμβαίνει σπάνια. Αυτό αποδεικνύει με έναν τρόπο ότι το ιδιαίτερο αποτέλεσμα προκύπτει από πολύ σοβαρή δουλειά και αγάπη για αυτό που κάνουν. Πράττουν με σεβασμό δηλαδή και απέναντι στον θεατή-ακροατή και σε σχέση με τα υψηλά ποιοτικά αισθητικά κριτήρια τους. "Παίζουν" οι Χονδρός-Κατσιάνη, δεν παίζουν. Το παίγνιο αυτό εξαπλώνεται παντού, ακόμα και στους τίτλους των κομματιών, οι οποίοι είναι άλλοτε ποιητικοί, άλλοτε φιλοσοφικής υφής και συνήθως και τα δύο μαζί (λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο και συνοδεύουν το οπτικό-ακουστικό περιεχόμενο, όπως και σε πολλούς δίσκους του Keiji Haino-σιγά μη δεν το έλεγα). Αξίζει να αναφέρουμε κάποιους, μιας και έχουν πάρα πολύ ενδιαφέρον και από μόνοι τους: "Σεμινάρια επιστημονικού αλληθωρισμού και εφαρμοσμένης ανίας:ουρανός", "Θύλακας χάους:η σοφία κάποιου θα μπορούσε να οριστεί από τα περιθώρια για το κακό που αφήνει στους μιμητές του", "Μη σωπαίνεις γιατί θα κατηγορηθείς για διδακτισμό: στον Άδη", "ότι χάνεται αφήνει πίσω του ίχνη". Δεν ξέρω αν είναι μέσα στις προθέσεις τους αλλά ο συνδυασμός των τίτλων αυτών με τη μουσική που τελικά ακούμε με παρασύρει σε έναν σουρεαλιστικό στρόβιλο. Οι δυνατότητες τους είναι μεγάλες γιατί βλέπουμε ότι επιστρατεύονται πολλά στυλ για να πυροδοτήσουν τον στρόβιλο αυτό. Έχουμε ένα ενιαίο αποτέλεσμα στιβαρό και χορταστικό το οποίο περιέχει θόρυβο (στο 6ο κομμάτι ο Merzbow τρώει τη σκόνη τους), μινιμαλισμό και πολλά άλλα. Γενικώς κυριαρχεί ένα πληθωρικό πνεύμα, όχι όμως ελευθεριάζον. Νιώθεις την πειθαρχία τους σε κάθε δευτερόλεπτο, τη σιγουριά των κινήσεων τους και μια άνεση η οποία προκύπτει από την εμπειρία. Στο τελευταίο κομμάτι που είναι από τα πιο ωραία του δίσκου, αντιλαμβανόμαστε ότι παρόλο που η avant διάθεση επικρατεί γενικότερα στην εργασία τους, δεν διστάζουν να την μπολιάσουν με μια δραματική μελωδία, μια σκοτεινή δυναμική εκκένωση από ένα σχεδόν στοιχειωμένο ακορντεόν το οποίο για δεκαπέντε λεπτά τα "ίχνη" που θα αφήσει, αφού χαθεί, μπορεί και να μας ματώσουν.

Και Ανυμνήσωμεν - Εκκλησιαστικοί ύμνοι ηχογραφημένοι το 1930 από την Μέλπω Μερλιέ (ΕΔΩ 2000)

Και Ανυμνήσωμεν - Εκκλησιαστικοί ύμνοι ηχογραφημένοι το 1930 από την Μέλπω Μερλιέ (ΕΔΩ 2000)Η "ΕΔΩ" μέσα στο τουρλουμπούκι των δισκογραφικών εταιριών και γενικά των εκδόσεων πειραματικής, avant και "περίεργης" μουσικής ανά τον κόσμο, όπως είπα και παραπάνω είναι ήδη μια ξεχωριστή περίπτωση η οποία ξεφεύγει από μια δύσκολο να αποφευχθεί μανιέρα ύφους. Παρόλο που νιώθει κανείς ότι αισθητικά υπάρχει μια συνδετική ύλη στις εκδόσεις της η οποία και στερεοποιεί το πολυπόθητο ενιαίο σύνολο, αντιλαμβάνεσαι ότι τελικά κάθε έκδοση είναι τελείως διαφορετική από τις προηγούμενες. Το αποκορύφωμα αυτής της καλώς εννοούμενης πολυφωνίας είναι ο δίσκος "Και Ανυμνήσωμεν" ο οποίος περιέχει βυζαντινή μουσική. Δηλαδή εκκλησιαστικούς ύμνους. Ο Κωστής Δρυγιανάκης όπως φαίνεται και στο κείμενο του μέσα σε αυτή την έκδοση, είναι μέγας θαυμαστής της μεγάλης και αρχαίας παράδοσης της μουσικής αυτής και την αντιμετωπίζει με τον αντίστοιχο σεβασμό. Δεν γνωρίζω πολλά για να πω την αλήθεια οπότε μπορώ να αφουγκραστώ μόνο και να σας μεταφέρω τις δικές μου εντυπώσεις ως ακροατής. Αυτό που θέλω να τονίσω είναι ότι αυτού του είδους οι δίσκοι έχουν μια ιδιαίτερη αξία γιατί μας κάνουν κοινωνούς μιας τέχνης η οποία δεν περιέχει καθόλου προσωπική φιλοδοξία. Μπορεί ο αμύητος μουσικόφιλος να μην είναι άμεσα σε θέση πάντα να αντιληφθεί την ομορφιά της, γιατί δεν είναι φτιαγμένη για να τέρπει επιφανειακά τις αισθήσεις. Θα χρειαστεί να βυθιστείς στους αυστηρούς ρυθμούς και κανόνες που διέπουν την αρχιτεκτονική της για να καταλάβεις (χωρίς καθόλου να χρειάζεται να είσαι πιστός) ότι αυτές οι φωνές έχουν δουλευτεί (και υπηρετούν) για έναν υψηλότερο σκοπό. Το λέει πολύ ωραία το ένθετο: "Tο ύψιστον, το οποίον προσπαθεί να επιτύχει, δεν είναι η ευχαρίστησις, η τέρψις του ακροατού ή του πιστού. Είναι η μετάθεσις του εαυτού του εις το εξαϋλωμένον αντικείμενον της λατρείας του"."Με την απλή και κατανυκτική μελωδία του αποκρούει την αρμονικήν ηδυπάθειαν και επιζητεί την άπωσιν του λογισμού από τα εγκόσμια προς τα επουράνια". Αν με ρωτήσετε, αυτός είναι ο στόχος όλης της τέχνης γενικότερα ασχέτως αν τελικά πολύ σπάνια συναντούμε ουσιαστικά τέτοια τέχνη, είτε μουσική είτε άλλη.