Ο ήχος στην έρημο

Inuit Iglulik

Volume 8

Η μουσική των Εσκιμώων, τα όργανα και τα θέματα που τραγουδούν αλλά και η σχέση τους με το περιβάλλον, το χρώμα, το κυνήγι. Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά

DancingInuit - Inuit Iglulik (Museum Collection Berlin 1993)

Υπάρχει ένας τόπος απομακρυσμένος από εμάς. Μια γη όπου ο άνθρωπος παραδόξως έφτασε και ακόμα πιο παραδόξως αποφάσισε να εποικήσει. Η περιοχή του δυτικού μέρους μέσα στον αρκτικό κύκλο. Οι αχανείς ερημιές της Αλάσκα, του βόρειου Καναδά και της Γροιλανδίας. Οι άνθρωποι που πήγαν εκεί είναι οι γνωστοί Εσκιμώοι. Καλύτερα όμως να μην προτιμήσετε αυτό το όνομα αν τους συναντήσετε, γιατί δεν τους αρέσει, προτιμούν το Inuit. Η ζωή των Inuit λοιπόν είναι παράξενη για μας τους πολιτισμένους δυτικούς. Η σαρωτική μας λαίλαπα βέβαια τους έχει ακόμα και αυτούς συμπεριλάβει στους κόλπους της, ήδη από τη δεκαετία του '60 και ενώ έχουν φυσικά πολλά οφέλη από αυτό, οπωσδήποτε υπήρξε και μεγάλη αλλοίωση πολλών (αν όχι όλων) των ηθών και των συνηθειών τους. Αυτές οι συνήθειες δε θα μπορούσαν να μη μας φαίνονται ιδιόμορφες από τη στιγμή που αποφάσισαν να κατοικήσουν σε ένα από τα πιο αντίξοα για τη ζωή περιβάλλοντα του πλανήτη, όταν βρέθηκαν εκεί πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια κατά τη διάρκεια των μετακινήσεων των ανθρώπινων πληθυσμών. Ένα περιβάλλον αποτελούμενο μόνιμα από χιόνι, πάγο και τον κίνδυνο του θανάτου από το κρύο σε καθημερινή βάση. Φανταστείτε ότι οι ίδιες λέξεις που έχει το λεξιλόγιό μας με τις δικές τους έχουν πολύ διαφορετική φόρτιση, ίσως και νόημα πολλές φορές. Η λέξη γλυκό για παράδειγμα μάλλον δεν υπήρχε για τους Inuit (τουλάχιστον όχι μέχρι που τους φιλέψαμε γλυκίσματα και καραμέλες και εντυπωσιάστηκαν τόσο πολύ που μέσα σε μια δεκαετία έχασαν τα δόντια τους). Η λέξη χρώμα επίσης θα πρέπει να είναι κάτι διαφορετικό για αυτούς (είχα ακούσει κάποτε ότι χρησιμοποιούν καμιά 50ρια ξεχωριστές λέξεις για το λευκό!).

InuitΌμως έχει μια ποιητική ο τόπος και η καθημερινότητα των Inuit. Η απεραντοσύνη του λευκού και η αυτοκρατορία του ήχου του ανέμου ανάμεσα στους λιγομίλητους πάγους. Οι Εσκιμώοι απέκτησαν εκεί σίγουρα μια διαφορετική ψυχική-πνευματική διάθεση και υπόσταση, κάτι που σαφώς αντικατοπτρίζεται άμεσα στην τέχνη τους. Στην απόκοσμη τελετουργική μουσική τους. Μια μουσική απλή, δωρική, μινιμαλιστική, όπως όλες οι μουσικές των πολιτισμών των απόμακρων από το δυτικό, που έχουν καταφέρει να επιβιώσουν, να καταγραφούν και να φτάσουν στα ώτα μας. Με το πρώτο άκουσμα ίσως φανεί από αδιάφορη, μονότονη έως και τελείως βαρετή αυτή η μουσική. Όμως αυτό δεν είναι παρά μια ατελής και λανθασμένη εντύπωση των ανθρώπων που δεν έχουν μάθει να ξεπερνούν εμπόδια και πολιτισμικά τικ της ταχύτητας και των εύκολων πληροφοριών. Φαντάσου ένα τραγούδι με λίγους ηχητικούς και λεκτικούς φθόγγους, συνοδευόμενο από ένα και μοναδικό τύμπανο μέσα στους ψιθύρους των πάγων. Ένα τραγούδι τρυφερό και απόκοσμο, όπως το ημίφως από τις αντανακλάσεις των άστρων σ' αυτούς τους πάγους με τους οποίους θέλει να συνομιλήσει. Ο συνθέτης του το σκαρώνει κατά τη διάρκεια του κυνηγιού την ημέρα. Το τραγουδά μόνος μέχρι να το στήσει και να το αποστηθίσει. Όταν γυρίσει στο σπίτι το λέει στη σύζυγο του για να το μάθει και αυτή έτσι ώστε να μην ξεχαστεί και μετά από λίγο καιρό θα τραγουδηθεί από αυτήν στην καθιερωμένη γιορτή του χωριού, εκεί όπου ο συνθέτης είναι στο κέντρο ενός μεγάλου ιγκλού (ξέρετε, αυτά τα ωραία θολωτά σπίτια από πάγο) το οποίο έχει κατασκευαστεί ειδικά για αυτό το λόγο, παίζοντας το τύμπανο και χορεύοντας. Αυτό το τύμπανο δεν είναι απλώς συνοδευτικό. Είναι ένα τελετουργικό αντικείμενο πολύ μεγάλης σημασίας. Ο τρόπος που παίζεται είναι ξεχωριστός. Μοιάζει με τεράστιο ντέφι, με μια λαβή από την οποία ο χειριστής το κρατά με το αριστερό χέρι γυρνώντας το έτσι ώστε να χτυπά σε μια μπαγκέτα που κρατά ακίνητη με το δεξί. Δύσκολη υπόθεση και ιδιαίτερα κουραστική. Οι πιο εξοικειωμένοι χειριστές μαθαίνουν να το πετούν και στον αέρα με τέτοιο τρόπο ώστε να φαίνεται σαν να ίπταται κατά τη διάρκεια της επερχόμενης έκστασης, θέλοντας να δείξουν ότι το τύμπανο αυτό δεν είναι απλώς ιερό αλλά φιλοξενεί ένα πνεύμα.

"Αγιαγια, όταν άρχισα να ταξιδεύω προς τη θάλασσα, πήγα προς τον πάγο και πήδηξα επάνω του. Ήμουν πολύ χαρούμενος γιατί η άνοιξη κάνει κάποιον να θέλει να συνεχίσει να ζει. Η ζωή γίνεται ευχάριστη πολύ. Η ζωή δεν είναι ευχάριστη το χειμώνα γιατί κάνει πολύ κρύο. Το πρωί όταν ξυπνώ, αγαπώ να ακούω τις φωνές των πουλιών, ειδικά, αγαπώ να ακούω τον ήχο των αρκτικών γλάρων. Είναι τόσο ευχάριστος την άνοιξη. Νομίζω ότι θα διδάξω τα παιδιά μου για την χαρούμενη ζωή εδώ γύρω, για τον ήχο των ζωντανών πλασμάτων, ειδικά για τις φωνές των διάφορων πουλιών. Νομίζω θα τους το μάθω αυτό. Το απολαμβάνω ειδικά την άνοιξη όταν το χώμα είναι ωραίο και ξηρό. Πολύ χαίρομαι που θα στήσω τη σκηνή μου μετά από το ολοήμερο ταξίδι. Πολύ χαίρομαι που θα κοιμηθώ καλά μέσα στη σκηνή. Όταν ξυπνήσω, θα δω διαφορετικά ζώα ακριβώς έξω από τη σκηνή. Πολύ χαίρομαι που πάω έξω να κατασκηνώσω και μπορώ να κάνω ότι μου αρέσει. Πολύ χαίρομαι που θα ταξιδεύω και θα μπορώ να κοιμάμαι κάθε βράδυ σε διαφορετικά μέρη. Αυτό είναι λοιπόν το τραγούδι που συνέθεσα".

Inuit2Στο παραπάνω τραγούδι του Matthias Awa από το Pond Inlet (πόλη των Inuit) βλέπουμε με ενδιαφέρον πόσο στενά συνδεδεμένοι είναι οι Εσκιμώοι με το φυσικό περιβάλλον. Όπως όλες οι πιο απομακρυσμένες από τον πολιτισμό κοινωνίες, δεν το διαχωρίζουν από την ίδια τους την ύπαρξη, κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν είναι δυνατόν, είναι μόνο μια δική μας ψευδαίσθηση ότι μπορεί να υφίσταται ένας τέτοιος διαχωρισμός. Τέτοιου είδους ψευδαισθήσεις μας οδηγούν τελικά σε παρανοήσεις και αδυναμία κατανόησης της ομορφιάς γύρω μας, έως και ανηδονία. Ένα παράδειγμα είναι το κυνήγι. Μια πράξη που για τους Inuit είναι ιερή και ζωτικής σημασίας, για εμάς είναι ένα κοινό χόμπι! Εμείς σκοτώνουμε για να περάσουμε "ευχάριστα" την ώρα μας (ανηδονία είναι τελικά να νομίζεις ότι χαίρεσαι κάνοντας κάτι τόσο χυδαίο-δηλ. να σκοτώνεις χωρίς λόγο μιας και είναι μια χαρά χωρίς πραγματική ικανοποίηση που γίνεται όλο και πιο "άρρωστη" προσπαθώντας μάταια να γεμίσει αυτό το κενό). Οι Inuit σκοτώνουν για να κρατηθούν στη ζωή. Και θεωρούν το ζωντανό πλάσμα που σκοτώνουν σύμμαχο τους. Πιστεύουν ότι και αυτό θέλει να πεθάνει βοηθώντας τους, με αντάλλαγμα την μεταφορά της ψυχής του σε μία καλύτερη "θέση". Οι Inuit πιστεύουν ότι τα πάντα έχουν ψυχή. Οι ψυχές για αυτούς είναι πνεύματα που μετά το θάνατο του κελύφους αναβαθμίζονται. Κάπως έτσι μέσα σε αυτού του είδους τη νομοτέλεια, ο άνθρωπος δεν σέβεται απλώς το "φαγητό" του αλλά το λατρεύει σαν θεότητα. Αυτό με απλά λόγια είναι οι ανιμιστικές θρησκείες. Η μελέτη τους θα μας κάνει καλό. Θα μας βοηθήσει να δούμε την πραγματική θέση μας μέσα στον κόσμο και τη χυδαιότητα με την οποία τον αντιμετωπίζουμε τώρα σαν να μην είμαστε κομμάτι του και σαν να είναι κάτι ασήμαντο. Αν ζήσει κανείς για ένα -δύο χρόνια έξω από την πόλη και τις ταχύτητες της θα πάρει μια ιδέα. Η δυσκολία του να έχεις άμεση και γρήγορη πρόσβαση σχεδόν στα πάντα μπορεί να σε βοηθήσει να αφουγκραστείς τη μεγαλοσύνη και την ομορφιά ενός τοπίου, της μυρουδιάς της ύπαρξης που έχει άπειρες όψεις. Η πόλη είναι φυσικά μία από αυτές, όμως είναι μια όψη που έχει την έδρα της επάνω σε κάτι άλλο, σε κάτι που αν δεν υπήρχε δε θα υπήρχε τίποτα. Ο κόσμος πίσω από τον κόσμο... που έχουμε ξεχάσει... που χρησιμοποιούμε μόνο ως ταμπλό που καταστρώνουμε τα περίπλοκα και πολλές φορές ανούσια παιχνίδια μας. Δεν είναι ο κήπος της Εδέμ τα βουνά, οι θάλασσες, ο αέρας... ο κόσμος. Είναι ο οργανισμός, η ψυχή, μέρος της οποίας είμαστε. Αδιάσπαστα κομμάτια, κύτταρα σημαντικά, που αν αποχωρήσουν από τη θέση τους, απλώς θα εκμηδενιστούν και θα πεθάνουν.

Οι Εσκιμώοι γνωρίζουν τη θέση τους. Αντιλαμβάνονται το μεγαλείο και την ομορφιά της λευκής απεραντοσύνης που τους φιλοξενεί. Τραγουδούν για αυτήν για να την εξευμενίσουν. Για να τους αγκαλιάσει με αγάπη να τους θρέψει και όταν έρθει η ώρα να φύγουν να τους οδηγήσει σε ένα μέρος ακόμα πιο ωραίο.