Ο ήχος στην έρημο

Tibor Szemzό

Υπάρχουν περιπτώσεις καλλιτεχνών πάρα πολύ ιδιαίτερες. Περιπτώσεις που κουβαλάνε έναν τόσο προσωπικό ποιητικό μικρόκοσμο στο μεδούλι τους, που μετά βίας (έως καθόλου) μπορούν να παραλληλιστούν με οτιδήποτε άλλο. Χαράζουν με το έργο τους μια απολύτως δική τους ρότα, εξωπραγματικά ιδιοσυγκρασιακής υφής, κάπως σα να ζουν απομονωμένοι από τότε που γεννήθηκαν σε ένα έρημο νησί, μόνοι με τα στοιχειά της φύσης και μη γνωρίζοντας τίποτε άλλο. Μία τέτοια περίπτωση είναι και ο Ούγγρος συνθέτης Tibor Szemzό. Ας δούμε λοιπόν εδώ δύο album δικά του που ηχογραφήθηκαν για λογαριασμό της σπουδαίας δισκογραφικής εταιρίας Leo Records.

Snapshot from the island

Είχε ξεκινήσει είδη από τη δεκαετία του '70 να ασχολείται με τη μουσική ο Tibor, ως μέλος σχημάτων σύγχρονης μουσικής, πειραματισμού και με μια σαφή ροπή προς τον μινιμαλισμό (Group 180). Το "Snapshot from the island" είναι όμως ο πρώτος προσωπικός του δίσκος ο οποίος κυκλοφόρησε το 1987. Περιέχει τρεις μεγάλες συνθέσεις. Η πρώτη έχει δώσει το όνομά της σε όλο το άλμπουμ. Διαρκεί περίπου 25 λεπτά και είναι ακριβώς αυτό που λέει ο τίτλος, ένα στιγμιότυπο σε ένα μάλλον ακατοίκητο νησί και κατά πάσα πιθανότητα τροπικό. Από την μεγάλη εισαγωγή του αντιλαμβανόμαστε ότι ο Tibor θαυμάζει την ιερή μουσική του Θιβέτ, μιας και με αυτή μοιάζει το πρώτο τέταρτο του κομματιού και λειτουργεί σαν ένα καθαρό, δυναμικό μπάσιμο το οποίο χτίζει αργά τη δραματική ατμόσφαιρα της εξωτικής ομορφιάς που μας περιμένει μετά, ανάμεσα από κρωξίματα παραδείσιων πτηνών και μιας ασύλληπτης έντασης, σχεδόν αόρατης, η οποία διαβρώνει τελικά μέσα σε έναν ρόδινο αφρό οποιαδήποτε διάθεση να κατασκευάσεις με το νου σου μια πάρα πολύ συγκεκριμένη, περιγραφική εικόνα αυτού του βερνικού (εκ του Ιουλίου Βερν) νησιού. Περνάμε στο "Water wonder" το οποίο είναι η δεύτερη σύνθεση του άλμπουμ, η οποία από τα πρώτα δευτερόλεπτα ανοίγει τα μινιμαλιστικά χαρτιά της. Εγώ το λέω. Με τον Στηβ Ράηχ (τον οποίο εκτιμώ πολύ για τη σκέψη και τις αισθητικές ιδέες του) δε μπορώ να πω ότι τα πάω ακριβώς καλά. Ίσως και να μην καταλαβαίνω ακόμα, ίσως και να μην μου ταιριάζει απλώς, αλλά δεν είναι ο μινιμαλισμός του αυτός που θα επιλέξω εύκολα να ακούσω. Το λέω αυτό γιατί εδώ έχουμε ένα εκπληκτικό κομμάτι μουσικής που περιέχει ακριβώς τη δροσιά ενός καλοκαιρινού απογεύματος στο γνώριμο πια έρημο τροπικό μας νησί. Δροσιά που εκπέμπεται από τις οπές στροβιλιζόμενων φλάουτων και μεταφέρεται από ηχητικούς αέρηδες προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν μια σύνθεση του Στηβ Ράηχ έτσι όπως θα την ήθελα, δηλαδή… πιο οργανική, πιο ανεπαίσθητα υλική, τελικά πιο σπουδαία μουσική. Το τρίτο και τελευταίο κομμάτι του δίσκου που ονομάζεται "Let’s go out and dance" είναι και το πιο «εύκολο», έχει πιο γνώριμα χαρακτηριστικά σε σχέση με το τι έχουμε συνηθίσει να ονομάζουμε μουσική στην καθημερινότητά μας (καλά μη φανταστείτε ότι μιλάμε για τίποτις ποπ), πιο ευκολοδιάβατες μελωδίες και σταθερή ανάπτυξη, ομαλό ρυθμό. Αυτό φυσικά σε καμιά περίπτωση δεν είναι αρνητικό όταν τελικά το αποτέλεσμα, όχι μόνο δε στερείται καθόλου την συγκινησιακή ένταση και την αμόλυντη ομορφιά που εκπέμπει συνολικά αυτός ο δίσκος, αλλά είναι και το αποκορύφωμα του, ένα θλιμμένο τραγούδι-ύμνος στη λησμονημένη από τον άνθρωπο ομορφιά της ευαίσθητης, απόμακρης φύσης που το τραγουδά ένα μεταφυσικό αφαιρετικό και αόρατο αηδόνι με σπειροειδούς κίνησης φωνή που δεν αρχίζει από πουθενά και δεν τελειώνει πουθενά, απλώς είναι «έξω» και χορεύει.

Relative Things

Συνεχίζοντας κατά κάποιο τρόπο από κει που είχαμε μείνει στο προηγούμενο άλμπουμ, δηλαδή στην απέραντη ομορφιά μιας όχι δύσβατης μελωδίας, περνάμε στον δίσκο "Relative Things" ο οποίος είναι ολόκληρος φορτισμένος με αυτή την ομορφιά. Πρόκειται για μια συλλογή με ηχογραφήσεις τις οποίες διάλεξε ο Leo Feigin, o mastermind της Leo Records, από ένα πεντάωρο μουσικής για διάφορα φιλμ που του έστειλε ο Tibor. Εδώ φαίνεται ίσως περισσότερο η πραγματικά ξεχωριστή γραφή αυτού του συνθέτη. Το λέει ουσιαστικά και ο ίδιος, ότι είναι κομμάτια μουσικής πολύ προσωπικά, το βλέπουμε και το ακούμε και εμείς και ο Leo που μπήκε στη δύσκολη θέση να τα ξεδιαλέξει. Δεν ακολουθούν ρεύματα, ίσως ακόμα και να ξενίσουν στην αρχή τους ακροατές που ίσως να περιμένουν να αντιμετωπίσουν μια εξόφθαλμη avant. Είναι τραγούδια διακριτικά και εσωτερικά που μοιάζουν με μια αλαφροΐσκιωτη ambient jazz. Γρήγορα όμως ο διεισδυτικός ακροατής θα αναγνωρίσει μια ήρεμη δύναμη μέσα τους, την ειλικρινή εσωτερική αναγκαιότητα να εκφραστούν πράγματα μικρά και αόρατα από τα επιπόλαια μάτια. Ακόμα και στις περιπτώσεις που θυμόμαστε το "In A Silent Way" του Miles Davis ή και τα ηλεκτρονικά ambient περάσματα στο "Aghartha" και το "Pangaea", τίποτα δεν είναι εντυπωσιακό και εξωστρεφές. Όλα μοιάζουν με ψίθυρο, λες και προσπαθούν να συντονιστούν με προσοχή με τους πιο λεπτούς και ευαίσθητους ρυθμούς της φύσης. Τέχνη με σεβασμό στη φύση, ένα σεβασμό προς το μυστήριό της όμως, προς το άφατο. Μια πράξη συναισθηματική από έναν άνθρωπο που διακρίνει αυτό το άφατο και την ομορφιά του και το υμνεί. Με επιτυχία.