Please, smile Mr. Dark!! #95


NeotropicΤο κλείσιμο μιας δισκογραφικής είναι πάντοτε ένας σοβαρός λόγος. Για την Riz Maslen και το αυτοκόλλητό της, τους Neotropic, το ότι η Ntone, το ηλεκτρονικό sub-label της Ninja Tune, κατέβασε τους διακόπτες ήταν ο βασικότερος που χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια μέχρι να δοθεί μια συνέχεια σε εκείνο το εξέχον 'La Prochaine Fois' του 2001. Συμβαίνουν και αυτά. (Όσοι δεν σπάζονται με τα links το "αρχαίο" τεύχος # 25 έχει το σχετικό θέμα). Αν και η ίδια μένει στο Suffolk της Αγγλίας, η καινούργιά της εταιρεία βρέθηκε στο Los Angeles, ενώ για τις νέες ηχογραφήσεις ταξίδεψε μέχρι τη Minneapolis, όπου και συνεργάστηκε με μέλη των Lateduster και Fog. Την πολυτιμότερη βοήθεια, πάντως, τη βρήκε στο πρόσωπο του κιθαρίστα James G. Everest και έχουμε αποδείξεις για αυτό: το, αλά Lewis Carroll τελικά, τιτλοφορημένο 'White Rabbits', το περσινό της ντεμπούτο για τη Mush Records.

White rabbitsΗ μουσική του δίσκου πιστοποιεί πολύ καλά ότι η μετακίνηση από τα ηλεκτρονικά σε περισσότερο ακουστικά τοπία που είχαμε εντοπίσει στον προηγούμενο πήγε ένα ακόμα βήμα παραπέρα. Ο ηχητικός κόσμος του 'White Rabbits' είναι εντυπωσιακά και υπερβολικά λεπτομερής, στην πραγματικότητα υπερβολικά λεπτομερής για να μπορεί να αναλυθεί επακριβώς κατά γράμμα. Η Maslen έτσι και αλλιώς μας το έχει ήδη πει πως δεν πάει πουθενά χωρίς το MiniDisc recorder της. Οι συρραφές που κάνει μετά στις συνθέσεις της, ωστόσο, δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Δείχνουν ένα σπάνιο ταλέντο που μπορεί να σε αποτρελάνει. Εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί ζωντανά όργανα και samples μαζί, όπως και το να χτίζει και να αναπτύσσει τα θέματά της σταδιακά και με διακεκομμένη ατμόσφαιρα κινηματογραφικού στιλ, σε αυτό το τέταρτο Neotropic album η Riz Maslen παρουσιάζει ένα συνδυασμό από Four Tet και Low, με τη Jarboe συχνή επισκέπτρια, ο οποίος δεν της πέφτει και πολύ μακριά, αλλά ακόμα και αυτός έρχονται στιγμές που από μόνος του είναι ανεπαρκής. Το cd είναι γεμάτο από φαντασμαγορικά αστικά blues με υποδόρια δράση, που καταλήγουν στο άτιτλο hidden track του τέλους, με τις κιθάρες στο τέρμα γκάζι - ένα heavy post-rock jam για κρυφό headbanging. Μην το κουβεντιάζουμε και πολύ, αξίζει να το ψάξετε.


The BodyshopΣτην περίπτωση του 'The Bodyshop' των Ολλανδών Beequeen, τώρα, το θέμα είναι για να ορμάς στο ψητό. Ξεστρατίζω λιγουλάκι, όμως, για μερικά ιστορικά στοιχεία. Μη μου πείτε ότι ξέρετε πώς σχηματίστηκαν, ας πούμε, δεν το έχω προβλέψει. Λοιπόν, όλα ξεκίνησαν το χειμώνα του 1988 όταν ο Edward Ka-Spel, γνωστότατη φυσιογνωμία στο Nijmegen της εποχής, ζήτησε από τον Freek Kinkelaar αν τον ενδιέφερε να είναι support στο live των The Legendary Pink Dots στην Ουτρέχτη στις 13/01/1989. Αυτός συνέπραξε επί τούτου με έναν "βιομηχανικό" τύπο που είχε γνωρίσει κάνα δυο χρόνια πριν, τον Frans de Waard. Για εκείνη ακριβώς την εμφάνιση συμφώνησαν και πάνω στο όνομα Beequeen, μια ευθεία αναφορά στο έργο του Γερμανού αρτίστα Joseph Beuys. Από τότε πέρασαν πάρα πολλά χρόνια, κατά τα οποία το ντουέτο κυκλοφόρησε αμέτρητα πράγματα, όλα τους instrumentals.
Με το 'The Bodyshop', το album που έβγαλε το Γενάρη σε 1000 κόπιες η αμερικανική Important κάνουν όλες τις ανατροπές μαζεμένες. Στα δύο χρόνια που κράτησαν οι παρούσες ηχογραφήσεις οι Beequeen είχαν την
Beequeenευκαιρία να επαναπροσδιορίσουν την αγάπη τους για την pop, να την δώσουν μέσα από τη ματιά του krautrock, να αλλάξουν τη γκάμα των οργάνων που χρησιμοποιούσαν μέχρι τότε από synthesizers και διάφορα ηλεκτρονικής φύσης ηχητικά εφέ, σε κιθάρες, μπάσο, κρουστά ακόμα και (προσκεκλημένο) τσέλο σε ένα track, και επιτέλους να αντιμετωπίσουν το τραγούδι ως κάτι χειροπιαστό. Αυτό το τελευταίο είναι που περιμέναμε και λιγότερο, δεν το κρύβω. Τόσο, πάντως, η διασκευή τους στο 'Black Eyed Dog' του Nick Drake με τη Marie-Louise Munck στα φωνητικά (από Δανία μεριά), όσο και το 'Sad Sheep' με την Malou Houtman σε παρόμοιο ρόλο, δείχνουν πως τον έχουν τον αέρα της φόρμας. Εγώ, ωστόσο, τους προτιμώ σε ξερά, ερημικά post-rock ορχηστρικά τύπου 'Buzzbag Drive', με τις κιθάρες του παραγωγού Erik Drost των The Legendary Pink Dots ή σε αλά Kranky ενδοσκοπήσεις στιλ 'On The Road To Everywhere'. Δίσκος μίνι έκπληξη, αν δεν έχεις υψηλές απαιτήσεις. Πώς γίνεται αυτό, είναι το ερώτημα. Με συμβιβασμούς;


BirdbrainΤι έγραψα πριν δύο τεύχη για τους Taurpis Tula; Το μεγαλύτερο "μυστικό" του 2004, αναμφίβολα; Ε, λοιπόν, ανακάλυψα άλλο ένα στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού και μάλιστα ολωσδιόλου διαφορετικό, τους Birdbrain της τραγουδίστριας Yvette Perez. Πέρυσι το φθινόπωρο έβγαλαν το ντεμπούτο τους 'I Fly', πρώτο νούμερο για την άσημη Persian Cardinal Recordings. Καραμπάμ χάρμα ep χωρίς περιττές φλυαρίες.
Η Perez φορμάρισε αυτό το σχήμα ως κουαρτέτο το 1999 με έδρα το Brooklyn της Νέας Υόρκης μαζί με τους πνευστούς Peter Zummo (τρομπόνι), Don Trubey (άλτο σαξόφωνο) και Tim Noe (τενόρο σαξόφωνο). Όλοι τους έμπειροι και με θητεία σε άλλες μπάντες. Ο πρώτος, για παράδειγμα, από τους τρεις παρτενέρ της έχει συνεργαστεί με τους Steve Lacy, Alvin Lucier και John Lurie, ανάμεσα σε άλλους. Σήμερα έχει προστεθεί στο συγκρότημα και ο κρουστός Michael Evans, που στο 'I Fly' αναφέρεται μόνον στα
I flyευχαριστήρια. Προτίμησα μια πολύ πρόσφατη φωτογραφία τους, αν και είχα να διαλέξω από άλλη μια από ζωντανή τους εμφάνιση στο CB's Lounge, venue του θρυλικού CBGB, η οποία ενέπνεε την περισσότερο τσιτωμένη παρακμή που είδαν τα μάτια μου εδώ και καιρό. Αλλά και μουσικά, οι Birdbrain παρουσιάζουν την πιο ανατρεπτική πρόταση περί avant-garde pop που υπέπεσε στην αντίληψή μου προσφάτως. Μόνο με φωνή και τρία πνευστά σε κάτι που θυμίζει τη Dagmar Krause (που τη γνωρίζουν κάμποσοι) με συνοδεία τους Rova Saxophone Quartet (που τους αγνοούν οι περισσότεροι). Αν και δεν υπάρχουν εδώ κιθάρες και rhythm section, τα δέκα τραγούδια σε μόλις 22 λεπτά ξεβράζουν ένα αβίαστο feeling, σχεδόν punk-pop, με στίχους σαν επιτηδευμένα haiku που δύσκολα θα καταλάβει κανείς πέρα από την ίδια την Yvette Perez. Συμπτυγμένη ομορφιά που αντέχει σε επαναλήψεις, αλλά δεν σε χορταίνει ποτέ ολοκληρωτικά. Ψάξτε τη, θεωρώ τουλάχιστον μια ακρόαση επιβεβλημένη.

Τέλος, κάτι περίεργο, όσο και άκρως ενδιαφέρον, που μας ήρθε από το Salt Lake City της Utah, οι Marginal People. Σύμφωνα με όλα τα δεδομένα ιθύνων νους πίσω από αυτό το project είναι ο Abdullah Richard Lux, ο οποίος γράφει το σύνολο της μουσικής, παίζει μια ντουζίνα ανατολίτικα όργανα, αλλά κυρίως πλήκτρα, μπάσο και chapman stick. Το τελευταίο το έχω συνδέσει στη συνείδησή μου με έναν πολύ μεγάλο, τον Tony Levin (ακούστε τον στο 'Shock The Monkey' του Peter Gabriel, έτσι για το γαμώτο!). Το τρίο συμπληρώνουν ο σουηδικής καταγωγής drummer Bjorn Nilsson, που μένει επίσης στην ίδια πόλη, και ο κιθαρίστας Brian Cantwell από το Logan, λίγο βορειότερα. Το ντεμπούτο 'Problems Of Existence' κυκλοφόρησε στα μέσα Γενάρη μόνο
Problems Of Existenceμέσω διαδικτύου από τη δική τους Marginal People Records. Δίσκος με σαφές, διπλό, πολιτικό μήνυμα είναι αφιερωμένος στα παιδιά του Ιράκ, ενώ αφήνει και ποσοστό των εσόδων του στο πρόγραμμα "Women In Jeopardy" του YWCA. Από την άλλη του πλευρά, αυτή της μουσικής (τη σημαντικότερη, αν εξαιρέσουμε τις παραπάνω προθέσεις), το album είναι ένα ογκώδες instrumental cd, των 24 tracks και των 78 λεπτών, που κάνει πράξη ό,τι οι συντελεστές του πιστεύουν πως οφείλει η μουσική να είναι, δηλαδή ταυτόχρονα ρεαλιστική και πνευματώδης. Η χαλαρή, υπαινικτική ανάπτυξη, το σταδιακό χτίσιμο, οι περίπλοκες εναλλαγές, η ατμόσφαιρα και οι ιδέες που μπαίνουν και βγαίνουν σαν πινελιές που βάζουν τις τελικές, ελαφριές λεπτομέρειες στον καμβά, κάνουν αυτό το album μαγευτικό. Οι ηχογραφήσεις του άρχισαν το 2001 στα ιστορικά Buckingham Apartments στο κέντρο του Salt Lake City, επί της ουσίας αποκλειστικά από τον Richard Lux, και κράτησαν τέσσερα χρόνια. Οι μύθοι που τις ακολουθούν λένε πολλά για αυτές. Ας πούμε, λοιπόν, πως τόσο τα άλλα δύο σταθερά μέλη, όσο και ο καλεσμένος βιολιστής Marcello Musso, έπαιξαν τα δικά τους μέρη στα κομμάτια την ίδια μέρα που τα άκουσαν για πρώτη φορά και χωρίς καμία πρόβα. Τέλος πάντων, μη χάνουμε την απλή ουσία και αυτή είναι πως το 'Problems Of Existence' είναι ένας δίσκος με μαγνητικό, σπουδαίο περιεχόμενο, πέρα από κάθε προσδοκία. Η στήλη τον συστήνει ως ένα από τους πολύ σημαντικούς του πρώτου τριμήνου του 2005 που μέχρι της παρούσης πέρασαν στα ψιλά. Must, όπως και καθετί που θα χωνόταν έτσι απείρως βαθιά σε μια υπερβατική, ορχηστρική εκδοχή του Peter Gabriel.

PLAY-LIST στήλης (το βαρόμετρο της έσω εντροπίας μου) :

1.