Το MiCρόβιο

Indie (;) τουρισμός

«Στο πλοίο στον Δούναβη, ο πρακτικογράφος θρηνεί την αξεστοσύνη των επιβατών, των σερβιτόρων, των καμαρότων, των πλανόδιων, των βαρκάρηδων. Έχει την χυδαιότητα εκείνων των τουριστών που αναζητούν τόπους αμόλυντους και νομίζουν πως μόνο οι άλλοι τους μολύνουν (...) Ο Κύζελακ είναι ένας από εκείνους του περιφρονητές της μάζας –πάμπολλοι τέτοιοι υπάρχουν και σήμερα- που στριμωγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο στο κατάμεστο λεωφορείο θεωρούν τους εαυτούς τους κατοίκους μετάρσιων μοναχικών κορυφών ή ραφινάτων σαλονιών και περιφρονούν ο καθένας τον διπλανό του».

Μπορεί κανείς εύκολα και δίχως να αλλοιώσει κατ' ελάχιστον το νόημα του παραπάνω αποσπάσματος από το περίφημο βιβλίο του Κλαούντιο Μάγκρις "Δούναβης", να αντικαταστήσει την λέξη "Δούναβης" με το "Αιγαίο", το "Ιόνιο", το "Λιβυκό, οποιοδήποτε άλλο ελληνικό (και μη) πέλαγος, και στη θέση του Κύζελακ να βάλει ένα οποιοδήποτε ελληνικό όνομα, Μάκη, Τάκη, Γιώργο, Νεφέλη (φυσικά). Κάποιον/α δηλαδή από όλους εμάς που βρεθήκαμε και τούτο το καλοκαίρι κάπου σε μια παραλία, με το "έξυπνο" τηλέφωνο ανά χείρας για να απαθανατίσουμε για νιοστή φορά το τελευταίο βότσαλο, το κάθε τηγανητό κολοκυθάκι, την αφεντιά μας επίσης, με προτεταμένο το χέρι σαν σε χαιρετισμό selfie αποθέωσης, φωτογραφικό τρόπαιο "ήμουν κι εγώ εκεί", wannabe Ροβινσώνες σε κάποιο νησί, παστωμένοι φευ και συνωστισμένοι με άλλους επίδοξους Ροβινσώνες, στραβοκοιτώντας με περιφρόνηση και υπεροψία ο ένας τον άλλο στην δίπλα πρώτη πετσέτα-ξαπλώστρα στο κύμα, μα πως αποκαλύφθηκε και αυτό το καλά κρυμμένο μυστικό (ωωω κι εσείς εδώ καλέ, τι σύμπτωση;!). Μήπως για την περίσταση, αντί για την βαθιά φιλοσοφημένη και σοβαρή πένα ενός Μάγκρις να μας λείπει περισσότερο ένας Τσιφόρος, για να πάρει στο βραστό όλη τούτη την γενιά και τον τρόπο που προσπαθεί -χαριτωμένα και εκνευριστικά- να επιτελέσει την μετα-καρτεσιανή υπαρξιακή επιταγή "distinguo ergo sum", διαφέρω άρα υπάρχω (ή μήπως είναι της μαμάς, αυτής που μας έμαθε εξ απαλών ονύχων ότι είμαστε ΟΙ μοναδικοί, ΟΙ καλύτεροι επί γης;),; Αυτής που ψοφάει για ατομικότητα στην εποχή της μαζικότητας κι ας είναι παστωμένοι σε τούτη εδώ την παραλία όπου τα πράγματα είναι δύσκολα, πως να ξεχωρίσεις, όσο πιο γυμνή η σάρκα τόσο μικρότερες γαρ οι διαφορές (ααα βλέπω χτύπησες κι εσύ τατουάζ;). Μας μένουν οι εμπειρίες, οι οποίες δεν μπορεί να είναι και αυτές κάτι λιγότερο από μοναδικές, το ηλιοβασίλεμα, το βιβλίο που θα κοτσάρουμε με αβάσταχτη ελαφρότητα (και φυσικά θα φωτογραφήσουμε και θα ποστάρουμε). Α, και τα "τρομερά" φρέσκα ψάρια (Σενεγάλης) στο δυσπρόσιτο ταβερνάκι της κυρα-Μαρίας...

Για όσους ανακατευόμαστε με τα πίτουρα της ίντυ σκηνής δεν θα μας είναι διόλου ξένη μια τέτοια νοοτροπία. Οι περισσότεροι μουσικογράφοντες έχουμε μάλιστα κατακεραυνώσει-ελεεινολογήσει κατά καιρούς την αντίστοιχη στάση, αυτή η οποία καταδικάζει συλλήβδην την μαζικότητα (πόσες φορές δεν έχετε ακούσει για ξεπουλήματα στις μεγάλες εταιρείες και τις μεγάλες μάζες;) στην αναζήτηση μιας ιδιωτικής και αποκλειστικής ακροαστικής ταυτότητας η οποία καταλήγει στην υπερβολή της στο σύνθημα "ακούω συγκροτήματα που ακόμη δεν υπάρχουν". Ένα φαινόμενο πάντως το οποίο δεν είναι ούτε μόνο σημερινό ούτε ασφαλώς αποκλειστικό προνόμιο της ίνδυ κοινότητας (όσο κι αν λατρεύουμε να την μισούμε), εννοείται δεν είναι ελληνικό, και επιπλέον έχει σαφώς και μια πραγματική(ιστική) βάση. Δεν ξέρω αν είναι υγιής ή όχι, μακριά από μένα η εύκολη και αβασάνιστη ιατρικοποίηση και οι αποδόσεις κόμπλεξ και συμπλεγμάτων, αλλά αποτυπώνει, έστω και άγαρμπα, μια αλήθεια της ζωής. Να την βαφτίσουμε "κατάρρευση υπό το βάρος μιας επιτυχίας;" Αν πάρουμε ως case study το παραπάνω ταβερνάκι της κυρα-Μαρίας, για αναλογιστείτε τι πρόκειται να συμβεί όταν μια διθυραμβική αναφορά σε αυτό σε ένα κάποιο Lonely Planet ή στα κείμενα ενός κάποιου ...influencer φέρει στις καρέκλες τους τις ορδές που θα θέλουν να γευτούν και αυτές την εμπειρία των μοναδικών της μποστανένιων κολοκυθακίων (αχ αυτή η γενική του πληθυντικού!). Μαζί τους θα έρθει όμως το άγχος, η ακόμη και με καλές προθέσεις επιδίωξη ικανοποίησης του κοινού, εν τέλει μοιραία θα αρχίσουν οι ποιοτικές εκπτώσεις. Πόσες φορές δεν το έχουμε δει να συμβαίνει το ίδιο και με μπάντες και καλλιτέχνες που λυγίζουν κάτω από το βάρος των προσδοκιών του κοινού και της ίδιας τους επιτυχίας τους; Όλοι όμως είχαν καλές προθέσεις. Ο δρόμος προς στην κόλαση είναι ανέκαθεν στρωμένος με δαύτες.

Σε ένα καταπληκτικό του (και προφητικό αν σκεφτούμε ότι γράφτηκε το 1958) κείμενο του με τίτλο "Μια θεωρία του τουρισμού", ο γερμανός διανοούμενος, αμφιλεγόμενος μεν από πολλές πλευρές αλλά γι' αυτό ποτέ προβλέψιμος και κοινότοπος και βαρετός, ο Χανς Μάρκους Εντσεσμπέργκερ είχε γράψει: "ο ταξιδιώτης μόνο και μόνο με την παρουσία του καταστρέφει αυτό που στην πραγματικότητα αναζητά: αυθεντικότητα και τοπικό χρώμα". Νομίζω ελάχιστοι θα φέρουν κάποια αντίρρηση σε αυτή την παρατήρηση (εξαιρώντας βέβαια τον εαυτό τους, γιατί είπαμε, Τουρίστας είναι πάντα ο Άλλος, ο κάθε Εαυτός είναι Ταξιδιώτης). Ακόμη κι αν δεν βρέθηκαν συνωστισμένοι στα στενά της Σαντορίνης προσπαθώντας να χειροκροτήσουν το ηλιοβασίλεμα, κι ας μην βρέθηκαν στο διάβα αποβατικών επιχειρήσεων ορδών αγχωμένων να βρεθούν εκεί που προτείνει ως must το Trip Advisor τουριστών. Μπορεί και να αναπολήσουν εκείνη την παλιά "αθώα" εποχή, τότε που ένας Γεωργίτσης με έναν Εξαρχάκο (στην παλιά "καλή" ταινία "Γοργόνες και Μάγκες") περίμεναν στο ήσυχο νησί τους τουρίστες για να τους αφήσουν τα "ωραία τους τα λεφτά" (και αυτοί τελικά να αποδεικνύονται μπατιράκια και "πειναλ-τουρίστες" που έγραφε και ο Ψαθάς), ανυποψίαστοι για τα "καλά" που θα έφερνε η ανάπτυξη στον τόπο τους. Ακόμη και τα διάφορα Φαληράκια, Λαγανάδες ή Benidorm του κόσμου τούτου, εμβληματικές φάμπρικες άλλοτε του φτηνού μαζικού τουρισμού, εκεί όπου η Ευρώπη συναντούσε την μεσογειακή χαλαρότητα και ξεφλόκιαζε μαντρωμένη για μια χρονιά προτεσταντικής αυστηρότητας, φαντάζουν αθώα με το σημερινό μάτι μπροστά στην επέλαση του σύγχρονου τουρισμού που έχει μετατρέψει κάθε άκρη και γωνιά σε δυνητικό προϊόν. Ήταν που είχαν κάτι το τεχνητό αλλά γνήσιο, μια σύμβαση που όλοι την γνώριζαν, ακόμη και ο πιο μεθυσμένος από πετρελαιούχο παντς Άγγλος: καμία επίφαση κουλτούρας και πολιτισμού. Πούρο ξεσάλωμα μοναχά.

Και κάπως έτσι, με στρατηγικές κινήσεις, ταξιαρχίες τουριστών βρέθηκαν να έχουν πλέον καταλάβει κάθε γωνιά πόλεων όπως η Βαρκελώνη, το Παρίσι, το Βερολίνο κι ένα σωρό άλλων, ο διατρητικός ήχος από τις ερπύστριες-ροδάκια βαλιτσών ακούγεται ακόμη και στην ανυποψίαστη γειτονιά τους, με τις ίδιες να μετατρέπονται σε γιγάντια πάρκα-μουσεία αναψυχής, καταναλωτικά γκέτο και playground εμπειριών (οι οποίες εμπειρίες αποτελούν το νέο πολύτιμο αγαθό ενός μετα-καπιταλιστικά διαμορφούμενου κόσμου ο οποίος στρέφεται από την κατοχή αντικειμένων στο βίωμα -δεν συμβαίνει και στη μουσική κάτι ανάλογο;). Και τους κατοίκους τους κομπάρσους στις "Ντίσνεϋλαντ", αν δεν εκδιώκονται κιόλας (και ας μην πιάσουμε το θέμα των εργαζομένων και τις συνθήκες εργασίας). "At home he's a tourist", έλεγαν κάποτε οι Gang of Four.

Αξίζει πάντως στο σημείο αυτό να σημειώσουμε ότι μπορεί σήμερα η βιομηχανία του τουρισμού να η πρώτη παγκοσμίως σε τζίρο, εν τούτοις δεν έχει βαθιές ρίζες στον χρόνο όντας σχεδόν αποκλειστικά ένα δημιούργημα της νεωτερικής εποχής (να την πούμε διαφωτισμένη ή θα μπλέξουμε;). Για πολλούς αιώνες, το ταξιδεύειν ήταν ένα προνόμιο μιας μικρής πλούσιας κάστας, είτε μιλάμε για τους παλαιότερους περιηγητές και προσκυνητές είτε για το τζετ-σετ των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Στο άξια μοσχοπουλημένο (και σίγουρα ιδεολογικά προκλητικό) βιβλίο του "Sapiens, Μια σύντομη ιστορία του ανθρώπου", ο Yuval Harari αναιρεί τη φυσικότητα της ανάγκης για διακοπές και ταξίδια ανάγοντας την στους μύθους του ρομαντικού καπιταλιστικού καταναλωτισμού, με σπαρταριστές προτάσεις όπως: "η ελίτ της αρχαίας Αιγύπτου δαπανούσε την περιουσία της για να χτίζει πυραμίδες και να ταριχεύει τους νεκρούς της, αλλά κανείς τους δεν είχε διανοηθεί να πάει για ψώνια στη Βαβυλώνα ή για σκι στη Φοινίκη. (...) Ένας πλούσιος άντρας στην αρχαία Αίγυπτο δεν θα είχε διανοηθεί ποτέ να ξεπεράσει μια κρίση στη σχέση του πηγαίνοντας τη γυναίκα του διακοπές στη Βαβυλώνα. Αντίθετα, μπορεί να της είχε χτίσει τον πολυτελή τάφο που πάντα ήθελε". O tempora o mores...

Όπως και να 'χει δεν μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός ότι στο μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης ιστορίας οι μετακινήσεις γίνονταν κατά βάση είτε συντεταγμένα με τα όπλα στο χέρι, είτε ασύντακτα μπροστά στην απειλή των όπλων (όπως εξακολουθεί να συμβαίνει και σήμερα). Μόνο με τα χρόνια το προνόμιο της μετακίνησης από περιέργεια (αλλά και ανία) άρχισε να διαχέεται σε πιο κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία έτσι απέκτησαν και αυτά ένα δικαίωμα στο όνειρο, να δουν π.χ. once in a lifetime την Βενετία ή το Παρίσι (η Βαβυλώνα είναι πια ντεμοντέ). Κι αν σε κάποια εξωτική παραλία του Νότου, οι τουρίστες που έχουν πληρώσει λίγες δεκάδες Ευρώ σε κάποιο αεροπορικό φορτηγό μιας low-cost μεταφορικής μπορεί και να συναντηθούν με πρόσφυγες και μετανάστες που έχουν πληρώσει κάτι εκατοντάδες ευρώ σε σαπιόβαρκες δουλεμπόρων, μία εμπειρία ακόμη λοιπόν... (που έλεγε ο "ποιητής"). Κάποτε κάποιοι αφελείς αισιόδοξοι μίλησαν για την φιλελευθεροποίηση και τον εκδημοκρατισμό που θα έφερναν τα κοινωνικά μύδια, το free downloading ή οι πλατφόρμες σαν τα διάφορα Airbnb και τα Uber, μάλλον αγνοώντας τόσο την ελευθερία όσο και την δημοκρατία σαν ένα έστω και ουτοπικό νόημα.

Οι προβληματισμοί για το "τι κάνουμε τώρα" διαβάζω ότι συζητούνται τα τελευταία χρόνια διαρκώς σε όλα τα επαγγελματικά συνέδρια του κλάδου, με τη συνήθη αντιπρόταση να είναι ότι ο κόσμος πρέπει να στραφεί/καθοδηγηθεί και σε άλλους πιο "εναλλακτικούς" (ίντυ!) προορισμούς-αμόλυντα κρυμμένα μυστικά (με πιθανότατα αποτέλεσμα να υποστούν και αυτοί τις ίδιες συνέπειες μακροπρόθεσμα). Κάτι που δείχνει ότι στο θέμα αυτό δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις. Και αν η αντίσταση έχει ήδη ξεκινήσει, από τα κάτω αλλά και από τα πάνω, συνθήματα "Tourist Go Home" έχουν εμφανιστεί στους τοίχους, στην Μαγιόρκα τουρίστες βομβαρδίστηκαν με ...καβαλίνες, διαδηλώσεις έγιναν στη Βαρκελώνη όπου οι αρχές πλέον δεν δίνουν άδειες για νέα ξενοδοχεία, στο Άμστερνταμ απαγορεύτηκε το άνοιγμα νέων μαγαζιών με είδη αποκλειστικά για τουρίστες, στην Ίμπιζα απαγορεύτηκε το ...σεξ στην παραλία και στην Ρώμη μετά τις 10 δεν επιτρέπεται η δημόσια κατανάλωση αλκοόλ, το ερώτημα παραμένει. Απαγορεύσεις; Πότε λύθηκε ένα ζήτημα με απαγορεύσεις;

Θυμάμαι πριν πολλά χρόνια, πριν από ένα καλοκαιρινό φοιτητικό ταξίδι στην Σκιάθο είχα ρωτήσει έναν μεγαλύτερο σε ηλικία φίλο, άριστο γνώστη κάθε γωνιάς νησιού τι έχει να προτείνει, και μου είχε δώσει μια απάντηση η οποία μες στην υπερβολή της μου εντυπώθηκε και σχεδόν αποτέλεσε οδηγό για κάθε ταξίδι έκτοτε: "να διαβάσεις πρώτα όλο τον Παπαδιαμάντη". Σε ανάλογο πνεύμα μπορεί κανείς να φαντασιωθεί μεταξύ σοβαρού και αστείου ρυθμιστικές παρεμβάσεις του τύπου: "θέλεις να ανέβεις κ. Τουρίστα στην Ακρόπολη ή να μπεις στο μουσείο του Φαν Χοχ; Αν δεν συμπληρώσεις σωστά ένα ερωτηματολόγιο "ποιοι ήταν οι αρχιτέκτονες του Παρθενώνα" ή "ονοματίστε έναν πίνακα του Βαν Χοχ", καλώς ήρθες, ...100 Ευρώ το εισιτήριο".

Αυτό θέλουμε λοιπόν; Τη μετατροπή πάλι του τουρισμού σε ένα ελιτίστικο (άρα και ταξικό) προϊόν; Άραγε μπαίνει όμως ξανά το τζίνι μέσα στο μπουκάλι κι ο Αίολος στον ασκό του; Είμαστε μπροστά σε μια ακόμη πρόκληση χωρίς ορατή διέξοδο, σε μια ακόμη αναπόφευκτη διαλεκτικά κατάσταση "ουδέν καλόν αμιγές κακού" (και τούμπαλιν); Και επίσης, σε ατομική-προσωπική βάση, τι κάνουμε; Σταματάμε τα ταξίδια; (δικαιώνοντας και έναν φίλο ο οποίος μπορεί να αναπτύξει ολόκληρη θεωρία εναντίον τους) Επαναπροσδιορίζουμε και σε ποια βάση την ατομικότητα με την κοινωνικότητα; Και εν τέλει, πόσο εύκολο είναι τελικά να μείνει κανείς καθαρός και συνεπής σε ένα αξιακό σύστημα όταν ζει σε έναν κόσμο ο οποίος τον αναγκάζει διαρκώς σε αντιφατικές συμπεριφορές, σε έναν κόσμο όπου κάθε επιλογή, τι θα φας, τι θα πιεις, τι θα δεις, τι θα ακούσεις, κρύβει ιδεολογικές και ταυτοτικές φορτίσεις;

Το μόνο βέβαιο ίσως είναι ότι οι λύσεις των σημερινών προβλημάτων (αλλά και τα αυριανά προβλήματα) είναι αφάνταστες και αδιανόητες για τον τωρινό μας νου, αυτές μάλιστα συνήθως βρίσκονται μέσα σε εκείνες που αποκηρύσσονται ως "ανεφάρμοστες". Αν υπάρχουν κιόλας λύσεις, ή αν όπως ράπαραν κάποτε οι Terror X Crew, ισχύει το αξίωμα "έχω ένα πρόβλημα για κάθε σου λύση".

Μέχρι τότε πάντως, για πείτε... Ακούσατε τίποτις καλό καινούργιο τελευταία;; Και ψαγμένο φυσικά, εννοείται!

Το MiC-ρόβιο
Υπεύθυνος για την καλλιέργεια και την επώαση: Αντώνης Ξαγάς