Ο ήχος στην έρημο

Shuji Inaba +4

Volume 11

Αυτό το κείμενο που άργησε πολύ, αφιερώνεται στον φίλτατο συνάδελφο Αντώνη Ξαγά με τον οποίο έχουμε μια κοινή αδυναμία στους Ιάπωνες φολκάδες και που εδώ και κάμποσους μήνες μου υπενθυμίζει αρκετά συχνά να κοιτάξω το ζήτημα της συγγένειας του Κώστα Χατζή με την γιαπωνέζικη φολκ, ένα ζήτημα το οποίο έχουμε θίξει κατά καιρούς εκτός γραπτού λόγου. Φαίνεται πως το θεωρεί ενδιαφέρον θέμα προς ανάλυση, όπως και εγώ άλλωστε. Παρόλο που δεν είναι και πολύ εύκολο εγχείρημα (δυσκολεύομαι αρκετά να βρω τους πυλώνες στους οποίους θα στηρίζεται η προσπάθεια της ανάλυσης αυτής - και ούτε που τα κατάφερα και ακριβώς), ας το επιδιώξουμε.

Θα ήθελα να τονίσω ότι δεν είμαι καθόλου φαν αυτής της μόδας που θέλει να βρίσκουμε κάθε τρις και λίγο τον Έλληνα "τάδε". Λες και έχει καμιά σημασία. Σλόου δε ματς όιλ! Ούτε της -με το στανιό- σχέσης κάποιας ελληνικής μουσικής με μια άλλη από κάπου αλλού είμαι φαν (π.χ. ρεμπέτικα και μπλουζ που είχε γίνει πολύ της μόδας να συζητιέται η τάχα μου σχέση τους). Στην πραγματικότητα όλες οι μουσικές έχουν κάποια μακρινή σχέση μεταξύ τους όπως και οι ανθρώπινες φυλές οι οποίες έχουν κοινή ρίζα. Από κει και πέρα οι ομοιότητες σταματούν και το πράγμα γίνεται υπερπληθωρικό και γι' αυτό περισσότερο ενδιαφέρον για τον μελετητή. Γι' αυτό και θα μιλήσω όχι για μουσικολογική σχέση (δεν μπορώ ούτως ή άλλως), αλλά για ομοιότητα στο ύφος των καλλιτεχνών αυτών. Όπως είπε και ο Αντώνης, πρόκειται για μια τέχνη απλή. Μια κιθάρα και μια φωνή. Άμα προσθέσεις το κατάλληλο πάθος ...θα προκύψει μια ομοιότητα να 'ουμ.

Shuji Inaba - The Rapture of Being Destroyed is the Flipside of the Misery of Destruction (Last Visible Dog 2004)

The RaptureΌλα ξεκίνησαν μια όμορφη μέρα, τότε που άκουγα ακόμα μουσική με ακουστικά. Μόλις είχα αγοράσει ένα cd του Shuji Inaba και χαιρόμουν μόνος μου. Κάθομαι στο τραπέζι του εστιατορίου της σχολής μου και μετά από λίγο μια φίλη που καθόταν δίπλα μου με ρώτησε τι άκουγα. Δεν της απάντησα αλλά της έδωσα αμέσως τα ακουστικά. Σχεδόν ζητωκραύγασε το επόμενο δευτερόλεπτο λέγοντας πόσο πολύ μοιάζει αυτό που άκουσε με τον Κώστα Χατζή. Εγώ εξεπλάγην μιας και μου φάνηκε ότι είχε απόλυτο δίκιο αλλά δεν είχα καταφέρει μέχρι εκείνη τη στιγμή να το παρατηρήσω. Δεν το σκέφτηκα ...μου διέφυγε βρε παιδί μου! Το εξώφυλλο κατάμαυρο, τονίζει την αρκετά "σκοτεινιασμένη" πλευρά της φολκ που παίζει ο κύριος Shuji. Και τι περίεργο, πίσω από το μαύρο πέπλο διακρίνει κανείς μια βυζαντινή εικόνα! Δεν υπάρχει μετάφραση στίχων από τα ιαπωνικά, ούτε καν τον τίτλων των κομματιών (εκτός από τη λέξη Hiroshima την οποία μπορείς να διακρίνεις μέσα σε μια φράση). Άρα δεν μπορούμε να μιλήσουμε για συσχετισμό των στίχων με αυτούς του Κώστα Χατζή (σε αυτό το συσχετισμό στηρίχτηκε κυρίως η ιδέα της σχέσης των μπλουζ με τα ρεμπέτικα). Πατώντας το play έρχεσαι αντιμέτωπος με ένα βαθύ, σχεδόν τρομακτικά απόκοσμο, χωρίς συνοδεία άλλου οργάνου ψιθύρισμα. Πρόκειται για εισαγωγή. Ακολουθούν μετά τα υπόλοιπα άσματα τα οποία είναι πιο -τρόπος του λέγειν- κανονικά χωρίς να χάνουν καθόλου την σκοτεινή ατμόσφαιρα την οποία το πρώτο κομμάτι εγκατέστησε στο μυαλό μας. Το πάθος που εκπέμπει το τραγούδισμα του Shuji Inaba και η βραχνή και τραχιά φωνή του (όπως του Χατζή) κάπως μας οδηγούν να μην υποθέσουμε ότι μιλάει για χαρούμενα πράγματα. Αυτό που μας λέει αυτό το πάθος μέσω της δυναμικής και άγριας εξπρεσιονιστικής εκφοράς του είναι ότι μάλλον έχουμε να κάνουμε με άνθρωπο ο οποίος έχει πονέσει (είτε ψυχικά είτε σωματικά, και τα δύο μας κάνουν) και προσπαθεί να εξορκίσει αυτόν τον πόνο τραγουδώντας τις ιστορίες του μπροστά σε κοινό. Μέσω του πόνου αυτού τώρα ο καλλιτέχνης είναι σε θέση -μιας και μπορεί πια να καταλάβει τι εστί πόνος- να μιλήσει για έναν άλλο πόνο, αυτόν της κοινωνίας και να "πείσει" με την αγωνία του, την αλήθεια του και την τρομερή του ενέργεια τους ακροατές. Όπως κάνει ο Κώστας Χατζής με μια κιθάρα και μια φωνή. Το σώμα του ολόκληρο γίνεται ένα όχημα που θα βοηθήσει αυτή τη φωνή να φτάσει όπως πρέπει στα ώτα των ανθρώπων, δηλαδή σαν τη φωνή ενός ημίθεου, ενός τιτάνα που προσπαθεί να μας ταρακουνήσει συθέμελα. Να μας αφυπνίσει. Η τόσο όμοια πρακτική αυτής της εκφοράς του τραγουδιστικού λόγου δε μπορεί παρά να μας παρασύρει να υποθέσουμε ότι αυτό κάνει και ο Shuji.

Mikami Kan - Bang! (URC 1974)

BangΑς περάσουμε τώρα σε έναν από τους μύθους του Ιαπωνικού underground, τον κύριο Mikami Kan. Μια φωνή τερατωδώς βαθιά, λες και βγαίνει από έναν γίγαντα και όχι από ανθρώπινο ον. Μια αύρα απόκοσμη διακατέχει το τραγουδιστικό του ύφος, απόδειξη ότι η ζωή του μέχρι στιγμής δε μπορεί παρά να ήταν πυκνή και ενδιαφέρουσα. Πάντα το νιώθει κανείς αυτό σε τραγουδιστές αυτού του βεληνεκούς οι οποίοι καταφέρνουν και κάνουν τα άσματα τους λειτουργίες οι οποίες κουβαλάν ολόκληρο το πάθος και το ιστορικό της ανθρωπότητας, όχι επί τούτου, συμβατικά και εγκεφαλικά αλλά με απλότητα και ένταση η οποία προκαλεί ίλιγγο. Θα έλεγα με την αθώα σοφία ενός παιδιού αλλά στην περίπτωση του Mikami Kan δεν ισχύει αυτό γιατί πρόκειται για την άλλη όψη. Η εσωτερική σοφία της βαθιάς φωνής του είναι αυτή μιας ψυχής που έζησε χιλιάδες χρόνια. Από μικρή ηλικία λοιπόν δε θα μπορούσε ο καλλιτέχνης αυτός παρά να συνδυάσει αυτή την σχεδόν πρωτοφανή εσωτερικότητα με τη σύγχρονη μουσική. Από την τραχιά όψη της ποπ μέχρι την πιο αδυσώπητη jazz avant garde. Αυτό ακριβώς είναι που μας πετά κατάμουτρα με το BANG! Μια ζεύξη του πανάρχαιου λαϊκού αισθήματος της πιο πυκνής φολκ με τη free jazz. Εδώ έχουμε την πρώτη τέτοια δισκογραφική του απόπειρα. Αυτή η πρακτική όμως φαίνεται πως τον απασχολεί πάρα πολύ, μιας και αργότερα (κυρίως στα 90ς) τα άλμπουμ του με τζαζ αβαντ αισθητική μας πλημμύρισαν, είτε σε σχήματα με τον Keiji Haino είτε σόλο.

VAJRA - Mandala Cat Last (PSF RECORDS 2002)

Mandala Cat LastΈνα τέτοιο παράδειγμα της πιο πρόσφατης σοδειάς είναι το σχήμα του Mikami Kan με τον Keiji Haino ονόματι VAJRA. Πάρα πολύ θα μου άρεσε να ακούσω και τον Χατζή να δοκιμάζει κάτι τέτοιο. Μια μπάντα δηλαδή αυτοσχεδιαστικής λογικής με blues-rock απόχρωση, που όμως η φωνή του σε συνδυασμό με τα κανονιοβολιστικά ντεσιμπέλ θα διαρρηγνύει τις θύρες του άλλου κόσμου.

Αυτό γίνεται στους VAJRA, με το δράμα της ώριμης πια φωνής ζυμωμένης από το χρόνο και την κιθάρα του Ηaino να δημιουργεί στροβίλους και δύνες στον αιθέρα.

Kazuki Tomokawa - Blue Water Red Water (PSF RECORDS 2008)

Blue Water Red WaterΟ άλλος πολύ σπουδαίος folkist στην Ιαπωνία είναι ο Kazuki Tomokawa. Εδώ δεν έχουμε φωνή βαθιά κατευθείαν από το πηγάδι αλλά πιο λεπτή ίσως μερικές φορές και τσιριχτή, χωρίς βέβαια να χάνει καθόλου από την εσωτερικότητα, τη δραματικότητα και τη δύναμη που απαιτείται για να είναι λειτουργική η πράξη. Το ότι πίνει πολύ αλκοόλ όπως μαθαίνουμε, βοηθά να οδηγηθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι η "ντεκαντανς" ατμόσφαιρα που εκπέμπει η καλλιτεχνική του περσόνα έχει προκύψει από το πέρας πολλών δύσκολων νυχτών εμμονής και ευαισθησίας (δηλαδή αν ένας καλλιτέχνης δεν έχει αυτά τα στοιχεία σε υπερπληθώρα... βράσε ρύζι να 'ουμε). Πέρασε δύσκολα στα νιάτα του δουλεύοντας σε "άσχετες" δουλειές για να ζήσει, ενώ παράλληλα έγραφε και διάβαζε ποίηση με βουλιμία. Μουσικά υπάρχει μια σημαντική διαφορά σε σχέση με τον Kan Mikami (εκτός της φωνής που ήδη ανέφερα). Συνήθως ο Mikami συνοδεύει το τραγούδι του απλώς με μια κιθάρα στα σόλο, δυναμική ασυζητητί και μονολιθική, ενώ ο Kazuki προσέχει και δουλεύει πολύ στις ενορχηστρώσεις. πάντα σχεδόν τον ακολουθεί μια μπάντα που παίζει παπάδες και ο ίδιος βγαίνει μπροστά, χωρίς φόβο, πότε μελωδικός και μελιστάλαχτος, πότε με αγριότητα και με απότομες κινήσεις μπαίνοντας σε ένα trance ως εξορκιστής του πάθους. Όχι επί τούτου, φυσικά, εσωτερικά, σαν να μην καταλαβαίνει και ο ίδιος από που προέρχεται αυτή η δύναμη. Έτσι όπως πρέπει δηλαδή. Λειτουργικός σαν ιερέας-δάσκαλος-μύστης αρχαίος και όχι απλά διασκεδαστής.

Κώστας Χατζής - Νταουλιέρικα (PHILIPS 1982)

ΝταουλερικαΚαι συνοψίζουμε με τον Χατζή. Με τις πολύ ενδιαφέρουσες (όταν υπάρχουν) ενορχηστρώσεις, με τη βαθιά και άγρια αλλά και τρυφερή πολλές φορές φωνή του, αυτή που όλοι γνωρίζετε, φτάνει στο σημείο να ακούγεται συγγενής όλων των παραπάνω. Στο "λερωμένο" ηχόχρωμα του στα τραγούδια "Στο λατομείο του Θανάτου" και "Ο Γεια-χαράς" αναγνωρίζουμε τη δωρικότητα του Mikami Kan με το ίδιο πάθος στις τρομερές κραυγές του που είναι γεμάτες πόνο. Ναι. Ο Χατζής είναι θλιμμένος άνθρωπος. Και πονεμένος. Το καταλαβαίνεις από το τελείως ανεπιτήδευτο τρέμουλο στη φωνή του που σμιλεύτηκε όχι "τεχνικά", όχι ξερά και εγκεφαλικά σαν άλλη μια δυνατότητα για εφέ, αλλά αυθόρμητα, σαν να πρόκειται για το πνίξιμο ενός λυγμού που πολλές φορές έρχεται στην επιφάνεια παντοδύναμος. Είναι ο άνθρωπος που έκανε τη μουσική του μέσο για να εκφράσει με τον πιο αληθινό τρόπο τα δεινά των ανθρώπων. Όχι σαν ιστοριούλες ανώδυνες, σαν από κάποιον αγαπησιάρη δήθεν φιλάνθρωπο, αλλά σαν ντοκουμέντα απύθμενης οδύνης και θυμού. Στο τέλος-τέλος σου πετάει στα μούτρα την υποκρισία σου και τη βλακεία σου, έτσι για να 'χεις απόθεμα για τα λίγα χρονάκια που έχεις να περάσεις ακόμα μέσα στο ροζ σύννεφο σου και την ανεξέλεγκτη κακία σου πάνω στον πλανήτη. Σε σένα απευθύνεται άνθρωπε, γιατί έτσι κι αλλιώς ο πλανήτης δεν ενδιαφέρεται για σένα. Θα συνεχίσει να είναι γαλάζιος και μετά την απομάκρυνσή σου. Ακούς; Αν τολμάς άκου και αυτά τα τραγούδια μήπως και καταλάβεις...