Please, smile Mr. Dark!! #54


SnogΑχανής η Αυστραλία, αχανής και η ψυχή του David Thrussell - dj από τη Μελβούρνη μέχρι το 1988 που δημιούργησε τους Snog. Στη ροή της δεκαπενταετίας επήλθαν άλλα δύο σημαντικά projects, οι Soma (με τον Pieter Bourke των Eden/Dead Can Dance) και οι Black Lung. Μόνον η μεγάλη οθόνη τον έκανε να υπογράψει μουσική με το όνομά του. Όταν εκπληρώνεται μια τέτοια φιλοδοξία, κανείς δε σκέφτεται να αφήσει το αποτέλεσμα στους παραγραφείς τελικά. Πρόσφατο παράδειγμα το score της ταινίας 'The Hard Word' των Scott Roberts/Al Clark και εξέχον παλιότερο αυτό για το 'Angst' του Daniel Nettheim.
Οι ηχογραφήσεις των Snog άρχισαν το 1990 και καταλήγουν στο φετινό 'Beyond The Valley Of The Proles', ένα ακόμα ''προϊόν'' της δικής τους International Mind Control Corporation, το οποίο στην Αμερική κυκλοφορεί από την Hymen και στην πατρίδα τους από την Karmic Hit Records. Είναι δε και το πρώτο που διαφοροποιείται τόσο από το ηχητικό παρελθόν τους. Εδώ οι ακουστικοί ήχοι, επί το πλείστον από κιθάρες, γνέθουν πάνω στα ηλεκτρονικά break-beats, δίνοντας ένα ενδιαφέρον και συχνά απρόσμενο σε αποτελεσματικότητα δέσιμο. Είναι και ο καυστικός, στιχουργικός κυνισμός του David Thrussell, ο οποίος δεν αφήνει όρθιο τίποτα στο πάντα εντόνως πολιτικό ξεμπρόστιασμά του (ωραίο το στήσιμο πάνω στο 'just do it' από τη διαφήμιση της Nike, δεν βρίσκετε;). Λες και η τελευταία λέξη της τεχνολογίας (το παίζει στα δάκτυλα το
Beyond the valleystudio, αναμφίβολα), συνευρίσκεται με τις θεωρίες περί αντικαπιταλισμού εικοσαετίας και βάλε, την αντίξοη καουμπόικη country και σειρές αλλοιωμένων θεμάτων του Ennio Morricone από παλιά western films. Μίγμα εκρηκτικό που η παγερή, ξερή ερμηνεία του David Thrussell το οδηγεί από τον Lee Hazelwood στον Leonard Cohen, από κει στον Roger Miller και τέλος στον Michael L. Gira.
Το album κυκλοφόρησε το Μάρτη. Δύο εκδόσεις του, αυτή σε διπλό βινύλιο και το αυστραλέζικο cd περιέχουν σημαντικά extras, η πρώτη στο δεύτερο lp και η άλλη στο bonus disc, αμφότερα υπό τον τίτλο 'Your Favourite Electro-Acoustic-Swingers' (ουσιαστικά παλιότερα και καινούργια τραγούδια τους σε διάφορα remixes και διασκευές, όντως χρήσιμο). Στα πολλά και σπουδαία τραγούδια του παρόντος, υπάρχει και ένα που με συντάραξε με την απόλυτη ατμόσφαιρά του, το 'Into The Light' - βγαλμένο μόλις πριν δευτερόλεπτα μέσα από το 'Big Night Music' των Shriekback. Ακούστε το κρατώντας την αναπνοή και όποτε σας βγει κάντε και ένα κλικ στη διεύθυνση www.worldwentdown.com/imcc/html/aboutus.html, ως άσκηση για το πού σταματά το χιούμορ και πού αρχίζει η δεκτικότητα του διαφορετικού.


1st Decade In The MachinesΈνα remix album για την επέτειο των δέκα χρόνων από το σχηματισμό τους είχαν κατά νου και οι Νορβηγοί Ulver, όπως είχαμε αναφέρει μερικούς μήνες νωρίτερα. Στο δρόμο τους βγήκε κάτι αρκετά διαφορετικό και τελικώς το 'Ulver 1993-2003: 1st Decade In The Machines' (έτσι το τιτλοφόρησαν), είναι πολλά περισσότερα, ίσως και από αυτά που αριθμητικά χώρεσαν μέσα του. Και πώς αλλιώς με αυτό το αλλοπρόσαλλο περιεχόμενο που περιλαμβάνει άλλοτε συμβατικές και άλλοτε τολμηρές μίξεις, αλλά και αρκετά tracks με νέους τίτλους που δομούνται πάνω σε συρραφές δειγμάτων υλικού τους, ώστε φτάνουν να γίνονται τελικώς ολοκαίνουργια. Όρια διακριτά δεν υπάρχουν. Δεν ήταν εξαρχής αναγκαίο, δηλαδή. Αν χαρακτηρίσει κάποιος το παρόν cd των ογδόντα λεπτών απλώς συλλογή, αδυνατεί να το περιγράψει επαρκώς και αν ασπαστεί αυτούσιο το αποτέλεσμα, θα μιλάει ακόμα και για το νέο album των Ulver - εκτός προθέσεων. Ούτε και οι όποιοι άλλοι υπεύθυνοι της Jester Records (αν υπάρχουν πέραν του Trickster G) νομίζω ότι μπορούν να δώσουν απάντηση σε μια ερώτηση τέτοιας δυσκολίας. Συνηγόρησαν να εκδοθεί. Αρκούσε.
Στους προσκεκλημένους συναντούμε μερικούς από τους δυνατότερους της σύγχρονης ηλεκτρονικής και πειραματικής σκηνής (Alexander Rishaug, Bogdan Raczynski, Fennesz, Jazzkammer, V/Vm, Merzbow), οι οποίοι όμως δεν απογειώνουν, παρά λίγα μέτρα από το έδαφος. Τουλάχιστον όχι τόσο όσο η αποκαλυπτική τετράδα: The Third Eye Foundation (στην τελευταία επίσημη ηχογράφηση του Matt Elliott με αυτό το όνομα) στο 'Lyckantropen remix', Martin Horntveth (των Jaga Jazzist) στο 'Der Alte', Neotropic στο 'He Said-She Said' και A.Wiltzie vs. Stars Of The Lid στο σπονδυλωτό δεκάλεπτο 'I Love You, But I Prefer Trondheim (parts 1-4)' που θυμίζει σε εσωτερικότητα και ανάπτυξη τους Popol Vuh! Δεν λείπουν φυσικά οι ίδιοι οι Ulver, που ανοίγουν το album ''διασκευάζοντας'' τον εαυτό τους. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες πάντως δείχνουν σαφή προτίμηση σε υλικό από τη δεύτερη φάση του συγκροτήματος, τότε που έκλεισαν την πόρτα στο σκληροπυρηνικό metal για χάρη μιας σύγχρονης, εθιστικής electronica. Περισσότερο κοντά υφολογικά γαρ και εν ολίγοις αναμενόμενο. Το τελευταίο εικοσάλεπτο είναι το πιο μεγάλο μακροβούτι στο θόρυβο που έκανα προσφάτως. Ένας τρόπος και αυτός να πιαστεί το νήμα του αινιγματικού σκότους. Ήδη αναμένουμε το 'A Quick Fix Of Melancholy' - ένα ημίωρο ep με τα πρώτα τρία νέα tracks τους για το 2003, ένα εξ' αυτών σε κείμενο του Καναδού συγγραφέα Christian Bok. Προγραμματισμένο για τον επόμενο μήνα.


ElendΦετινή επιστροφή και για ένα άλλο σπουδαίο ευρωπαϊκό σχήμα, τους Elend. Δημιουργήθηκαν εν είδη μιας αυστρο-γαλλικής σύμπραξης το 1993 από τους Renaud Tschirner και (Alexandre) Iskandar Hasnawi. Την περίοδο 1994-98 κυκλοφόρησαν την περίφημη 'Officium Tenebrarum' τριλογία - έναν τελετουργικό, κατασκότεινο κύκλο, ο οποίος ολοκληρώθηκε σε τρία ξεχωριστά albums (τα δύο για τη γαλλική Holy Records και το τρίτο για το ιστορικό label της Music For Nations). Μαζί τους συνέπραξαν και οι sopranos Eve Gabrielle Siskind και Natalie Barbary. Και έπειτα βυθίστηκαν σε μια πενταετή σιωπή.
Το καινούργιο 'Winds Devouring Men' cd τους βρίσκει πλέον στη γερμανική Prophecy Productions και με, σταθερό, τρίτο μέλος τον Sebastien Roland, όπως μας άφησαν το 1998, αν θυμάστε. Το κεντρικό θέμα
Winds Devouring Menτης μουσικής και στιχουργικής πλοκής του νέου album πηγάζει από τα ομηρικά έπη και αναφέρεται στην επιστροφή του Οδυσσέα. Αυτό καθαυτό καθορίζει σε πολύ μεγάλο βαθμό και την περιπετειώδη ανάπτυξη των συνθέσεων, γεμάτη συμφωνικά μέρη, αγωνία και επιβλητική δράση. Το αποτέλεσμα θυμίζει υπερβολικά τους Dead Can Dance εποχής 'Aion' και 'Into The Labyrinth', κάτι που φροντίζει να τονίζει συνεχώς και σε κάθε στροφή και η χροιά των πρώτων φωνητικών, τόσο πειστική σα να βγήκε κατευθείαν από το λαρύγγι του Brendan Perry. Δεν περίμενα ειλικρινά πως ένα παρελθόν με τόσο ιδιαίτερα τολμηρά συνθετικά γραφήματα θα απέβαλε την πειραματική του εσωστρέφεια και θα άλλαζε δέρμα προς κάτι εντόνως ατμοσφαιρικό, περισσότερο ισορροπημένο, αν και μολοντούτο σκοτεινό - από μια άλλη όμως, πιο μετριασμένη όψη. Εντούτοις, κατά βάθος πάντα θα προτιμώ προσωπικά την εκρηκτική παράνοια του 'Les Tenebres du Dehors', όσα χρόνια και αν περάσουν. Μιλάμε για τη μέχρι τελευταίας ρανίδας εξωτερίκευση του είναι. Τονίζω πάντως και το κάνω εντόνως την περιορισμένη digisleeve πρώτη έκδοση. Περιέχει ένα ενδέκατο, bonus track που την καθιστά ήδη συλλεκτική και εξαιρετικό artwork συνολικά.


58 34Σίγουρα αντίρροπα στις επιταγές του ρεύματος οι Ova Looven διάλεξαν να τιτλοφορήσουν το ντεμπούτο album τους '58:34', όσο ακριβώς είναι και η χρονική του διάρκεια. Σε αυτά τα λεπτά μαζεύτηκε ό,τι δουλειά έκαναν τα τρία τελευταία χρόνια. Το cd κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από την Artikal Records, το δικό τους, νεοσύστατο label. Δύο από τα μέλη τους, οι Chris Donohue (ο συνθέτης του group) και Glenn Maryansky (σας αρέσει το εξώφυλλο;) είναι νεοϋορκέζοι και αποδεσμεύτηκαν με τη διάλυση το 1999 των Antarctica. Ο τρίτος της παρέας είναι ο James Minor, κάτοικος του Austin του Texas και πρώην κιθαρίστας των National Skyline. Η απόσταση δεν φαίνεται να τους εμποδίζει. Το καταλάβατε.
Παρόλο που το ασυνήθιστο όνομά τους δεν προδιαθέτει σχετικώς, ο ήχος των Ova Looven είναι αυτός της απλής, ξεκάθαρης eighties synth pop, με επιρροές που ανασύρουν τους Human League, Depeche Mode και Alphaville. Τα περισσότερα tracks είναι ρυθμικά και λειτουργούν χωρίς ιδιαίτερες εκλάμψεις, πλην του 'EE-15', που δεν θα αιτιολογήσει ποτέ στην ιστορία τα δεκατρία λεπτά του. Βεβαίως και πρέπει να πούμε πως η εποχή για τέτοιου είδους εγχειρήματα δεν είναι και η πλέον δόκιμη, αντιεμπορικά κυρίως λόγω της περιορισμένης διανομής τους. Δεν φαίνεται όμως να επιζητούσαν και κάτι τέτοιο οι ιθύνοντες. Το πιθανότερο είναι πως εκπλήρωσαν ένα όνειρο με προσωπικό ηρωισμό. Οσονούπω, κανένας από τους τρεις τους δεν θα παραδεχτεί ποτέ του ότι το album αυτό είναι βαρετό και μονότονο, όπως εμείς.

PLAY-LIST στήλης (το βαρόμετρο της έσω εντροπίας μου) :

1. TIM KOCH - Islandtones
2. VIA TANIA - Under A Different Sky
3. STEVE LACY - The Beat Suite
4. KINN - Kinn
5. VARIOUS ARTISTS - Paint It Black