Please, smile Mr. Dark!! #49


ConventΕίναι τόσο αμετάκλητα μοιραίο, όσο και αναπάντητο, το τι θα γινόταν αν σε όλα τα διλήμματα της ζωής μας αποφασίζαμε το αντίθετο από αυτό που εντέλει πράξαμε. Θα υπήρχαν ας πούμε οι The Convent αν ο Ολλανδός Carlo van Putten δεν επέλεγε κάποτε να αφήσει την πατρίδα του προς την γερμανική γη; Σχηματισμένοι στα τέλη του 1985, έχουν αλλάξει κάμποσα μέλη από τότε, αλλά όχι και αισθητικό μουσικό ύφος, το οποίο παραμένει σε αυτό της μελωδικής dark pop, όπως την γνωρίσαμε στα eighties από βρετανικά σχήματα σαν τους The Chameleons και The Sound. Και απλώνεται αναλυτικά και χωρίς αναστολές σε αρκετές κυκλοφορίες μέχρι το περσινό 'About Kings And Queens And Stolen Bicycles...' στο μικρό label της Silverbird Music (με διανομή μέσω της Strange Ways). Σήμερα η σύνθεση του κουϊντέτου συμπληρώνεται από τους νεοφερμένους Carsten Lienke και Roland Kaufmann, συν τους ήδη γνωστούς JoJo Brandt και Stefan Bornhorst.
Καθότι και εμείς λίγο παλιοί, θυμόμαστε πως στα πρώτα τους δύο albums βοηθήθηκαν στην παραγωγή από τον Mark Burgess (front-man των The Chameleons), η στενή φιλία με τον οποίον τους έχει οδηγήσει σε πολλά από κοινού κονσέρτα και μικρές τουρνέ. Η επιρροή άλλωστε εκείνου του πρωτοπόρου του ευρωπαϊκού ρομαντισμού είναι πολλάκις αναγνωρίσιμη και στο συνθετικό ύφος των The Convent. Ο δεύτερος των άμεσων επιρροών τους, ο Adrian Borland των The Sound, δυστυχώς δεν είναι πια εν ζωή. Μαζί του όμως ο Carlo van Putten πρόλαβε και έγραψε με το project των White Rose Transmission στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Η αυτοκτονία του Adrian Borland, μάλιστα, το 1999 συνέβη δυο μήνες αφότου οι δυο τους βγήκαν από το Alien Style studio του Rolf Kirschbaum στη Βρέμη με το δεύτερο album εκείνου του off-shoot σχήματος, συμμετέχοντος του Mark Burgess.
Στο ίδιο studio ηχογραφήθηκε και το τελευταίο album των The Convent. Το απαρτίζουν έντεκα συνθέσεις, όμορφες και λυρικές στο ατμοσφαιρικό συνθετικό ύφος που τους έκανε ανάμεσά μας αγαπητούς. Σπουδαίοι, βιωματικοί στίχοι, αλλά και εξίσου θαυμάσια η απόδοσή τους από τον Carlo van Putten, μερικά εξαιρετικά τραγούδια (επιλέγω το 'She') και ένα γενικότερο πνεύμα αναπόλησης και νοσταλγίας των ημερών της δεκαετίας του ογδόντα. Αν οι κανόνες της σύγχρονης διαφήμισης και προώθησης δεν κινούνταν από τα γνωστά νήματα, το παρόν cd θα έβρισκε μια ευκαιρία δίπλα στο περσινό των Interpol. Τουλάχιστον αυτοί εδώ ανήκουν στους γηγενείς αυτού του ήχου. Η μουσική τους αρκεί για να το επιβεβαιώσει!


Stories Survive SequelsΕίναι η δεύτερη φορά που παρουσιάζουμε κάποια δουλειά του ομογενή μας Nikos Lazarakopoulos (κάποτε στους Ma Cherie For Painting), μετά τους Velvet First Floor. Κατά την πρώτη, είχαμε ήδη αναφέρει πως δούλευε πάνω σε ένα νέο project, τους Mileva. Το καταγεγραμμένο αποτέλεσμα αυτής της καινούργιας προσπάθειας είναι το album 'Stories Survive Sequels' - ηχογραφημένο μεταξύ Μάρτη και Ιούλη 2001. Κυκλοφόρησε πέρυσι από την Diesel Combustible Recordings με έδρα την Brest της Γαλλίας, όπως και αυτό των Velvet First Floor. Με μια ουσιαστική διαφορά: οι Mileva είναι ντουέτο και στις τάξεις τους η συμμετοχή και η συμβολή του Daniel Vujanic είναι σε όλα ισότιμη. Ο τελευταίος ίσως σας είναι γνωστός από τα ονόματα των Stale και E-jugend Fame. Ίσως λέμε, αμέσως ...
Δώδεκα οργανικές συνθέσεις ξεδιπλώνονται σε αυτό το cd. Υπό την μορφή, ας πούμε, αυτοτελών θεμάτων μιας περιπέτειας με κεντρικό θέμα τον σύγχρονο μουσικό και τις μοναχικές και ασυμβίβαστες σκέψεις του. Ένας κόσμος από μόνες τους. Οι φόρμες που διαλέγονται για την ανάπτυξη των συνθέσεων είναι γεμάτες από μοντέρνα beats, jazz fusions και έξυπνα ηλεκτρονικά. Το άκουσμα συγγενεύει (με ιδιαίτερες αξιώσεις, αλλά χωρίς πρόθεση) με την εναλλακτική, πειραματική pop των Tank και των Four Tet. Απλό, όμορφο και σαφές. Έστω και αν η μεγάλη έκπληξη βεβαίως λείπει, σας εφιστώ τουλάχιστον την ικανή προσοχή.


ZoarΕπίσης, για δεύτερη φορά αφιερώνουμε θέμα στο νεοϋορκέζικο trio των Zoar. Την πρώτη, είχαμε ένα σοβαρότατο λόγο, το σκοτεινό soundtrack των instrumentals του 'In The Bloodlit Dark' cd - μέχρι σήμερα αξεπέραστο. Αφήνοντας πίσω του τις κινηματογραφικές αναπτύξεις των δύο πρώτων του albums, το συγκρότημα αποφάσισε να ερευνήσει μια μη οικεία για το ίδιο περιοχή, προσθέτοντας στις συνθέσεις του φωνητικά. Γι' αυτό άνοιξε μια λίστα προσκεκλημένων, όπου φιγουράρουν οι Matt Johnson (The The), Brendan Perry (Dead Can Dance), Jennifer Charles (Elysian Fields) και Julie Comparini. Η τελευταία μένει στη Βρέμη της Γερμανίας και ειδικεύεται στην Αναγεννησιακή και baroque μουσική, κάτι που δεν κρύβεται. Όλοι οι παραπάνω, μαζί με μερικές προ-ηχογραφημένες ταινίες από τη φυλή των Masai (στη λίμνη Natron της Τανζανίας), βάζουν το φωνητικό μέρος. Οι τρεις του συγκροτήματος (Michael Montes - πλήκτρα, Peter Rundquist - κιθάρες και Erik Friedlander - τσέλο) αναλαμβάνουν το μουσικό/ εκτελεστικό, βοηθούμενοι μόνον μια φορά από τον Tony Levin (των King Crimson και Peter Gabriel). Ακούγοντας όμως ό,τι βγήκε τελικώς από αυτή τη φιλόδοξη προσπάθεια των πολλών βαρυσήμαντων ονομάτων στο 'Clouds Without Water' cd (από το label της Middle Pillar), διαπιστώνουμε πως οι Zoar δεν είχαν κατά νου να γράψουν τραγούδια και όπου το είχαν δεν νιώθουν άνετα με αυτό.

Clouds without waterΈχοντας έναν concept χαρακτήρα πάνω στην καταστροφή της φύσης από την τεχνολογία, με τις όποιες αισθητικές φόρμες αυτό απαιτεί για να πείσει ως προς την τραγικότητα του θέματος, η μουσική των Zoar σε αυτό το album στερείται νέων ιδεών. Ο σκοτεινός μελοδραματισμός τους εξαντλήθηκε στις εφιαλτικές, αλλά φανταστικές εικόνες του παρελθόντος. Και τώρα που έχουν μπροστά τους να πραγματευτούν έναν άλλο, υπαρκτό αυτή τη φορά, εφιάλτη δεν έχουν πώς να το κάνουν χωρίς να επαναλάβουν τον πρότερο εαυτό τους. Έπειτα, εκτός του μεγάλου Brendan Perry (ακούστε το 'Winter Wind') και της αποκαλυπτικής Julie Comparini (κοντά στην Katharine Blake των Miranda Sex Garden), κανείς άλλος δεν τραγουδάει. Ακόμα και η πάντα αισθησιακή Jennifer Charles απαγγέλλει. Όχι πως υποτιμούμε όσα λέγονται εδώ. Τα αποσπάσματα κειμένων των Charles Bowden και Anna Akhmatova είναι από μόνα τους σημαντικός και με περιεχόμενο λόγος, αλλά ... Η ''διασκευή'' τους πάνω σε μουσική του Henry Purcell που επιλέγουν για κλείσιμο σφραγίζει τη συνολική αμηχανία. Αν μιλούσαμε για ντεμπούτο θα άλλαζαν σίγουρα πολλά. Τώρα ...


Johann Johannsson sticker... τώρα πάμε στον Johann Johannsson από το Reykjanik της Ισλανδίας. Μυαλό υπερδραστήριο, τόσο στους κόλπους της τοπικής Kitchen Motors (είναι και από τα ιδρυτικά μέλη της), όσο και στις αμιγώς μουσικές του ασχολίες και συνεργασίες. Στις τελευταίες ανήκουν αυτές με Marc Almond, The Hafler Trio, αλλά και τα projects των Dip και Lhooq. Το 1999 φορμάρισε επίσης τους Apparat Organ Quintet, που έκτοτε δρουν παραλλήλως.
Μετά την Bjork και την προ λίγων χρόνων αποδοχή των Sigur Ros είναι γεγονός πως οι δρόμοι άνοιξαν διάπλατα, φέρνοντας επιτέλους την ισλανδική μουσική στις απέναντι στεριές. Τώρα υποθέτω ότι είναι η σωστή συγκυρία για να ακουστεί ένα album όπως το περσινό 'Englaborn', το πρώτο αυστηρά προσωπικό για τον Johann Johannsson. Πρόκειται για υλικό που είχε αρχικώς χρησιμοποιηθεί για τη μουσική επένδυση της ομότιτλης παράστασης του σκηνοθέτη Havar Sigurjonsson και που ο συνθέτης ανασχεδίασε γι' αυτό το cd, το οποίο εξέδωσε η λονδρέζικη Touch. Είχα πάρα πολύ καιρό να γίνω μάρτυρας ενός πνεύματος τόσο συλλογιστικού, συνεσταλμένου και παρατηρητικού πάνω στη σύγχρονη κλασική σύνθεση, όπως εδώ αυτού του Ισλανδού. Τόσο το score καθαυτό, όσο και η εκτέλεσή του από το Epos String Quartet είναι εξαιρετικά. Ένα έργο που μέσα του παντρεύει τα έγχορδα, τα πλήκτρα (οι ήχοι του glockenspiel βγάζουν την απόλυτη ευαισθησία) και τα κρουστά, με λεπτά ηλεκτρονικά. Η ανάγκη για ένα μικρό φωνητικό μέρος με λατινικό κείμενο, οδήγησε ψάχνοντας τον ίδιον τον συνθέτη στο ογδοηκοστό πέμπτο από τα Carmina του Ρωμαίου λυρικού ποιητή (Gaius Valerius) Catullus. Το καθηλωτικό, ερωτικό δίστιχο του 'Odi et Amo' (στα αγγλικά 'I Hate and I Love') ανοίγει και κλείνει αυτό το έργο.
Το 'Englaborn' ανήκει σίγουρα στα σπουδαιότερα έργα σύγχρονης σύνθεσης του 2002. Απευθύνεται άμεσα σε όσους εκτιμούν τους Arvo Part, Kronos Quartet αλλά και την παραγκωνισμένη δουλειά ενός άλλου Ισλανδού συνθέτη του Hilmar Orn Hilmarsson. Μπας και κάποτε τα πρωινά μας όνειρα πάρουν (μαγική) ζωή μέσα από τα ψήγματα της ανυπέρβλητης σπανιότητάς του. Την ίδια που χρησιμοποιεί και ο φωτογράφος Jon Wozencroft για να διακοσμήσει με το απέραντο γαλάζιο της ζωής το layout του cd. Συνιστάται ανεπιφύλακτα.

PLAY-LIST στήλης (το βαρόμετρο της έσω εντροπίας μου) :

1. MATTHEW SHIPP - Equilibrium
2. KIMMO POHJONEN AND TAPIOLA SINFONIETTA - Kalmuk
3. SNOG - Beyond The Valley Of The Proles
4. ΚΟΡΕ.ΎΔΡΟ. - Αν Όλα Τέλειωναν Εδώ
5. MARCONI UNION - Under Wires And Searchlights