Bazooka

Δέκα στιγμές από τη ζωή μιας μπάντας

Σπαρταριστή συνέντευξη των noise rockers από το Βόλο, με αφορμή την κυκλοφορία του νέου τους άλμπουμ, Άχρηστη Γενιά. Του Γιάννη Πολύζου

Υπήρξε κάποια στιγμή που αντιληφθήκατε ότι κολλάτε μεταξύ σας σαν παρέα και σαν μπάντα, ότι υπάρχει η περίφημη χημεία;
Ξάνθος (φωνή, κιθάρα): Βασικά η παρέα υπήρχε από αρκετά παλιά, από το σχολείο. Ήμασταν παρέα και είχαμε και δύο διαφορετικές μπάντες, ήμασταν άλλα τρία άτομα... Κι ακούγαμε παρόμοιες μουσικές, μιλάγαμε γι' αυτά που ακούγαμε, κάναμε πρόβες στο σπίτι του Γιάννη...
Γιάννης (ντραμς): Ναι, στο δωμάτιό μου ξέρω 'γώ, δίπλα στο κρεβάτι είχα τύμπανα και στον τοίχο απέναντι είχα δυο-τρεις ενισχυτές. Ήταν ένα άλλο παιδί, ο Στάθης, που είχε φτιάξει στούντιο στην ταράτσα του, σ' ένα δώμα. Ο Ξάνθος κι ο αδερφός του παίζανε στο σπίτι της γιαγιάς τους. Σκέψου ότι οι Bazooka υπάρχουν από το 2008 και οι παρέες και τα τζαμαρίσματα παίζανε από το 2005 ας πούμε. Και μετά από μερικά χρόνια οι δύο μπάντες ενώθηκαν, εξ ου και τα δύο ντραμς και τα λοιπά.

Θυμάστε κάποια στιγμή, σε κάποια πρόβα ας πούμε, που νιώσατε ότι το πράγμα άρχισε να δένει, να γίνεται πιο... μπάντα;
Βασίλης (κιθάρα): Από μικροί βασικά το παίρναμε αρκετά σοβαρά.
Γ: Βασικά το παίρναμε αρκετά σοβαρά στο κεφάλι μας. [γέλια] Και στη μουσική μας, δηλαδή όταν παίζαμε νιώθαμε σα μια γροθιά ρε παιδί μου, δεν υπήρχε τίποτα άλλο στον κόσμο, όταν παίζαμε παίζαμε, τέλος. Αλλά σαν μπάντα, με την έννοια ότι θα κάνω κάτι μεγάλο και τα λοιπά, άργησε λίγο να 'ρθεί η συνειδητοποίηση...
Β: Και ο τρόπος να το κάνεις.
Ξ: Έχουμε περάσει από πολλά σχήματα βασικά, στην αρχή ήμασταν πέντε, μετά όταν κατεβήκαμε Αθήνα μείναμε τρεις, μετά γύρισαν κάποιοι, μετά έφυγε κάποιος, και αυτό πάντα δημιουργούσε μία ανασφάλεια ας πούμε για το πού πηγαίνει... Αλλά πηγαίνει, και γενικά δε σταματήσαμε ποτέ να κάνουμε πρόβες, να γράφουμε κομμάτια.

BazookaΠοια είναι η πιο σημαντική στιγμή όταν γράφετε ένα κομμάτι;
Ξ: Όταν πια δεις ότι αυτό το κομμάτι βγάζει νόημα και τραβάει στο σύνολο, γιατί μπορεί να ξεκινήσεις να γράφεις ένα κομμάτι και να μην πάει πουθενά. Όταν πλέον αρχίζει αυτό το πράγμα να ολοκληρώνεται και νά 'χει το δικό του κόσμο κάπως, αυτή είναι η πιο σημαντική στιγμή.
Γ: Υπάρχει και η αρχική αίσθηση, όταν το πρωτοβγάζεις και είναι έτσι πιο ακατέργαστο και υπάρχει ένας ενθουσιασμός, λες εδώ κάτι υπάρχει και σε οδηγεί να το ακολουθήσεις, νιώθεις ας πούμε μια ώθηση ρε παιδί μου, αλλά πάντα θες να το ψάξεις λίγο παραπάνω, να γίνει ένα fine tuning, ξέρεις.
Άρης (μπάσο): Εμένα μ' αρέσει κι όταν κλείνει επιτέλους το κομμάτι και το παίζουμε λάιβ, και καταλαβαίνουμε κι εκεί πάνω πόσο καλά στέκεται. Το λάιβ είναι το αποκορύφωμα ας πούμε.

[ Άκου: Ψυχoθήκες]

Κάποια στιγμή - ένα τραγούδι βασικά - που νιώσατε ότι γράψατε κάτι πολύ διαφορετικό ή καλύτερο απ' ό,τι είχατε κάνει μέχρι τότε;
Ξ: Εγώ δεν τό 'χω νιώσει έτσι, προφανώς κάθε φορά που γράφουμε κάτι καινούριο έχουμε την αίσθηση πως είναι καλύτερο από τα προηγούμενα, γιατί είναι καινούριο και χαιρόμαστε που είναι καινούριο κι έχουμε περισσότερη καύλα μ' αυτό.
Α: Εγώ νομίζω ότι κάπως το επιδιώκουμε κάθε τραγούδι που γράφουμε να είναι άλλη φάση από τα προηγούμενα.
Γ: Νομίζω ότι ένα τραγούδι που μ' έκανε να δω κάποια πράγματα αλλιώς ήτανε το 'Ένα Κορίτσι στην Ακτή', ήταν το πρώτο που γράψαμε με ελληνικό στίχο και για μένα αυτό ήταν κάπως... σαν αποκάλυψη ρε παιδί μου. Μας διευκόλυνε για να κάνουμε αυτό το βήμα νομίζω και το γεγονός ότι ο Ξάνθος κι ο Μπίλυ παίζουνε και στους Gay Anniversary, που είχαν ήδη ένα κομμάτι στα ελληνικά.
Ξ: Βασικά ήτανε συνολικό, δεν είχε να κάνει μόνο με τους Gay Anniversary, εγώ και ο Μπίλυ είχαμε αρχίσει ν' ακούμε μπάντες με ελληνικό στίχο και είχαμε πάει και τουρ στην Αμερική θυμάμαι, και προσωπικά με είχε επηρεάσει με κάποιο περίεργο τρόπο, έβλεπα τους ανθρώπους που είναι απ' την Αμερική και είναι η γλώσσα τους τα αγγλικά και, ξέρεις, τους βγαίνει πολύ εύκολα, και σκέφτηκα ότι εμείς είμαστε ξένοι ας πούμε. [γέλια] Με την έννοια ότι μιλάς ελληνικά ρε παιδί μου οπότε γιατί να μη γράψεις και κάποιο τραγούδι στα ελληνικά; Δε λέω ότι είναι καλύτερο από τα αγγλικά ή όχι, καμία σχέση, απλά τώρα, βλέπεις, κάνουμε μια συνέντευξη και μιλάμε ελληνικά, γιατί να μη γράψεις κι ένα κομμάτι στα ελληνικά; Και αυτό σε οδηγεί και σε άλλα πράγματα στη μουσική μετά, δηλαδή πώς θα κάτσει ο στίχος πάνω στη μουσική, ξέρεις, με το μέτρο, να κάνεις τα ελληνικά να ακούγονται πιο μελωδικά και να μην είναι απλά έτσι, δεν ξέρω, απότομα και επιθετικά.
Γ: Ένα άλλο κομμάτι πρόσφατο που μου έχει φανεί έτσι, άλλη φάση, είναι το 'Ζούγκλα', που έχει ένα ρυθμό πιο... έθνικ να τον πεις; Ένα πιο φολκλόρ, πιο τροπικό ρυθμό, πιο γκρούβα στο μπάσο και στις κιθάρες, έχει κουδούνα, αλλά το ριφ αυτό καθαυτό είναι σκοτεινό, είναι βαρύ. Αυτό το συνδυασμό δεν τον έχουμε ξανακάνει και νομίζω ότι μετά από το 'Κορίτσι' - που ήταν για μένα σταθμός - μετά είναι αυτό.

Μια στιγμή απόλυτης ικανοποίησης που έχετε ζήσει με την μπάντα;
Β: Το πρώτο τουρ, για μένα.
Γ: Είχαμε περάσει ωραία σ' αυτό, ναι.
Ξ: Εγώ είμαι ευχαριστημένος όταν ένα λάιβ πάει καλά. Καλά με την έννοια ότι έχουμε παίξει καλά, γουστάρει κι ο κόσμος, έχει και κόσμο, τότε είμαι φουλ ευχαριστημένος. Κι όταν ηχογραφούμε ένα τραγούδι και βλέπω τι...λέει. Αυτές είναι οι στιγμές μου.
Γ: Για μένα η στιγμή αυτή έρχεται όταν είσαι πάνω στη σκηνή και παίζεις κι έχεις ξεχάσει τα πάντα, κι αυτό το βλέπεις να μεταφράζεται στον κόσμο και σ' το δίνει πίσω ρε παιδί μου, χορεύουνε, φωνάζουνε, κι εσύ γουστάρεις ακόμα πιο πολύ και αυτό το πράμα φορτώνει φορτώνει φορτώνει, και μετά κατεβαίνεις απ' τη σκηνή και δε λες τίποτα, δε χρειάζεται να πεις κάτι, ξέρεις, δε χρειάζεται καν να πεις στους άλλους "Πω πω μαλάκες τι λαϊβάρα ήταν αυτή", είναι κάποιες φορές που κανένας δε μιλάει και όλοι ξέρουν ότι "Πω ρε φίλε ήταν γαμώ τις φάσεις", όλοι το νιώσαμε ταυτόχρονα κάποιες στιγμές... εε, τι γελάς; Τι γελάς ρε βλάκα; [γέλια]
Ξ: Για πες...
Γ: Τι γελάτε ρε μαλάκες; [γενικευμένα γέλια]
Β: Ο Γιάννης είναι ο μόνος που γκρινιάζει μετά απ' τα λάιβ, σε κάθε λάιβ! [γέλια] Όποτε οι υπόλοιποι λέμε ότι ήταν καλό, ο Γιάννης γκρινιάζει.
Γ: Κι όποτε γουστάρω εγώ τρελά και λέω ήτανε τούμπανο η φάση, οι άλλοι είναι "Μπα, δε μ' άρεσε καθόλου". [γέλια]

BazookaΜια στιγμή που το κοινό σας εξέπληξε με την αντίδρασή του; Θετικά ή αρνητικά...
Γ: Καλά, αυτά όλα παίζουν, και συναυλίες που δεν κουνιέται φύλλο και συναυλίες που γίνεται χαμός ξέρω 'γώ, συναυλίες που μπορεί να έχουμε πολύ κακό ήχο...
Ξ: Έχουν παίξει συναυλίες που δεν ήρθε ο ηχολήπτης για παράδειγμα. Στο τελευταίο λάιβ στην Ιταλία δεν ήρθε ο ηχολήπτης ποτέ.
Γ: Υπάρχει ένας θεός στην Ουγγαρία, σ' ένα ροκ κλαμπ, ένα υπόγειο που κάνει χρόνια συναυλίες, το Zappa Cafe...
Ξ: Ναι, στη Βουδαπέστη.
Γ: ...και είναι ένας τύπος πολύ τρελιάρης, είναι φυσιοθεραπευτής ξέρω 'γώ, και έρχεται, σου κάνει μασαζάκι, μιλάει έτσι νευρικά, πολύ γρήγορα, κάνει έναν ήχο της πλάκας, έτσι για λίγο, και σηκώνεται και φεύγει στη μέση του σόου!
Ξ: [γέλια] Και πάνω απ' το στέιτζ υπάρχει ένα γλυπτό, η προτομή του, έτσι τεράστια.
Γ: [γέλια] Ναι, ναι, η φάτσα του, με το μούσι και τη μύτη, έτσι ένα τεράστιο κεφάλι αυτού του τύπου ξέρω 'γώ, ο οποίος δεν είναι ο ιδιοκτήτης, απλά είναι μορφή εκεί πέρα. Και είναι στάνταρ, στη μέση του λάιβ θα σηκωθεί και θα φύγει. Την τελευταία φορά που είχαμε πάει, είχε καεί ο ενισχυτής του Ξάνθου κι αυτός δεν ήταν πουθενά, εμείς αυτοσχεδιάζαμε, συνδέαμε εκεί ό,τι βρίσκαμε κι ο τύπος άφαντος. Ρωτούσες το μαγαζάτορα, ήταν μεθυσμένος, δεν ήξερε τίποτα. [γέλια] Από κοινό και τα λοιπά, μας έχουν τύχει σχεδόν όλα, 'ντάξει, δεν ξέρω αν έχει γίνει κάτι ακραίο...
Ξ: Ακραίο τι εννοείς, να βγάζουν τα βυζιά τους έξω;
Γ: Ξέρω 'γώ, να πετάνε κιλότες. [γέλια]
Β: Η πλάκα είναι όταν ξεκινάς ένα λάιβ με υψηλές ή χαμηλές ας πούμε προσδοκίες και γίνεται ακριβώς το αντίθετο. Θυμάμαι το τελευταίο λάιβ που παίξαμε στη Βουλγαρία που έγινε της πουτάνας φίλε! [γέλια] Πάθαμε πλάκα, γιατί λέμε τώρα στη Σόφια τι θά 'χουμε, δυο-τρία άτομα, είδαμε και το venue που ήταν μεγάλο, λέμε πω ρε φίλε χάλια, θά 'ναι άδειο. Και μαζεύτηκε κόσμος της πουτάνας, και γουστάρανε όλοι! Γ: Αυτό το λάιβ ταιριάζει στην ερώτηση σου ακριβώς, ήταν το ένα λάιβ που παίξαμε περισσότερο από ποτέ, δύο ώρες και κάτι, δηλαδή από ένα σημείο και μετά ο κόσμος δεν έφευγε, φώναζε, κι αρχίσαμε να παίζουμε πράγματα που παίζουμε στις πρόβες, μισά κομμάτια, τζαμάραμε, είχε πάει ξέρω 'γώ τι ώρα κι εμείς βαρούσαμε ακόμα...
Β: Δε μας άφηναν να κατέβουμε οι τύποι.

Υπάρχει μια στιγμή της μέρας που δε σκέφτεστε τους Bazooka; Που η μπάντα γίνεται βάρος;
Β: Ε ακόμα κι όταν γίνεται βάρος, πάλι το σκέφτεσαι. [γέλια]
Ξ: Δε γλυτώνουμε! [γέλια]
Β: Μπα, δεν υπάρχει τέτοια στιγμή, δηλαδή όλοι σκεφτόμαστε το γκρουπ όλη την ώρα.
Γ: Για μένα υπάρχει, έρχονται στιγμές που σκέφτομαι άλλα πράγματα, δουλειά, το μέλλον, τι σκατά θα γίνει... Αλλά τον περισσότερο καιρό η μπάντα είναι προτεραιότητα, πρόβες, ηχογραφήσεις, συναυλίες, πώς θα οργανώσεις το promotion. Εντάξει, γενικά, αν θες να το πας δυνατά είναι σα full time δουλειά, πρέπει να είσαι εκεί, να το σκέφτεσαι συνέχεια.

Μια στιγμή που είπατε δεν πάει άλλο, τα παρατάμε;
Ξ: Για μένα όχι.
Β: Εντάξει, στην αρχή όταν κατεβήκατε Αθήνα, που έφυγαν τα παιδιά;
Ξ: Δεν είπα τα παρατάω, είπα ότι ζορίστηκα. Αλλά να πω τα παρατάω, όχι. Θα το πω μόνο αν δω ότι η μουσική μας δε με ικανοποιεί.
Γ: Εμένα μου έχει περάσει απλά απ' το μυαλό, δεν τό 'χω πάρει ποτέ στα σοβαρά. Αλλά εντάξει, τόσα χρόνια μπάντα είμαστε, ο καθένας νομίζω έρχεται κάποια στιγμή που έχει αμφιβολίες. Δεν ξέρω, εσείς τι λέτε;
Α: Εγώ έχω φύγει από την μπάντα, άρα το έχω σκεφτεί.
Γ: Νομίζω ότι είναι φυσικό αυτό, όταν είσαι με κάποιους ανθρώπους τόσα χρόνια μαζί, είναι μια ανθρώπινη σχέση, περνάει και τις κρίσεις της, για Χ λόγους, μπορεί να είναι προσωπικοί, μπορεί να είναι μουσικοί. Δε νομίζω ότι υπάρχει μπάντα που να τα πήγαινε πάντα τέλεια.
Ξ: Είναι σα να έχεις σχέση μ' ένα κορίτσι χρόνια ρε παιδί μου.
Γ: Ναι, κανονικά!
Β: Μόνο που εδώ έχεις σχέση με τρία! [γέλια]
Γ: Ναι, εδώ έχεις και τα κορίτσια και τις πεθερές! [γέλια]
Α: 'Ντάξει ρε παιδί μου, μπορεί να είσαι σ' ένα mode όπου, ξέρεις, λες ότι δεν τραβάει το πράγμα, αλλά αυτό μπορεί να συμβεί με το καθετί. Αλλά όταν το γουστάρεις αυτό που κάνεις, ξέρεις, δεν μπορείς να πεις έτσι απλά τον πούλο, τα παρατάμε. Εκτός κι αν φτάσουμε...πενήντα πέντε ξέρω 'γώ.
Β: Πενήντα τέσσερα;
Α: Πενήντα τέσσερα είσαι κομπλέ. [γέλια]

BazookaΜια στιγμή που σας έχει μείνει από την περιοδεία στην Αμερική;
Β: Όχι. [γέλια]
Ξ: Διάφορες φάσεις, άσ' το.
Γ: Καλά, εκεί ήτανε σουρεάλ η φάση, εντελώς. Είναι και άλλος πολιτισμός, βασικά, δεν ξέρω.
Ξ: Μας είχανε σταματήσει οι μπάτσοι δυο φορές. Εγώ αυτό θυμάμαι, παίζαμε σε μια γκαλερί, έτσι σα βιομηχανική αποθήκη, κι εκεί που κοπανιόμαστε ακούω τα τύμπανα από πίσω μου να σταματάνε και κοιτάζω πάνω και βλέπω μπάτσους.
Γ: Φαντάσου τώρα μια φάση αποθήκη όπου γίνεται κάνα λάιβ πού και πού, στήνουμε, μαζεύεται κόσμος, αρχίζουμε να παίζουμε full on και γουστάρουμε, αρχίζει κι ο κόσμος να γουστάρει και σηκώνω το κεφάλι από κει που χτυπούσα τα ντραμς και βλέπω ένα τύπο ένστολο σε φάση... να μου κουνάει το χέρι έτσι, και το άλλο χέρι στη ζώνη σα να...δεν ξέρω ρε παιδί μου, έτσι φουλ τσιτωμένος. Σε φάση "Σταματήστε, ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΤΩΡΑ!"
Ξ: Καλά, φοβερή φάση ήταν όταν φτάσαμε Νέα Υόρκη Δεκέμβρη μήνα και είχε χιο-νο-θύ-ελ-λα...
Γ: ...κι ο θεός ο Μπίλης μιλάμε είχε σκάσει ο τύπος με κοντομάνικο, ήμασταν όλοι με μπουφάν και σκούφους ξέρω 'γώ - τώρα μιλάμε Νέα Υόρκη Δεκέμβρη μήνα με χιονοθύελλα και το αεροπλάνο έκανε γύρω στα τρία τέταρτα έξτρα κύκλους μέχρι να βρει να κατέβει - κι ο Μπίλης σκάει αεράτος στο αεροδρόμιο με κοντομάνικο, έξω χιόνιζε γάμα τα κι ο Μπίλης δεν είχε πάρει καν μπουφάν μαζί του... [γέλια] Καλοκαιρινός τύπος.
Β: Έτσι, εντελώς. [γέλια]

Μια στιγμή από την ηχογράφηση της Άχρηστης Γενιάς;
Ξ: Όταν ανακαλύψαμε το σουβλατζίδικο δίπλα στο στούντιο. [γέλια]
Β: Είναι ο λόγος που θα πάμε να ξαναγράψουμε. [χαμός]
Ξ: Φοβερό σουβλάκι.
Β: Σκατά ήχος αλλά το σουβλάκι γαμώ. [γέλια]
Γ: Ωραία στιγμή ήταν η ηχογράφηση του 'Δεμένος στο Κρεβάτι Σου', αυτό το κομμάτι ήταν ένα τέικ, όλο λάιβ, με τα φωνητικά, όλα κομπλέ, δηλαδή η ηχογράφηση που ακούς δεν έχει καμία επεξεργασία, αυτό για μένα ήταν πολύ... πωρώθηκα ας πούμε. Και δοκιμάσαμε να το ξαναγράψουμε μετά αλλά δε μας άρεσε, κρατήσαμε το πρώτο τέικ, το πρώτο τέικ ήταν το άψογο, κι αυτό εμένα μ' ενθουσίασε εκείνη τη στιγμή, ήταν ωραία στιγμή.

Μια στιγμή που ονειρεύεστε να ζήσετε με τους Bazooka;
Α: Ζούμε κάθε μέρα με τους Bazooka. [γέλια]
Γ: Δεν ξέρω, εγώ σκέφτομαι όλο αυτό που κάνουμε να επηρεάσει πολύ ας πούμε, συγκροτήματα εδώ, εγχώρια, έτσι ώστε αυτοί μετά να επηρεάσουν κι εμάς, να υπάρχει έτσι μια ανταπόδοση, ένα πήγαιν' έλα μουσικό και νά 'ναι διαφορετικά πράγματα, να μην είναι ας πούμε όλα ένα στυλ, νομίζω ότι αυτό είναι το όνειρό μου, κάποια στιγμή αυτό που κάνουμε να καταχωρηθεί ως μια φάση που κίνησε κάτι.

[Δες: Άχρηστη Γενιά]