Το MiCρόβιο

Τα διλήμματα της Παναγιάς της Παρισιώτισσας

Αν ήταν ταινία, βιολιά θα έπαιζαν στακάτα και νευρικά, μαζί μπορεί και αγχωτικά σύνθια, υπογραμμίζοντας την ανάγκη γρήγορης δράσης και ταχείας αποφασιστικότητας και εντείνοντας την αγωνία. Γιατί τα πράγματα εν προκειμένω είναι πραγματικά σοβαρά: πυκνοί καπνοί σας έχουν ζώσει, ήδη δεν βλέπετε καν την έξοδο από το φλεγόμενο κτίριο του μουσείου, ο πολύτιμος πίνακας του Ρέμπραντ που κουβαλάτε για να τον σώσετε σας έχει κόψει τα χέρια, είναι η βαριά κορνίζα βλέπετε, από πάνω σας ήδη ακούτε τα δοκάρια να τρίζουνε, κάθε δευτερόλεπτο μπορεί όλα να καταρρεύσουν. Και ξάφνου, κάπου σχεδόν δίπλα σας, μέσα από την πύρινη λαίλαπα που θα ‘λεγε κι ένας …καλός δημοσιογράφος, ακούγεται το παραπονεμένο νιαούρισμα μιας παγιδευμένης γατούλας. Τι κάνετε;
. . . . .

Στην πραγματική ζωή νομίζω οι περισσότεροι θα είχαμε παρατήσει τα πάντα, γάτες, πίνακες και ο σώζων εαυτόν σωθήτω, εν τούτοις ας μην αφήσουμε τον ενστικτώδη (και ίσως σωτήριο) πραγματισμό να επικρατήσει, ευτυχώς οι πιθανότητες να βρεθούμε σε μια τέτοια απόλυτα διλημματική κατάσταση δεν είναι πολύ μεγάλες. Και η παραπάνω φανταστική περιγραφή δεν είναι τίποτε άλλο από μια δραματοποιημένη αναπαράσταση του διλήμματος που είχε θέση κάποτε ο προβοκάτορας Ελβετός γλύπτης και ζωγράφος Αλμπέρτο Τζιακομμέτι. Ο ίδιος είχε σπεύσει να δώσει και την δική του απάντηση: θα έσωζα την γάτα. Κάμποσα έχουν γραφτεί έκτοτε για την ερμηνεία του αφορισμού, για την σχέση Ζωής και Τέχνης, για προτεραιότητες και σημαντικότητες, περί της γονιμότητας του προβληματισμού διατηρώ ωστόσο κάποιες αμφιβολίες, η διλημματική σκέψη σπανίως είναι και παραγωγική.

Αλλαγή σκηνικού, πιο κοντά στην πραγματικότητα: ένα βράδυ του Απρίλη του 2019, όλο το παγκοσμιοποιημένο χωριό σε απευθείας σύνδεση (o tempora) παρακολουθεί υπό το αταβιστικό δέος που προκαλεί η Φωτιά τις φλόγες να γλύφουν τις αρχαίες πέτρες και κάποια στιγμή να καταπίνουν το βέλος της Παναγίας των Παρισίων… Ένα 9/11 συναίσθημα είναι η πρώτη αντίδραση, μια συγκίνηση, πιστή αλλά και άπιστη, είναι και που το Παρίσι είναι λίαν οικείο στους κατοίκους αυτής της μεριάς του πλανήτη και φορτισμένο με κάθε είδους μνήμες και προβολές και συμπαραδηλώσεις (και Ντίσνευ, γιατί όχι;), φυσικά και προσωπικές, και με πιάνω να θυμάμαι που βρέθηκα κάμποσες φορές απέξω, …στίφος (sic) κι εγώ μαζί με τα στίφη των λοιπών τουριστών που ήρθα να βάλουν check στην λίστα με τα SOS to do, γιαπωνέζων (μια κατηγορία μόνη τους), σκέιτερς, αστακών αστυνομικών, ποτέ όμως δεν προσπάθησα να μπω μέσα (αυτή η έμφυτη αντιπάθεια για τις ουρές), περισσότερο είχα σκοπό να δω από όσο πιο κοντά γίνεται τα διαβόητα τερατόμορφα γκαργκόιλ (γκαρκούγιες όπως διαβάζω στον Σαραντάκο τις αποκαλούσε ο Βάρναλης) που κοσμούν (και κατά ειρωνεία της τύχης προστατεύουν από το νερό της βροχής και το Κακό) το εξωτερικό του χτίσματος (και ένα εξ αυτών υπάρχει και στο εξώφυλλο εκείνου του ανήκουστο-ανήκεστου δίσκου των Current 93 «Dogs blood rising»).

Τέλος πάντων και καλό, ο ναός αποδείχθηκε εφτάψυχος και άντεξε, πληγωμένος, καπνισμένος και λίγο ταλαιπωρημένος, αλλά είναι εκεί όρθιος, εις πείσμα και της καταστροφολαγνικής υστερίας και του πανηγυριού φημών που στήθηκε τις πρώτες ώρες, ακόμη και στα πιο επίσημα «σοβαρά» μέσα και ουχί μόνο στα καφενεία των κοινωνικών μυδίων, στα οποία, παραγράφοντας τον Μαλλαρμέ, έτσι κι αλλιώς ο κόσμος υπάρχει για να γίνει τελικά ένα ωραίο …ποστ. Δεν ξέρω λοιπόν πόσο ενδιαφέρον θα είχε να σταθεί κανείς στις εν θερμώ (κυριολεκτικά) αντιδράσεις, στους αναπόφευκτους συμψηφισμούς («ναι αλλά τότε όταν καιγόταν το τέμενος του Βαγιαζήτ δεν κάνατε έτσι»), τις ισοπεδωτικές συμβολοποιήσεις («καίγεται το σύμβολο της ιεράς Εξέτασης, της καταπίεσης της καθολικής εκκλησίας και του σκοτεινού Μεσαίωνα»), άλλωστε οι σοβαροί παντο-σχολιαστές λίγες ώρες αργότερα είχαν ήδη τρέξει πίσω από το νέο κόκαλο επικαιρότητας, γαβ γαβ γαβ, άποψη, μετά πετιέται το επόμενο, τρέξιμο, γαβ γαβ γαβ, άλλη άποψη, και έτσι πάει λέγοντας και …γαβγίζοντας.

Ωστόσο, από όλον τον θόρυβο περισσότερο στάθηκα (και μου …στάθηκε) το παρακείμενο σκίτσο του Βαγγέλη Παπαβασιλείου στην ‘Εφημερίδα των Συντακτών’ που εξέφρασε με το πενάκι του και μια γενικότερη άποψη εκπορευόμενη κυρίως από τον χώρο της πάντα ευαίσθητης και ανθρωπιστικής αριστεράς (και της μαχητικής μεν, ενίοτε όμως εργαλειακής και …πληκτρολογιακής überidentification με τους κάθε λογής αναξιοπαθούντες). Από την μία ο φλεγόμενο ναός, από την άλλη το άψυχο κορμάκι του μικρού Αϊλάν όπως το έβγαλε το κύμα του Αιγαίου, στην μέση το αποσβολωμένο συγκινημένο πλήθος να του έχει γυρίσει την πλάτη. Να το πάλι το δίλημμα του Τζιακομμέτι σε αναπαραγωγή, και σε ακόμη πιο δραματική και απόλυτη έκφραση. Και σαν να το βλέπω σχεδόν με τα μάτια μου το δάχτυλο της ηθικής κατακεραύνωσης και κατηγόριας να υψώνεται μέσα από το σκίτσο (και φυσικά υπόρρητης ανωτερότητας). Ντουβάρια από την μία, μια παιδική ψυχή από την άλλη (όσο και αν η μορφή του έχει γίνει και αυτή …ποπ, διόλου περιέργως σε μια εποχή όπου ο ίδιος ο θάνατος έχει καταντήσει …ριπάρισμα). Ποιο μήνυμα άραγε θέλει να μεταδώσει ένας τόσο ακραίος διαζευκτικός «ή … ή» μανιχαϊσμός, ένας τόσο άκυρος σχετικισμός; Σκέφτομαι το δίλημμα να το τραβήξω ad absurdum και σε άλλες δραστηριότητες. Μια μαζική συναυλία για παράδειγμα. «Γιατί χορεύετε ρε;», γιατί γελάτε και τραγουδάτε ενώ δίπλα σας πνίγονται παιδάκια; Ζει κανείς έτσι; Μήπως χρειάζεται και μια δόση «κοινωνικής ανευθυνότητας», όπως το είχε διατυπώσει ο Φάυνμαν;

«Το ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν, το περιμένουμε. Όλοι ξέρουμε ότι η ζωή μας θα τελειώσει. Η καταστροφή ενός μνημείου του πολιτισμού είναι όμως κάτι διαφορετικό. Η γέφυρα, με όλη της την ομορφιά και γοητεία, χτίστηκε για να υπερβεί τα μέτρα της ανθρώπινου χρόνου. Έστεκε εκεί σε μια προσπάθεια μας να αγγίξουμε την αιωνιότητα. Μια νεκρή γυναίκα είναι μία από μας, αλλά η γέφυρα, είναι όλοι εμείς, για πάντα». Ήταν 1993 όταν γράφονταν οι γραμμές αυτές, από την Σλαβένκα Ντράκουλιτς, η γέφυρα στην οποία αναφέρεται είναι η περίφημη Στάρι Μοστ, η «παλιά γέφυρα» δηλαδή του Μόσταρ, που έστεκε από τον 16ο αιώνα και καταστράφηκε από βομβαρδισμό της από κροατικά στρατεύματα προκαλώντας τότε παγκόσμια συγκίνηση και αποτροπιασμό (κατά την δημοσιογραφική αργκό). Και τις κρατώ αυτές τις γραμμές, όχι ως μια απάντηση αλλά ως μια υπέρβαση κάθε ανάλογου άτοπου, και στην καρδιά του, απάνθρωπου διλήμματος.

Κλείνοντας (;) πάντως την ιστορία, όπως η γέφυρα του Μόσταρ αποκαταστάθηκε πλήρως και πανηγυρικά, «όπως ήταν», δέκα χρόνια αργότερα, έτσι και η Νοτρ Νταμ θα έχει αποκατασταθεί σε πέντε χρόνια όπως δήλωσε αποφασιστικά ο Μακρόν (μεγάλος γκαντεμόσαυρος μεταξύ μας), «με σεβασμό στο παρελθόν» εννοείται. Άραγε σε ποιο παρελθόν; Του 13ου αιώνα που ξεκίνησε να φτιάχνεται; Του 19ου αιώνα όταν και είχε προστεθεί το βέλος που κατέρρευσε και οι περισσότερες διαβολικές μορφές; Και η ίδια η φωτιά όμως δεν εγγράφηκε πλέον και αυτή στο «παρελθόν» του ναού, δεν αποτελεί μέρος της ιστορικής του διαδρομής; Και τα ερωτήματα, που το καθένα θα άξιζε όχι ένα άρθρο, αλλά ολόκληρο βιβλίο, συνεχίζουν να πέφτουν σχοινί-κορδόνι: Πόσο δραστική μπορεί να είναι μια παρέμβαση αποκατάστασης (re-storation, κρατήστε το πρόθημα “re”); Εστιάζει στην αυθεντικότητα; Και τι σημαίνει άραγε «αυθεντικότητα» σε ένα μνημείο; Και πως προσλαμβάνεται μια τέτοια «αυθεντικότητα»; (θυμάμαι ένα καταπληκτικό κείμενο του Επίκουρου –όχι του αρχαίου φιλόσοφου, του κριτικού γεύσης- που έλεγε ότι κι αν είχαμε στα χέρια μας όλα τα υλικά και λεπτομερή συνταγή για ένα αρχαίο ελληνικό φαγητό, «δεν έχουμε τις ίδιες γευστικές προσλαμβάνουσες, τις μόδες, τα γούστα και τα συμφραζόμενα της κουλτούρας της εποχής για να έχουμε την ίδια γευστική εμπειρία και να δώσουμε το ίδιο γαστρονομικό νόημα»). Και άραγε μειώνει κάτι από την συγκινησιακή βαρύτητα ενός π.χ. Άουσβιτς το γεγονός ότι τα περισσότερα τεκμήρια του εγκλήματος είναι μεταπολεμικά ανακατασκευασμένα; Έπρεπε π.χ. η ιστορική Frauenkirche της Δρέσδης να ξαναχτιστεί «όπως ήταν», ή να παραμείνει ένας σωρός ερείπια που θα θυμίζουν την βαρβαρότητα ενός βομβαρδισμού (όπως την είχε κρατήσει για 40 χρόνια το ανατολικογερμανικό καθεστώς;) Και αν μας ενδιαφέρει τόσο η αυθεντικότητα και η ιστορική ακρίβεια, γιατί δεν ξαναβάφουμε και τον Παρθενώνα πολύχρωμο και πλουμιστό «όπως ήταν»; Μήπως γιατί μας χαλάει την εθνική αφήγηση για τους προγόνους μας, με το λιτό και άσπιλο λευκό «στου γλαυκού το γειτόνεμα» που έλεγε ο ποιητής; Μήπως λοιπόν μία απάντηση δεν θα ήταν ότι κάθε μνημείο, και κυρίως κάθε ματιά σε ένα μνημείο, κάθε παρέμβαση (ακόμη και κάθε «βανδαλισμός»), δεν είναι παρά προϊόν και αντανάκλαση της εποχής του, και των ιδεών για το παρελθόν που αυτή κουβαλά, ανοιχτό σε ερμηνείες και διάλογο και τελικά έρμαιο της απόφασης της εκάστοτε εξουσίας, πολιτικής αλλά και ιδεολογικής; Και της σύγχρονης μανίας της re-storation, του κάθε είδος “re-”, «επανα-», είτε μιλάμε για botox και χρωμοβαφή και τον τρόμο της λευκής τρίχας είτε για ένα πανανθρώπινο μνημείο (ο δημιουργός του μνημείου για το ολοκαύτωμα που υπάρχει στο κέντρο του Βερολίνου, όταν ρωτήθηκε για τα πάρα πολλά ραγίσματα που έχουν εμφανιστεί, απάντησε αφοπλιστικά: «έχουμε ρυτίδες και στο πρόσωπο μας, τι πειράζουν τα ραγίσματα στο μνημείο;»), σε αρμονία με ένα γενικότερο πνεύμα ρετρολαγνείας και αναζήτησης μιας κάποιας «αυθεντικότητας», μιας κρυμμένης αμόλυντης ουσίας (ίσως γι’ αυτό κάποιος να το χαρακτήριζε νεορομαντικό ή ακόμη και νεοπλατωνικό) την οποία οφείλουμε να ανακαλύψουμε, σε κάθε επίπεδο, από το συλλογικό μέχρι το απόλυτα προσωπικά, κι έτσι άλλος καταλήγει να την ψάχνει στις βουνοκορφές του Αναπούρνα, άλλος σε swinger βραδιές και άλλος γράφοντας μυθιστορήματα για την ανακάλυψη του πραγματικού Εαυτού (έτσι, με κεφαλαίο).

Κι αν κάπως προσθέσαμε μια την κωμική-σαρκαστική νότα, έχει εν τούτοις μια τραγικότητα το μάταιον του εγχειρήματος της αντιστροφής του χρόνου, της επιστροφής στο «όπως ήταν», ακόμη και για τα άψυχα έργα μας, κόντρα στην ροή του αγώνα, κόντρα στο ακατανίκητο «τα πάντα ρει» που είπε κι ο Ηράκλειτος και τραγούδησε η …Ελένη Λεγάκη (με Χριστόδουλο Ξηρό στο μπαγλαδαμάκι), κόντρα στον χρόνο που όλα θα τα καταπιεί, ακόμη και τα πιο μεγάλα άστρα στην μαύρη τρύπα του.

Και είναι καλά έτσι… Νομίζω…

Το MiC-ρόβιο
Υπεύθυνος για την καλλιέργεια και την επώαση: Αντώνης Ξαγάς