Some cherries - Volume 7


EaglesΕύλογο το ενδιαφέρον για το 'Peace, Love And Death Metal' των Eagles Of Death Metal μετά τις πρόσφατες εξελίξεις στο στρατόπεδο των QOTSA. Ο Josh Homme -Carlo Von Sexron εδώ- άφησε έναν παλιό συμμαθητή του (που κάνει όμως κι εδώ την εμφάνισή του) και συνεργάστηκε μ' έναν άλλο, τον Jesse "The Devil" Hughes ανασταίνοντας ένα side project (αναμένεται άλλωστε και η solo δουλειά του δεύτερου) που προήλθε από άλλο side project (Desert Sessions 3&4). Φανερά, ακόμη και στο όνομα του group, το χιούμορ ("I'm lucky to be playing with this drummer" λέει κάπου ο Jesse) αλλά και η προσπάθεια απο-σοβαροποίησης του εγχειρήματος και διάχυτη η αίσθηση του αυθόρμητου, σχεδόν live (ο δίσκος γράφτηκε σε τρείς μέρες) και της πρόβας έτσι όπως τα τραγούδια σταματούν και ξαναρχίζουν με την παρότρυνση των drums και ο Jesse με τον Carlo σχολιάζουν το προηγούμενο ή συνεννοούνται για το επόμενο. Πουθενά λοιπόν το death metal ή οι Eagles αλλά παντού ευδιάθετο κλίμα, uptempo boogie και blues, οι Queens σε ελαφρότερες αποχρώσεις, riffs των Stones και garage. Η ανδρόγυνη φωνή του Jesse παραπέμπει έντονα στους Canned Heat ενώ κάποιες στιγμές ('Speaking In Tongues') κοιτά προς τους Cramps και ο Carlo απλός αλλά ακριβής και υπερκινητικός drummer σ' ένα δίσκο όπου η λέξη κλειδί είναι fun και, παρότι δεν διεκδικεί δάφνες, έχει μερικές πολύ καλές στιγμές ('Already Died', 'I Only Want You', 'Whorehoppin'', 'Flames Go Higher'). Ο εργασιομανής Homme έχει κάθε δικαίωμα να το ρίξει λίγο έξω κι εμείς επίσης κάθε λόγο να δεχτούμε την πρόσκληση να τον ακολουθήσουμε.

Απρόσμενη η επιτυχία των Archive με το 'Noise' που έγινε ανάρπαστο καθώς τα δισκοπωλεία δεν προλαβαίνουν ν' ανταποκριθούν στην ζήτηση. Επιτυχία που οφείλεται στο 'Fuck U', ένα μάλλον μέτριο τραγούδι που νομίζουμε ότι με άλλο τίτλο (πχ 'Love U') θα είχε διαφορετική τύχη και όπου το μόνο αξιοσημείωτο είναι ο επίπεδος και ανέκφραστος τόνος με τον οποίο μεταφέρεται ένα ακατάσχετο κατά τα άλλα υβρεολόγιο, απολύτως απρόσωπο έτσι όπως απουσιάζουν το αντικείμενο αλλά και οι αιτίες αυτής της οργής. Αυτό ακριβώς όμως το καθιστά "γενικής χρήσης", κατάλληλο και προσαρμόσιμο σε κάθε περίσταση, γεγονός ιδιαίτερα χρήσιμο σ' αυτό εδώ το μέρος όπου φταίνε πάντοτε οι άλλοι και ποτέ εμείς.


Modest Mouse posterΠοια μπορεί να είναι τα καλά νέα για όσους προτιμούν τα κακά; Ο Isaac Brock συνηθίζει τους χρησμούς τύπου Πυθίας και ο τίτλος της νέας δουλειάς των Modest Mouse δεν αποτελεί εξαίρεση. Με το 'Good News For People Who Love Bad News' επιστρέφουν μετά τέσσερα χρόνια, στα οποία ο Brock αντιμετώπισε τους προσωπικούς του δαίμονες και πολλές δύσκολες καταστάσεις ώστε ο τίτλος ν' ακούγεται αυτοσαρκαστικός, όπως άλλωστε και η φαινομενικά απλοϊκή uptempo μπαλάντα 'The Good Times Are Killing Me' που κλείνει τον δίσκο. Ο ίδιος δηλώνει ότι οι κακές εποχές πέρασαν και το Good News το πιστοποιεί, καθώς εδώ ο ήχος ακούγεται σίγουρος και τα τραγούδια περισσότερο συνεκτικά από ποτέ. Στέκεται ανάμεσα στο 'Moon And Antarctica' ('00) και το 'Lonesome Crowded West' ('97), αλλού ατμοσφαιρικό και αλλού δυνατό και θορυβώδες, χωρίς όμως την εσωστρέφεια του πρώτου και τις κυκλοθυμικές αλλαγές διάθεσης του δεύτερου. Παρόντα βέβαια όλα αυτά που κάνουν τον ήχο των Modest Mouse ιδιαιτερότητα στο indie rock, ο συνδυασμός lo-fi, indie, emo και americana που τραβά σε απρόβλεπτες κάθε φορά κατευθύνσεις με την φωνή του Brock να δίνει πάντα την εντύπωση πως βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού, παρών και ο δεύτερος κιθαρίστας και ιδρυτικό μέλος Dann Galluci μετά την θητεία του στους συμπολίτες Murder City Devils. Πολλές και οι καλές στιγμές, ατμοσφαιρική και αιχμηρή indie pop ('Float On', 'Ocean Breathes Salty'), έντονα rockers ('Bury Me With It', 'Dance Hall', 'Satin In A Coffin'), alt.country ('Bukowski') αλλά και εκπλήξεις όπως η πετυχημένη ενσάρκωση του Tom Waits ('This Devil's Workday') πλαισιωμένη από τους Dirty Dozen Brass Band. Από τις πιο αξιόλογες πρόσφατες κυκλοφορίες που στέκεται επάξια δίπλα στις προηγούμενες δουλειές τους και, εδώ δεν χρειάζονται χρησμοί γιατί τα νέα είναι οπωσδήποτε καλά.

Τα κακά νέα όμως έχουν την εξίσου κακή συνήθεια να συνοδεύουν τα καλά, έτσι λοιπόν οι Denali γίνονται το δεύτερο group (μετά τις Lilas) που ανακοινώνουν την διάλυσή τους λίγο καιρό αφότου η τελευταία δουλειά τους είχε παρουσιαστεί εδώ. Παρότι αναμενόμενη μετά την δηλωμένη πρόθεση δύο εκ των μελών να επιστρέψουν στο προηγούμενό τους group, κάνουμε προσπάθεια για ν' απομακρύνουμε τις μεταφυσικές προεκτάσεις του ζητήματος.

Στο μεταξύ όμως, την οριστική διάλυσή τους μετά από σχεδόν 20 χρόνια ανακοίνωσαν και οι Guided By Voices (αυτοί τουλάχιστον δεν φιλοξενήθηκαν ποτέ στα "κεράσια"), ύστερα από την κυκλοφορία τον Αύγουστο της νέας (15ης) ολοκληρωμένης δουλειάς τους 'Half Smiles Of The Decomposed'. "Πάντα έλεγα ότι όταν κάνουμε ένα δίσκο που θα με ικανοποιεί απόλυτα σαν τελευταίος τότε θα είναι το τέλος, και αυτό συμβαίνει τώρα" δηλώνει ο Robert Pollard.


Dresden DollsΌλα αυτά δεν φαίνεται ν' αγγίζουν την Amanda Palmer και τον Brian Viglione που απαρτίζουν τους Dresden Dolls, το καλύτερο νέο group της Βοστώνης σύμφωνα με τον τοπικό τύπο. Ζευγάρι και στην ζωή, αρκετοί θα βιαστούν αναπόφευκτα να υποδείξουν -μουσικούς- παραλληλισμούς με επιφανέστερα group-ζευγάρια, η απόσταση όμως είναι πολύ μεγάλη. Η αισθητική και η τεχνητή παλαίωση της εικονογραφίας του εξωφύλλου παραπέμπουν σε ατμόσφαιρα μεσοπολέμου και ο ήχος δείχνει συγκεκριμένα προς την Δημοκρατία της Βαϊμάρης, καθώς θα στεκόταν άνετα στα σκοτεινά cabaret της εποχής. Αντί όμως αναβιωτική καρικατούρα, η θεατρικότητα και το δράμα του cabaret συνυπάρχουν εδώ με ικανές δόσεις art-punk, ακόμη και goth στοιχεία. Ήχος λιτός που οδηγείται από το πιάνο της Amanda (υπεύθυνη για όλες τις συνθέσεις) και γεμίζει με τα ογκώδη drums του Brian, ενώ κυρίαρχη παντού η φωνή της πρώτης που ελίσσεται, κορυφώνεται και κατεβαίνει, γελά, θυμώνει και ψιθυρίζει, συμπληρώνοντας ό,τι της λείπει σε φωνητικές δυνατότητες με γνήσια ένταση και αγωνία που μερικές φορές αφήνει τον ακροατή να προσπαθεί να ξαναβρεί την ανάσα του, όπως μετά τις κραυγές "run Jack run" στο 'Half Jack', την δραματική κορύφωση του δίσκου παρότι έρχεται αρκετά νωρίς. Η Marlene Dietrich και οι άλλες ντίβες της εποχής (μερικές φορές η Amanda μιμείται και το βαρύ γερμανικό accent) συναντιούνται εδώ με την PJ Harvey αλλά και την Nico σε σκοτεινά και αισθησιακά τραγούδια με κυκλοθυμικές και απρόβλεπτες κορυφώσεις που ποτέ δεν ξεπέφτουν στο μελόδραμα ('Good Day', 'Gravity', 'Bad Habit'), αλλού επικρατεί ατμόσφαιρα τσίρκου ('Coin Operated Boy'), τα riot grrrls εμφανίζονται στο 'Girl Anachronism' ενώ υπάρχει θέση ακόμη και για μια περαστική αναφορά στο 'Paint It Black' ('The Jeep Song'). Στο επίσημο ντεμπούτο τους οι Dresden Dolls κεντρίζουν το ενδιαφέρον με μια δουλειά που στέκεται εντελώς ξέχωρα απ' όλη την υπόλοιπη σύγχρονη παραγωγή. Στο μεταξύ, η Amanda δηλώνει χαρούμενη επειδή βρήκε επιτέλους ένα δάσκαλο μουσικής που δεν της ρίχνεται κι έτσι θα μπορέσει να μάθει πραγματική μουσική!

Καλά νέα και για τον Tom Waits ο οποίος, μετά την διπλή κυκλοφορία του 2002, ετοιμάζει την αναμενόμενη νέα του δουλειά σ' ένα παλιό σχολείο στο Μισσισσιπή, με τον προσωρινό τίτλο 'Real Gone'. Οι πρώτες πληροφορίες μιλούν για πρωτόγονα ρυθμικά blues, ενώ ο ίδιος δηλώνει ότι είναι ευχαριστημένος κι ότι υπάρχουν τραγούδια για "πολιτική, αρουραίους, πόλεμο, απαγχονισμούς, χορό, αυτοκίνητα, πειρατές, φάρμες, το καρναβάλι και την αμαρτία, την μητέρα, ποτό, τραίνα και θάνατο, οι γνωστές δηλαδή παλιές βρωμοδουλειές". Δεν περιμένουμε τίποτε λιγότερο.


Roskilde 2004Συμπληρώθηκε σχεδόν το lineup του φετινού Roskilde Festival που θα γίνει στις παρυφές της ομώνυμης πόλης της Δανίας από 1 έως 4 Ιουλίου. Δίπλα λοιπόν στα ονόματα των David Bowie, Pixies, Korn, Hives, Morrissey που είχαν ανακοινωθεί από νωρίς προστέθηκαν οι Von Bondies, Kings Of Leon, Wire, Lali Puna, TV On The Radio, Shins, Muse, Sahara Hotnights, Broken Social Scene, Franz Ferdinand, Dropkick Murphys, Fatboy Slim, Basement Jaxx, Audio Bullys αλλά και πολλά ακόμη (περισσότερα από 150 στο σύνολο). Αξιόλογο και πολυσυλλεκτικό λοιπόν το roster που θα γεμίσει τις έξι σκηνές ενός από τα πιο ποιοτικά και καλύτερα οργανωμένα καλοκαιρινά φεστιβάλ της Ευρώπης. Αξιοσημείωτη είναι όμως και η λιγότερο θεατή πλευρά του φεστιβάλ, καθώς μεγάλο μέρος των κερδών διατίθεται κάθε χρόνο σε ανθρωπιστικούς σκοπούς. Για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά λοιπόν, η διοργάνωση του φεστιβάλ συνεργάζεται με τον Παλαιστινιακό οργανισμό υγείας και άλλες επιτροπές ιατρικής βοήθειας της Παλαιστίνης για την ανέγερση κέντρων υγείας στις απομονωμένες περιοχές που δημιουργήθηκαν εκεί με το κτίσιμο του τείχους ασφαλείας των Ισραηλινών, αποκόβοντας τους κατοίκους από κάθε είδους υποστήριξη. Διαφορετική λοιπόν και μάλλον εναλλακτική αντίληψη στο στήσιμο ενός μεγάλου rock festival, όπου φαίνεται ότι το κέρδος στο οποίο αποσκοπούν οι διοργανωτές βρίσκεται περισσότερο στην προσέλκυση του μεγάλου αριθμού επισκεπτών απ' όλη την Ευρώπη στην μικρή αυτή πόλη, με την οικονομική και τουριστική ανάπτυξη ολόκληρης της περιοχής που αυτή συνεπάγεται.