Σημεία, μύθοι και τέρατα #1 - μέρος πρώτο


Το Παρίσι, ο Tom Waits κι ο τάφος του Jim Morrison

29 Μαΐου 2000: Ήταν η δεύτερη φορά που θα πήγαινα σε μια συναυλία του Tom Waits και η δεύτερη φορά που ήμουν στο Παρίσι. Το σκηνικό ήταν τελείως αλλιώτικο από την πρώτη συναυλία, στη Φλωρεντία, την μαγική πρώτη φορά. Είχα έρθει μόνη μου, ολομόναχη. Θυμάμαι που κάμποσο καιρό μετά, ένας γνωστός στον οποίο ανέφερα τυχαία το ταξίδι, έμεινε μ' ανοιχτό το στόμα: πώς ήταν δυνατόν μια γυναίκα, στον ανθό της ηλικίας της, να κάνει μόνη της ένα ταξίδι σε μια ξένη πόλη, εκτός συνόρων;

Μια ερώτηση χωρίς νόημα: Για μένα, τα σύνορα έχουν από χρόνια καταλήξει μια έννοια σχετική και δίσημη. Ενώ παράλληλα, λέξεις όπως "φόβος" και "τόλμημα" δεν τις προσπερνάω πια με έφηβη αμετροέπεια. Γιατί ξέρω πως κείνο που πάμε ν' αποφύγουμε δεν είναι ο φόβος μα το τόλμημα που τον ξεγυμνώνει.


La Grand RexΉταν Παρασκευή απόγευμα όταν το λεωφορείο μ' έφερε από το Άμστερνταμ στο Παρίσι. Να 'μουν, στην μεγαλούπολη-κληρονομιά του Hausmann, ακολουθώντας τα βήματα του Benjamin, σαν μια ετεροχρονισμένη θηλυκή ενσάρκωση του Baudelaire, μια ταπεινή flaneuse του εικοστού αιώνα. Δεν είχα κλείσει δωμάτιο, δεν είχα πρόγραμμα ξενάγησης, ούτε και ξεναγό. Είχα πάρει την απόφαση να μην επισκεφτώ κανένα απ' τους γνωστούς, να μείνω μόνη, να γυρίσω τις λεωφόρους της πόλης, εν αναμονή της συναυλίας, εν αναμονή μιας ακόμα στημένης εμπειρίας συνειδητοποίησης κι επανατοποθέτησης του πολιτισμικού μου γίγνεσθαι.

Κι αν το ταξίδι δεν είχε πρόγραμμα, είχε κάποια σημεία αναφοράς, όπως έχει κάθε προγραμματισμένη μετακίνηση. Για παράδειγμα, το εισιτήριο επιστροφής για την ερχόμενη Τρίτη το πρωί. Κι ήταν δεδομένο το πού θα βρισκόμουν τη Δευτέρα το βράδυ. Σ' ένα ειδικό τσαντάκι τυλιγμένο γύρω απ' τη μέση μου ήταν ένα απ' τα πολυτιμότερα αντικείμενα που είχα ποτέ στην κατοχή μου: ένα εισιτήριο για το Le Grand Rex, για τον κύριο Tom Waits.

Για το ενδιάμεσο διάστημα δεν είχα κανένα πλάνο. Mόνο έναν ταξιδιωτικό οδηγό που βαριόμουν να ξεφυλλίσω και την απόφαση να ξεπληρώσω ένα εφηβικό μου τάμα: ένα προσκύνημα στον τάφο του Jim Morrison. Όσο κι αν είχε περάσει μια δεκαετία από τότε που σκόπιμα έβαλα Doors να παίξουν, ήταν ακόμα παρούσα η ανάμνηση κάποιων ψυχεδελικών βιβλίων ποίησης και μιας βιογραφίας του Morrison: αντικειμένων με τα οποία έπλασα το δικό μου μύθο του ροκ εν ρολ, με φόντο τη μιζέρια της ελληνικής επαρχίας του ογδόντα.

Να' μουν λοιπόν, μετά από τόσα χρόνια, μια επιτυχημένη τυχοδιώκτισσα. Με μποέμικο θαυμασμό αναγνώριζα την ειρωνική επιτυχία που με ξέβρασε σε μια ακόμα μητρόπολη, σε μια ακόμα προσπάθεια να ξεχάσω τις ρίζες μου. Σ' αυτό το πολιτισμικό κομφούζιο, έστω κι αν δεν το ονομάτιζα έτσι τότε, ήθελα να πάω για ένα προσκύνημα στον τάφο ενός Αμερικάνου τζάνκι στο Παρισινό νεκροταφείο.


Live at Rex TheatreΤελικά το τριήμερο θα περνούσε με γρήγορους ρυθμούς. Με το που πάτησα το πόδι μου στην πόλη, διαπίστωσα το λάθος του να μην έχω κλείσει δωμάτιο. Αλλά και τι να έκανα; Ο κύριος Tom, όταν αποφάσισε να επιστρέψει 'στο δρόμο' μετά από κοντά δυο δεκαετίες αποχής, άρχισε να χρεώνει για τις συναυλίες όσο κι οι διάσημοι τενόροι της όπερας (και να εμφανίζεται, παρεμπιπτόντως στα ίδια θέατρα που εμφανίζονται κι οι εν λόγω τενόροι). Με δεδομένο το ποσό που είχα σκάσει για το εισιτήριο, μόνο ένα κρεββάτι σε κάποιο φτηνιάρικο youth hostel θα μπορούσε να ισορροπήσει κάπως τα πράγματα. Αλλά σύντομα ανακάλυψα ότι ακόμα κι αυτό το κρεββάτι θα είχε το τίμημά του.

"Έχετε μήπως ένα δωμάτιο για απόψε;"
"Όχι, όλα κλεισμένα".

Η συζήτηση επαναλήφθηκε σε διάφορες παραλλαγές, δια ζώσης ή και δια τηλεφώνου. Από πόρτα σε τηλεφωνικό θάλαμο και πάλι πίσω, όλο το πρώτο απόγευμα το πέρασα σε αναζήτηση στέγης. Τελικά, όπως συμβαίνει στο happy end άλλης μια ταξιδιωτικής ιστορίας κακοπέρασης, κάπου βρέθηκε ένα κρεββάτι. Υπό έναν όρο μόνο: έπρεπε να το αδειάσω την άλλη μέρα, πριν το μεσημέρι.

Και ούτω κάθ' εξής: κάθε πρωινό γύρναγα την πόλη για να βρω κατάλυμα και κάθε βράδυ την άραζα σ' όποιο hostel τύχαινε να 'χει ένα στρώμα πρόχειρο. Το σκηνικό της πόλης, τα πρωινά ξυπνήματα, ο καφές που έπινα με τις καθαρίστριες, οι ταξιδιώτες στα δωμάτια, θα μπορούσαν να είναι βγαλμένα από ένα τραγούδι του Tom. Θα μπορούσαν, αλλά δεν ήταν, εκτός κι αν έβαζα πολύ, μα πολύ ρομαντισμό στο κρασί μου. Δεν είναι μόνο που ο όρος 'ένα τραγούδι του Tom' έχει πάψει από χρόνια να σημαίνει ένα και μόνο πράγμα. Άσε που πια ο ίδιος ο κύριος Tom έχει φτάσει στο σημείο να πλασάρεται σαν καλός οικογενειάρχης ο οποίος, μαζί με τη σύντροφό του, προωθεί τους μουσικούς πειραματισμούς μέχρι εκει που τον βγάζει. Υπό αυτές τις συνθήκες, θα αποφύγω να του επιβάλλω μια παλιά περσόνα η οποία από καιρό έχει σταματήσει να κάνει πεζοδρόμιο σε κακόφημες συνοικίες.

Οι μέρες πέρασαν από hostel σε μουσείο κι από καφενέ σε καμπαρέ. Μέχρι και στον πύργο του Eiffel ανέβηκα -με τα πόδια. Ανεβαίνοντας σιγοτραγουδούσα το 'Alec Eiffel' των Pixies κατατροπώνοντας έναν ακόμα μύθο. Οι Pixies μιλάνε για τον μικρό τους Γάλλο ήρωα που έστησε το δημιούργημά του σε πείσμα όλων όσων έλεγαν "δεν έχει κανένα νόημα". Αλλά με το που θα ανέβεις στην κορυφή, ξέρεις ότι όντως δεν έχει κανένα νόημα ούτε ο σιδερένιος πύργος ούτε και το πείσμα σου που σε οδήγησε εκεί πάνω. Κατέβηκα με το ασανσέρ αποδεικνύοντας όχι μόνο ότι η έμπειρη καλοπέραση είναι αυτή που ακολουθεί συνειδητά την εκούσια αυτοτιμωρία, αλλά κι ότι κανένας απ' τους τουρίστες δεν θεωρεί τον εαυτό του τέτοιον.


Live at Rex Theatre 2Πήγα λοιπόν στο Πομιντού, πήγα και σε μια έκθεση του Πικάσο, γύρισα από δω, από κει, είδα πράγματα και θάματα, άνοιξα μέχρι και τον οδηγό και σημείωσα μερικά ακόμη μέρη στο χάρτη, έστω κι αν ήξερα ότι δεν είχα το χρόνο να δω ούτε ένα από αυτά. Αλλά στον τάφο του Morrison δεν πήγα. Όλο το ανέβαλα, όλο και κάτι άλλο προέκυπτε, όλο και δεν είχα χρόνο.

Μέχρι που ξημέρωσε Δευτέρα. Μετά τον καθιερωμένο πρωινό καφέ, δωσ' του πάλι απ' την αρχή προς αναζήτηση στέγης για το βράδυ. Τούτη τη φορά κατέληξα στο Hotel La France, ένα παρακμιακό κατασκεύασμα με αισθητική που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει βγει από το 'Blue Valentine'. Την είσοδο την μοιραζόταν με ένα μπαρ στο ισόγειο, το μονόκλινο είχε ξεφτισμένες εμπριμέ ταπετσαρίες και το μπάνιο δεν είχε πόρτα να το χωρίζει από το δωμάτιο. Είχε όμως μια μπαλκονόπορτα που έβλεπε στο δρόμο, με μια διάφανη κουρτίνα.

Ζύγισα το χρόνο διαμονής και την τιμή κι αποφάσισα να μείνω, αφού ενίσχυσα την κουρτίνα της μπαλκονόπορτας με το κάλυμα του κρεββατιού. Καθ' οδόν είχα εντοπίσει και το αστυνομικό τμήμα στη γωνιά του δρόμου, μια από τις λίγες φορές που ένα παρόμοιο κτίριο μου έδωσε μια αίσθηση ασφάλειας. Είχα μέρες να κάνω μια συζήτηση της προκοπής με κάποιον άνθρωπο κι αυτό φαινόταν στον τρόπο που μεγένθυνα τα πάντα γύρω μου.

Παρακάλεσα τον ξενοδόχο να με ξυπνήσει την άλλη μέρα το ξημέρωμα, για να προλάβω το λεωφορείο της επιστροφής. Εννοούσα βέβαια να με πάρει τηλέφωνο, καταπώς κάνουν τα κυριλέ τα ξενοδοχεία, γιατί το βράδυ είχα σκοπό όχι μόνο να κλειδώσω την πόρτα αλλά και να βάλω και την πολυθρόνα από πίσω για σιγουριά. Άφησα τα πράγματά μου κι έφυγα για το κέντρο της πόλης. Στον επόμενο θάλαμο που βρήκα, πήρα ένα τηλέφωνο στο σπίτι.

"Αν δεν έχω γυρίσει μέχρι αύριο το βράδυ, να έρθετε να με ψάξετε στο ξενοδοχείο La France."
"La France; Στο Παρίσι είσαι ακόμα;"
"Ναι."
"Τι ηλίθιο όνομα για ένα ξενοδοχείο στο Παρίσι!"

Ναι, όντως, ηλίθιο όνομα, δεν το 'χα προσέξει μέχρι τότε. Όπως και δεν είχα προσέξει πόσο ανέβαλα την επίσκεψη στον τάφο του Morrison. Ναι, είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε που έπαιζα τους δίσκους του κι ήξερα την ποίησή του απέξω κι ανακατωτά. Στο μεταξύ είχαν συμβεί τόσο πολλά. Είχαν βγάλει κι ένα έργο για πάρτη του, δεν πήγα ποτέ να το δω. Ούτε και τον τάφο του γούσταρα πια να επισκεφτώ, ποιος ο λόγος; Θα μπορούσα για λίγο να προσποιηθώ για ένα προσκύνημα σε μια ξεπερασμένη και παρατραβηγμένη εφηβεία, αλλά δεν το έκανα. Κάπου σ' ένα καφενεδάκι πέταξα το εφηβικό μου τάμα, την ίδια μέρα που θα πήγαινα να δω τον κύριο Tom Waits να παίζει - για δεύτερη φορά στη ζωή μου.


FirenzeΤην πρώτη φορά στη Φλωρεντία, στις 25 Ιουλίου του 1999, είχα θέση στην πρώτη σειρά του Teatro Comunale, ενός από τους πιο σικάτους χώρους της Τοσκάνης. Θυμάμαι τους Ιταλούς, τις αρχετυπικές μαφιόζικες φάτσες τους και τις βαρυστολισμένες γυναίκες τους να κάθονται δίπλα μου και να κοιτάνε συνέχεια προς τα πίσω, να δουν ποιος ήρθε, ποιος εμφανίστηκε. Τότε μου είχε κακοφανεί όλη αυτή η προσποίηση. Τζάμπα πουλημένα εισιτήρια, αν σκεφτείς πόσοι πραγματικοί οπαδοί περιμένουν για να δουν κάποτε τον κύριο Tom. Αλλά, είπαμε κι αυτός την έχει λερωμένη τη φωλιά του.

Τότε, στη Φλωρεντία, είχα μπει στο χώρο ντυμένη με τα ίδια ρούχα που φόραγα κι όλη μέρα στην παραλία του γειτονικού κάμπινγκ, ένα κόκκινο φουστάνι με μεγάλους πορτοκαλί ήλιους. Μια αγνή, απροσποίητη πρώτη Θεία Κοινωνία, χωρίς προετοιμασίες, χωρίς πλάνα. Στο Παρίσι πήγα μ' ένα κατακόκκινο λινό παντελόνι, πιο περιποιημένη, με μια πιο υποψιασμένη επιμονή στο κόκκινο χρώμα.

Αλλά το ντύσιμό μου δεν ήταν η μόνη διαφορά με την προηγούμενη συναυλία. Αν στην Ιταλία καθόμουν στην πρώτη σειρά με τους VIP, τώρα είχα ένα από τα 'φτηνά' εισιτήρια, πίσω πίσω, πάνω στην εξέδρα. Κι αν τότε είχα την τύχη να δω τον κύριο Tom από τόσο μα τόσο κοντά, τώρα η θέα θα ήταν λιγότερη. Αλλά η θέση είχε άλλα πλεονεκτήματα, όπως θα διαπίστωνα αργότερα.

Κλικ εδώ για το δεύτερο μέρος