Ο ήχος στην έρημο

Musique concrete

Volume 14

Chion, Bokanowski, GunterΗ musique concrete είναι ουσιαστικά ο σκελετός της μουσικής του 20ού αιώνα. Μέσω της τεχνολογικής ανάπτυξης στις αρχές του αιώνα αυτού, κατέστη δυνατό ο άνθρωπος να επανεφεύρει τη μουσική. Δεν είναι υπερβολή αυτό που λέω, μπορεί κανείς να το κατανοήσει αφού παρατηρήσει την τεράστια επίδραση της musique concrete σε όλη την παραγωγή μουσικής μέχρι και σήμερα (εγώ τη διέκρινα ακόμα και στο υπέροχο κολαζοειδές hip hop κομμάτι του Kendrick Lamar "Alright" που βγήκε φέτος και κατέκλυσε τις λίστες του 2015). Τι είναι λοιπόν η musique concrete;

Σκεπτόμενος τις πιθανές συνθήκες και ιδέες τις εποχής που αυτή γεννήθηκε, θα έλεγα ότι δεν είναι ακριβώς αυτό που σήμερα έχουμε εύκολα μάθει να αποκαλούμε avant garde ή experimental (ασχέτως εάν ουσιαστικά είναι, διότι η ιστορία απεφάνθη σχετικά με την πρωτοποριακή της υπόσταση, αλλά και για τον πειραματισμό που κυριαρχούσε στις μεθόδους κατασκευής της). Είναι μάλλον πιο πολύ μια φυσική εξέλιξη. Οι δημιουργικοί άνθρωποι, πάντα ασυμβίβαστοι σχετικά με το τι πρέπει και το πως είθισται, απλά μπήκαν στη διαδικασία να χρησιμοποιήσουν τα γκάτζετ που τους προσέφερε η νέα εποχή. Αντί λοιπόν να συνθέσουν στο χαρτί τις νότες που θα διαμόρφωναν το καινούριο τους έργο, έπαιξαν με ηχογραφήσεις της γύρω ηχητικής καθημερινότητας. Τρένα, φυσικοί ήχοι, μαχαιροπίρουνα, τηγάνια, ο ήχος ενός απλού περπατήματος, οτιδήποτε μπορούσε να ηχογραφηθεί ήταν πια υλικό της καινούριας σύνθεσης.

Παρακολουθώντας λοιπόν την πορεία της σύνθεσης αυτής παραδεχόμαστε πια, ότι ναι, υπήρξε πρωτοποριακή. Αμέσως μετά όμως δεν έχουμε παρά να μπούμε στη διαδικασία να εντοπίσουμε κατά πόσο η εκάστοτε απόπειρα είναι δημιουργική και λειτουργική στ' αλήθεια. Έχω παρατηρήσει (κυρίως στα εικαστικά), ότι στα πρωτοποριακά ρεύματα τα οποία κατά καιρούς εμφανίστηκαν, οι πρώτοι που καταπιάστηκαν με το νέο, συνήθως γίνονται και οι πιο ξακουστοί. Και καλώς ίσως.

Έλα όμως που σχεδόν πάντα ακολουθεί μια ορδή καλλιτεχνών οι οποίοι, ναι μεν δεν είναι πια πρωτοπόροι, αφού πατάνε άμεσα στα βήματα των προκάτοχων τους, αλλά αρκετά συχνά μπορεί να είναι εξίσου σημαντικοί ή και παραπάνω! Στη ζωγραφική για παράδειγμα γνωρίζουμε σχεδόν όλοι τον Kandinsky, τον Mondrian, ακόμα και τον Malevich. Ο Elsworth Kelly όμως; Ο Richard Serra; Και πολλοί άλλοι. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι το πρωτοποριακό δεν είναι το ζητούμενο στην τέχνη, αλλά αυτό που της ανοίγει το δρόμο. Μετά την πρωτοπορία ο καλλιτέχνης έχει πια λυμένα τα χέρια, έχει διανυθεί από τους "χαμάληδες" πρωτοπόρους ο μισός δρόμος και τώρα μπορεί αυτός να περπατήσει τον άλλο μισό, να κερδίσει χρόνο και να επενδύσει περισσότερο στις προσωπικές του εμμονές.

Θα δούμε λοιπόν σε αυτόν τον ήχο στην έρημο, τρεις δίσκους από κάποια όχι πρωτοκλασάτα ονόματα της musique concrete (πρωτοκλασάτα αν δεν τα ξέρετε ήδη, είναι ο Pierre Schaefer και o Pierre Henry). Τρεις δίσκους 3 ιντσών (ναι υπάρχουν) από την εκπληκτική σειρά της Metamkine, δείγματα σπουδαίας ιδιοσυγκρασιακής προσέγγισης σε αυτή τη μουσική αλλά και μάθημα αισθητικής και παρουσίασης από την εταιρία.

Michele Bokanowski - Taboo (Metamkine 1992)

TabouΑρκετά συχνά, μπορεί να ακούσει κανείς την εξής απορία. "Πως καταλαβαίνουμε αν ένα έργο της λεγόμενης πειραματικής μουσικής είναι καλό; Αφού είναι όλα το ίδιο" (ή ακόμα χειρότερα "δεν έχουν στίχους"). Κατά τη γνώμη μου πρόκειται περί πολύ παιδιάστικης και επιφανειακής απορίας, από ανθρώπους που ουδέποτε έχουν στην πραγματικότητα ακούσει μουσική. Δεν ξέρω αν έχει κανένα νόημα να απαντάς σοβαρά σε αυτά τα πράγματα, αλλά επειδή πολλές φορές τελικά μπορεί να χρειαστεί, εδώ στο υπέροχο έργο "Taboo" της συνθέτριας Michele Bokanowski, μπορεί να βρεθούν κάποια ίχνη πιθανών απαντήσεων. Καταρχάς ανακαλύπτουμε (όχι βέβαια χωρίς κόπο και μια κάποια μύηση στον κόσμο των ήχων) ότι εδώ υπάρχει οργανικότητα. Δεν είναι δηλαδή ήχοι ατάκτως ερριμμένοι, αλλά τοποθετημένοι προσεκτικά και με ευαισθησία έτσι ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ενός συνόλου. Την αίσθηση του δεσίματος, ανεπιτήδευτα και απλά, με τέτοιο τρόπο που ακόμα και η πάντα ευπρόσδεκτη μελωδία (σπανίως παρούσα σε αυτές τις μουσικές) κάνει την εμφάνιση της με φυσικό τρόπο. Σχεδόν ακάλεστη, χωρίς να εκβιάζεται. Ο φυσικός τρόπος και η οργανικότητα είναι και κυριολεκτικά. Δηλαδή, χωρίς το έργο να γίνεται ambient, ή new age αλλά ούτε και field recording, έχουμε την αίσθηση ότι βρισκόμαστε μέσα στο φυσικό περιβάλλον. Αίσθηση, όχι βεβαιότητα. Αφουγκραζόμαστε τη διακριτική του παρουσία μέσα στην αφαιρετική διατύπωση της σύνθεσης. Είναι εκεί σαν μόνιμη βάση των πραγμάτων, σαν το στερέωμα που υποβοηθά τη δημιουργία και λειτουργεί σαν συνδετικό υλικό που μεταμορφώνει την κατασκευή σε στιβαρή δημιουργία. To νούμερο 3 της σειράς που μόλις τη δεις θα θες να τα αποκτήσεις οπωσδήποτε όλα. 3 ίντσες είναι αυτές, χωράνε στη χούφτα σου. Μικρά 20λεπτα κοσμήματα.

Michel Chion - Gloria (Metamkine 1995)

GloriaΟ Michel εδώ έχει μια πιο δραματική ατμόσφαιρα, πιο θεατροποιημένη. Ούτως ή άλλως το παρατήρησε και η γιαγιά μου που το ακούγαμε μαζί όταν έγραφα αυτές τις αράδες. "Εγώ νόμιζα ότι είναι η τηλεόραση", είπε. Υπάρχουν κοινά χαρακτηριστικά με τον άλλο μεγάλο ηχοθεατράνθρωπο, τον Ghedalia Tazartes. Ναι, πρόκειται για ένα ηχητικό κολλάζ από ρυθμικά επαναλαμβανόμενα μοτίβα, διάσπαρτες ανθρώπινες πράξεις παράλληλα με ομιλίες, κάποιες φορές ομαλές, κάποιες άλλες έως και υστερικές. Σε στιγμές διακόπτονται για να ακούσεις μια ας την πούμε ηδυπαθείς νεράιδα να μουρμουράει το Gloria in excelsis deo. Σφυρίγματα, ηλεκτρονικά, multidimentional ήχοι, γενικώς μια κατάσταση μαξιμαλιστική. Κι όμως, τίποτα από όλα αυτά δεν κουράζει τον ακροατή, δεν τον φορτώνει με άχρηστες πληροφορίες γιατί τελικά οδηγούμαστε πάλι στην σύνθεση. Στο σημείο όπου το φάσμα από τη σιωπή μέχρι τον ορυμαγδό μαγειρεύεται για να χτιστεί ένα καινούριο μουσικό αποτύπωμα. Το νούμερο 15 της σειράς.

Bernhard Gunter - Impossible Grey (Metamkine 1997)

GreyΌλη η σειρά, η οποία παρεμπιπτόντως ονομάζεται "Collection Cinema pour l΄oreille", έχει όντως μια κάποια σχέση με την εικόνα, σχεδόν επί ίσοις όροις κι ας πρόκειται αποκλειστικά περί μουσικής. Αυτομάτως, ακούγοντας μεταφράζεις το μουσικό ερέθισμα σε εικόνα, σε χρώματα και κινήσεις. Στο νούμερο 23 ο Berhard Gunter παίζει στα όρια. Κάνει σχεδόν το αντίθετο από ότι έλεγα προηγουμένως στην περίπτωση του Michel Chion. Η πρακτική του είναι τελείως αφαιρετική και δεν σου επιτρέπει να εισέλθεις εύκολα στον κόσμο του. Θέλει θάρρος και κυρίως δυνατά το volume. Θα μπορούσε να πει κανείς, αν επιτρέψει στη φαντασία του να κάνει τη δουλειά της, ότι ακούει (ή και βλέπει) τις μικροκινήσεις των μεγάλων όγκων των γκρίζων σύννεφων την ώρα που ετοιμάζονται να ανοίξουν και να αφήσουν το νερό να ξεχυθεί. Λίγο πριν. Οπωσδήποτε πάντως η αίσθηση είναι γκρίζα. Κάπου στη μέση, μόνο ένα μεταλλικό γρύλισμα σπάει αυτή την ιερή σχεδόν βομβομυσταγωγία για ελάχιστα δευτερόλεπτα ίσα-ίσα για να δοθεί ακόμη μεγαλύτερη ένταση σε αυτό που συμβαίνει με τη μέθοδο της αντίθεσης. Το μικρό δίπλα στο μεγάλο. Αν μπεις μέσα του το βλέπεις, είναι ένας πραγματικά μεγάλος κόσμος, αδιανόητος, γκρίζος και υγρός αλλά πρακτικά πλασμένος με το τίποτα.

Εξέφρασα πριν τον ενθουσιασμό μου για το μέγεθος αυτών των CD (τι να κάνουμε κολλήματα είναι αυτά), αλλά δε θα αρκούσε αυτό εάν το γενικό design δεν ήταν εξίσου υπέροχο με το παρουσιαζόμενο έργο. Όλες οι εκδόσεις έχουν συσκευασίες χάρτινες. Ανοίγοντάς τες, βλέπεις τις πληροφορίες με απλές γραμματοσειρές κόκκινες και μαύρες πάνω σε λευκό φόντο. Μέσα το μίνι CD χρώματος κόκκινου θυμίζει άλλες εποχές έτσι όπως στήνονται και εκεί οι πληροφορίες, μακριά από εντυπωσιασμούς και κενόδοξες μοντερνιές.

Όποιος ασχοληθεί με το κεφάλαιο Metamkin, δηλαδή μια μικρή καταγραφή (ανάμεσα σε άλλες) της επόμενης και της σύγχρονης γενιάς των συνθετών της musique concrete, τους άσημους αυτούς καλλιτέχνες που ζύμωσαν περαιτέρω και επανατοποθέτησαν τις αρχικές ιδέες της, είναι σίγουρο ότι θα προσθέσει όπλα και εφόδια στην ακροαστική αποθήκη του.