Crippled Black Phoenix

Train to disaster

Ο Justin Greaves απαντά σε πολλά και διάφορα που δεν ξέρετε και ίσως ενδιαφέρεστε να μάθετε, σε μια κουβέντα που ρέει απ' την αρχή σαν το νερό. Του Θάνου Σταυριανάκη

Μέσα από έναν τεράστιο όγκο συγκροτημάτων και κυκλοφοριών κάθε χρόνο, πρέπει να διαλέξεις, να ξεσκαρτάρεις και να προτείνεις στον κόσμο. Μερικές φορές ο ρόλος του μουσικού κριτικού, τουλάχιστον για εμένα προσωπικά, γίνεται ολοένα και περισσότερο εξωστρεφής. Σπανίως πλέον βρίσκω κάτι να μου αρέσει πραγματικά και να με συναρπάσει. Η αγάπη για τη μουσική φθείρεται και επαναπροσδιορίζεται κάτω από άλλο πρίσμα και το φως που περνάει από μέσα του έχει ένα χρώμα εντελώς διαφορετικό από εκείνο των μετεφηβικών μου χρόνων. Οι Crippled Black Phoenix μου αρέσουν, και όχι μόνο μου αρέσουν, μου αρέσουν πολύ. Χαίρομαι που επιτέλους σε λίγες μέρες θα δούμε ένα συγκρότημα στην ώρα του, που μόλις έχει κυκλοφορήσει το πρώτο του album. Χαίρομαι επίσης που εκτός από καλοί μου φίλοι, δείχνουν και καλοί άνθρωποι. Τουλάχιστον οι δύο από τους οχτώ που συνομίλησα μαζί τους. Ο Justin Greaves (κιθάρες/ τύμπανα - στίχοι, μουσική και εγκέφαλος της μπάντας) και ο Κώστας Παναγιώτου (πλήκτρα).


Crippled Black Phoenix 2MiC: Μια ερώτηση που μ' αρέσει να ξεκινάω τις συνεντεύξεις μου. Ποιος είναι ο μύθος πίσω από το όνομά σας;

Justin: Είναι στίχοι του Big Loader, ενός τραγουδιού των Iron Monkey (της παλιάς μου μπάντας). Από τότε ένιωθα συναισθηματικά δεμένος με το όνομα Crippled Black Phoenix, εγώ ήμουν πίσω από αυτό στα credits ενός album των Teeth of Lions Rule the Divine. Μάλιστα, είχα και μια δισκογραφική η οποία λεγόταν "Black Phoenix Records". Δεν υπάρχει κάποιος μύθος πίσω από το όνομά μας, αλλά όπως σου είπα, αισθάνομαι ότι με εκφράζει κατά κάποιον τρόπο. Μάλιστα, έχει για μένα διάφορες ερμηνείες, όπως για παράδειγμα κάτι που καταστρέφεται ενώ το νομίζαμε αθάνατο, και αυτό δείχνει πόσο εύθραυστη είναι η ζωή, αντιπροσωπεύει τον τρόπο που βλέπω διάφορες καταστάσεις τις οποίες έζησα τα τελευταία χρόνια και γενικότερα το ότι όσο άσχημα και αν φαίνονται όλα, όσο απαισιόδοξος και αν αισθάνεσαι, πάντα υπάρχει τρόπος να ανασυρθείς μέσα από αυτά, βρίσκοντας μια νέα δύναμη. Ο καθένας θα μπορούσε να το ερμηνεύσει διαφορετικά, η σημασία που του δίνω εγώ μπορεί να είναι διαφορετική από αυτή που θα έδινε κάποιος άλλος, αλλά αυτό είναι το καλό: αν κάποιος μπορεί να δει κάτι περισσότερο στο όνομα (της μπάντας μας), τότε ίσως μπορεί να καταλάβει και κάτι που ήταν ήδη κρυμμένο πίσω από αυτό.

MiC: Justin, τι ήταν αυτό που σε οδήγησε σε αλλαγή μουσικής κατεύθυνσης; Υπάρχει περίπτωση στο μέλλον να ξαναπαίξεις για κάποια μπάντα πιο κοντά στο στιλ της παλιάς;

Justin: Να σου πω την αλήθεια δεν το πολυσκέφτομαι. Τα τελευταία χρόνια είχα απογοητευτεί κάπως από τη "heavy" σκηνή εδώ στην Αγγλία. Για πολύ καιρό πίστευα ότι δε δοκιμάζεται τίποτα το καινούριο στο είδος αυτό, αλλά τελικά σκέφτομαι ότι ίσως δε θα έπρεπε να προσπαθούμε να αλλάξουμε τον τρόπο που παίζουμε "doom" ή όπως αλλιώς θα ήθελες να το πεις, ότι ίσως θα πρέπει να παραμείνει ζωντανό όπως είναι. Ασχολούμαι, λοιπόν, με κάτι τελείως διαφορετικό. Όταν άρχισα να γράφω τραγούδια, ήταν για μένα μια πολύ άσχημη περίοδος, ήταν πολλά αυτά που ήθελα να βγάλω από μέσα μου, αλλά και πολλά πράγματα που είχα στο μυαλό μου κι όμως, δεν ήθελα να πω τίποτα. Πενθούσα για το χαμό δύο φίλων μου, δεν ήθελα να πάω σε περιοδεία, ούτε καν να παίξω σε οποιαδήποτε μπάντα. Δεν είχα ως στόχο να γράψω ένα album, ήθελα μόνο να γράψω μουσική για τον εαυτό μου και μόνο. Ήταν ένα είδος θεραπείας για μένα. Το μουσικό αποτέλεσμα όλων αυτών είναι έτσι όπως ακριβώς το πρωτοσκέφτηκα, δεν το σχεδίασα καθόλου. Δεν άκουγα πολύ μουσική εκείνο τον καιρό και ίσως γι' αυτό να ακούγεται σαν ένας συνδυασμός όλων μου των επιρροών. Ο πατέρας μου είχε κατάστημα δίσκων και μεγάλωσα ακούγοντας και παίζοντας μουσική από 9-10 χρόνων. Προφανώς, η μουσική που είχα ακούσει όλα αυτά τα χρόνια με είχε επηρεάσει τόσο πολύ, που όταν σταμάτησα να ασχολούμαι με αυτά που συνέβαιναν μουσικά γύρω μου, όλα τα ακούσματά μου, αυτών των τελευταίων 25 χρόνων, ήρθαν στην επιφάνεια και το αποτέλεσμα ήταν αυτό ακριβώς που κάνουμε τώρα. Πάντως, όσο κι αν όλο αυτό προέκυψε (ευτυχώς) κατά λάθος, δεν ήταν κάτι ξένο για μένα το να κάνω κάτι διαφορετικό από ό,τι έκανα πριν, ήταν μια ευχάριστη αλλαγή που με βοήθησε να ωριμάσω σα μουσικός και να δω τη μουσική σα σύνολο από τελείως διαφορετική σκοπιά, πράγμα που μου δίνει μια αίσθηση απελευθέρωσης! Όσον αφορά το αν θα ξαναγυρίσω στο παλιό μου είδος... σίγουρα θα ξαναπαίξω drums κάποια στιγμή, καταρχήν είμαι drummer πρώτα απ' όλα, οπότε το πιθανότερο είναι ότι θα ξαναγυρίσω σε κάτι ανούσιο-ανόητο και θορυβώδες, γιατί είναι κάτι που αγαπώ και ευχαριστιέμαι να το κάνω.


The GreavesMiC: Πόσο δύσκολο ήταν να συντονιστεί μια μπάντα 8 ατόμων, που παίζουν πολλά διαφορετικά όργανα, μην έχοντας ίσως και την ανάλογη εμπειρία σε αυτό; Και πόσο δύσκολο ήταν για μουσικούς με πιο heavy background να παίξουν το είδος αυτό της μουσικής των CBP; Θα μπορούσε να το πει κανείς ένα προσωπικό στοίχημα;

Justin: Κι όμως, δεν ήταν καθόλου δύσκολο και νομίζω ότι αυτό αποδεικνύει το πόσο καλοί μουσικοί είναι όλοι τους. Οι περισσότεροι είμαστε συνηθισμένοι στο να παίζουμε διαφορετικά όργανα, όλοι έχουμε κάποιου είδους εμπειρία σ' αυτό και ίσως αυτό να ήταν και κάτι που μας έκανε να δεθούμε περισσότερο σα συγκρότημα. Όλοι ενδιαφερόμαστε παράλληλα και για άλλα είδη μουσικής και το κοινό μας σημείο είναι ακριβώς αυτό: το ότι θέλουμε να ξεφεύγουμε από τα στενά πλαίσια της μουσικής σκηνής στην οποία ανήκει ο καθένας. Οπότε όλο αυτό λειτούργησε τελικά πολύ καλά, αν και κατά τύχη όπως είπα, βρίσκοντας ο καθένας ακριβώς το ρόλο του μέσα στο συγκρότημα. Ο ήχος μας είναι απλός, αλλά από την άλλη είναι πολύ δύσκολο να κάνεις κάτι που ακούγεται πολύπλοκο με απλό τρόπο, υπάρχουν πολλά διαφορετικά "στρώματα" που δημιουργούν το τελικό μουσικό αποτέλεσμα, μοιάζει λιγάκι με το να διευθύνεις μια ορχήστρα: ο καθένας συμβάλλει με μια σχετικά απλή μελωδία, αλλά όταν τις συνθέσεις όλες μαζί τότε δημιουργείται ένας υπέροχος [ευρύτερος] ήχος. Το δύσκολο, βέβαια, είναι να ελέγξεις το αποτέλεσμα αυτού του ήχου, αλλά πίστεψέ με δεν είμαστε σκλάβοι του ίδιου μας του εξοπλισμού (μηχανήματα, όργανα κ.τ.λ). Δε νιώθουμε ότι πρέπει να επινοούμε περίτεχνες μελωδίες απλά και μόνο για να αποδείξουμε ότι μπορούμε, μας αρέσει να αφήνουμε τα πράγματα να κυλούν ως έχουν, να σκεφτόμαστε, κατά κάποιο τρόπο, επάνω στο τραγούδι, παίζοντας αυτό που του ταιριάζει και τίποτε περισσότερο. Ναι, το δικό μου προσωπικό στοίχημα είναι ...να δω τι μπορώ να πετύχω χωρίς να τα κάνω θάλασσα!

MiC: Πώς είναι να παίζεις με τον μπασίστα των Mogwai? Χαρούμενες ή άσχημες στιγμές μαζί;

Justin: Τον Dominic τον ξέρω περίπου δέκα χρόνια και πάντα λέγαμε να συνεργαστούμε πάνω σε κάτι, οπότε χαιρόμαστε που επιτέλους το καταφέραμε. Κάτι αστείο είναι το πώς γνωριστήκαμε: βρισκόμουν backstage σε μια συναυλία των Manic Street Preachers, δούλευα γι' αυτούς τότε, ενώ η μπάντα του Dominic ήταν support. Tους είχα ακούσει και ήταν η πρώτη φορά που τους έβλεπα live. Μου άρεσαν από την πρώτη στιγμή, ενώ o Dominic μάλλον είχε ακούσει τη δική μου μπάντα ή μπορεί να μας είχε δει κάπου live. Καθώς, λοιπόν, μάζευα τα μηχανήματα αισθάνομαι ένα χτύπημα στον ώμο, ήταν ο Dominic μαζί με ένα άλλο μέλος των Mogwai και με ρώτησε αν ήμουν στους Iron Monkey και έτσι πιάσαμε την κουβέντα και ταιριάξανε τα χνώτα αμέσως. Αλλά εν τω μεταξύ, με είδε το αφεντικό μου και μου έβαλε τις φωνές να σταματήσω την κουβέντα και να πάω για δουλειά... Ακόμα το θυμόμαστε και γελάμε...

MiC: Τι συνέβη τελικά με τους Electric Wizard;

Justin: Είναι πραγματικά κρίμα που οι Electric Wizard είχαν τόσο κακή συμπεριφορά-στάση γιατί ήμασταν καλοί φίλοι με τον Jus Oborn. Όσο περνούσε ο καιρός όλο και περισσότερο καταλάβαινα ότι ήμασταν τελείως διαφορετικοί. Δεν έχω καμία διάθεση να λέω ψέματα στον κόσμο, να υπόσχομαι πράγματα και τελικά να μη γίνεται τίποτα, όπως ακριβώς γινόταν και στους Iron Monkey, πράγμα που με στεναχωρούσε πολύ και το οποίο τελείωσε πολύ άσχημα. Καθώς έβλεπα ότι το ίδιο θα συνέβαινε και με τους EW, προτίμησα να παραμείνω απλά φίλος μαζί τους και ο μοναδικός τρόπος να γίνει αυτό θα ήταν να φύγω από το συγκρότημα. Υπήρχαν πολλές διαφωνίες και για να είμαι ειλικρινής δε θα ήθελα να μιλήσω γι' αυτό. Θα πω απλά ότι χαίρομαι που έφυγα και αν έτσι είναι ο τρόπος που λειτουργούν είναι δικαίωμά τους, δε θα ήθελα να έχω σχέση με αυτό. Πάντως, τους εύχομαι καλή επιτυχία σε ό,τι κάνουν.

MiC: Πώς ήταν η συνεργασία με τον Geoff Barrow; Κατά πόσο σας βοήθησε και ποια ήταν η επιρροή του γενικότερα στον ήχο σας;

Justin: Η συμβολή του ήταν πραγματικά μεγάλη. Ο Geoff είναι ένας πολύ προσγειωμένος άνθρωπος, ειδικά για κάποιον με τέτοια επιτυχία στο ενεργητικό του, και χαίρομαι που αυτό δεν τον έχει επηρεάσει αρνητικά. Τον ήχο δε θα έλεγα ότι τον επηρέασε, αν και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την παραγωγή, λέγοντας πάντα την άποψή του. Όμως αυτό ήταν θετικό για τη συνεργασία μας, γιατί είχα την ευκαιρία να κάνω αυτό ακριβώς που ήθελα όσον αφορά την τελική διαμόρφωση του ήχου, αλλά και του συγκροτήματος. Μπορεί απλώς να ήμασταν απλά τυχεροί που του αρέσει η δουλειά μας, αλλά όπως και να έχει, τελικά είμαστε όλοι ευχαριστημένοι.


A love of shared disastersMiC: Τώρα που επιτέλους η δουλειά σας είναι στα ράφια των δισκοπωλείων πώς αισθάνεσαι; Θα άλλαζες κάτι, μιας που έχεις πλέον την τελική του εικόνα;

Justin: Όντως, μας πήρε καιρό να ολοκληρώσουμε το album, αλλά είναι καλύτερα να περιμένεις όσο καιρό κι αν χρειαστεί αν είναι να κάνεις κάτι σωστά. Συγχρόνως όμως, είμαστε και ανακουφισμένοι που επιτέλους κυκλοφόρησε, ειδικά αν λάβεις υπόψη ότι το είχαμε ήδη ηχογραφήσει τον Ιούλιο του 2006 και ότι κάποια από τα τραγούδια τα είχα γράψει εδώ και δύο χρόνια, μερικά μάλιστα το 2004. Δεν ξέρω αν θα άλλαζα κάτι, όλοι όσοι συμμετείχαν έκαναν καταπληκτική δουλειά και επιπλέον έπρεπε να ανεχθούν κι εμένα που είχα και το ρόλο του συντονιστή. Αλλά, όπως συμβαίνει και στον καθένα που γράφει μουσική, ναι, υπάρχουν κάποια πράγματα που θα προτιμούσα να είχα κάνει λίγο διαφορετικά. Για παράδειγμα, επειδή στο δίσκο έπαιξα σχεδόν όλα τα κιθαριστικά του μέρη, ίσως δεν έδωσα το βάρος που έπρεπε στα drums. Όχι ότι δεν είμαι ικανοποιημένος, αλλά με τα drums πάντα σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να το είχα κάνει καλύτερα. Σα σύνολο όμως, τελικά, δε θα άλλαζα τίποτα, πιστεύω ότι είναι μια τίμια προσπάθεια.

MiC: Ισχύει ότι το album είναι το πρώτο μέρος μιας επερχόμενης τριλογίας; Για πες κάποια σχετικά με αυτό. Σχεδιάζετε να κυκλοφορήσετε τα επόμενα δύο μέρη της και ποιο θα είναι το κεντρικό νόημα και των τριών;

Justin: Αυτή η ιδέα προέκυψε από το γεγονός ότι τα τραγούδια ήταν πολλά για ένα άλμπουμ κι έτσι έπρεπε να παραλείψουμε κάποια, όσο κι αν δεν το θέλαμε. Έτσι σκεφτήκαμε να γίνει κάτι σαν τριλογία, μιας και υπάρχει ήδη αρκετό υλικό και ακόμη περισσότερες ιδέες. Και τα τραγούδια θα "έδεναν", γιατί τα περισσότερα γράφτηκαν την ίδια χρονική περίοδο, οπότε απηχούν και τα ίδια συναισθήματα. Πρέπει να πω όμως κάπου εδώ πως τα καινούργια κομμάτια δεν είναι δαιδαλώδη, είναι πιο άμεσα στον ακροατή, αν και πιο δυνατά, κυρίως λόγω του τρόπου παιξίματός μας. Το πρώτο album έχει να κάνει περισσότερο με το πόσο μάταιη μπορεί να φαίνεται η ζωή, ειδικά όταν τη δεις μέσα από αναπάντεχα άσχημες καταστάσεις που σου επιφυλάσσονται, με αρκετή δόση αμφισβήτησης όλων αυτών που βλέπεις να συμβαίνουν ενώ δεν τα περίμενες. Το επόμενο δίνει περισσότερο βάρος στην απογοήτευση που νιώθει κανείς όταν συμβιβάζεται με τον τρόπο με τον οποίο βαίνουν τα πράγματα στον κόσμο. Δεν προσπαθώ να δώσω κάποιο πολιτικό μήνυμα σε καμία περίπτωση, είναι απλά οι προσωπικές μου σκέψεις, αλλά από την άλλη δεν πιστεύω ότι είμαι ο μόνος που σκέφτομαι έτσι. Όσον αφορά το τρίτο άλμπουμ, το περιεχόμενό του μέχρι τώρα παραμένει άγνωστο. Αλλά τα τραγούδια έχουν γραφτεί με μια λογική σειρά, συνδέονται μεταξύ τους, οπότε κι αυτό θα είναι περίπου μια συνέχεια του ό,τι έχει υπάρξει μέχρι στιγμής.

MiC: Αν σου έλεγα ότι η μουσική των CBP είναι ένα μίγμα των ήρεμων στιγμών των Porcupine Tree μπολιασμένο πολύ με προσωπικότητα, τι θα μου απαντούσες;

Justin: Προσωπικά, δε γνωρίζω και πολύ καλά τους Porcupine Tree, οπότε δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Δεν ήταν κάπως progressive γκρουπ; Αυτός ο παραλληλισμός μου αρέσει, επειδή είμαι λάτρης των καλύτερων προοδευτικών στιγμών και μου αρέσει να νομίζουν ότι μπορώ να φτάσω τα όριά τους, από πλευράς σύνθεσης!

MiC: Κώστα, ποια είναι η σχέση σου με την Ελλάδα; Έρχεσαι συχνά; Τι σκέφτεσαι να κάνεις πριν και μετά τη συναυλία στην Αθήνα;

Κώστας: Στην Ελλάδα έρχομαι πλέον μόνο για διακοπές, για λίγες εβδομάδες το χρόνο, κυρίως για να δω την οικογένειά μου. Στην Αθήνα δεν έχω έρθει τα τελευταία οκτώ χρόνια, συνήθως πηγαίνω στη Βόρεια Ελλάδα, απ' όπου κατάγομαι. Οπότε δε βλέπω την ώρα για μερικές βόλτες στην Αθήνα μαζί με τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος, υποθέτω ότι θα έχει αλλάξει πολύ η Αθήνα μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Εξάλλου, οι υπόλοιποι χρειάζονται μεταφραστή και γαστρονομικό οδηγό για την ελληνική κουζίνα και εκεί μπορεί να φανώ χρήσιμος! Souvlaki ist Krieg!
(Σημείωση Θ.Σ.: Όντως η Αθήνα έχει αλλάξει μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες... Έγινε ακριβώς όπως ήταν πριν...)


Crippled Black Phoenix2MiC: Κώστα αληθεύει ότι όσο ζούσες στο Βέλγιο έπαιζες μουσική σε ρεμπετάδικα; Μπορείς να σκεφτείς τη μουσική των CBP με στοιχεία από το ρεμπέτικο στο εγγύς μέλλον;

Κώστας: Τα ρεμπέτικα είναι ένα είδος που αγαπώ πολύ, μάλιστα όταν ήμουν στο Βέλγιο για 7 χρόνια έπαιζα σε ρεμπέτικες κομπανίες. Η ελληνική παραδοσιακή μουσική είναι οπωσδήποτε μέρος της μουσικής μου κληρονομιάς. Έστω κι αν έχω μέρες να ακούσω κάτι, αμέσως αναγνωρίζω ένα τραγούδι όταν το ακούσω, σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου κι αν παίζεται, και ίσως αυτό είναι ένα από τα πράγματα που μας συνδέει εμάς τους Έλληνες που βρισκόμαστε μακριά από την Ελλάδα. Τώρα, όσο αφορά τυχόν επιρροές από αυτό το είδος στη μουσική των CBP, ακόμη κι αν υπήρχαν θα ήταν αδιόρατες, αφού ο Justin είναι ο συνθέτης, ο δικός μου ρόλος περιορίζεται στο ρόλο της ενορχήστρωσης των πλήκτρων. Πάντως, ίσως μπορείς να βρεις ομοιότητες με τα ρεμπέτικα, επειδή υπάρχουν επιρροές από παραδοσιακά είδη μουσικής, όπως ας πούμε την americana, στον τρόπο που έχουν γραφτεί τα τραγούδια. Μιας και μιλάμε για ελληνική παραδοσιακή μουσική, θα ήθελα να πω για όσους έρθουν στη συναυλία ότι τους περιμένει μια έκπληξη... Όλα είναι πιθανά με μπάντες σαν κι εμάς...

MiC: Το γνωρίζατε ότι ο Φοίνικας έχει συνδεθεί στην Ελλάδα με τη δικτατορία και το φασισμό; Πώς θα αντιδρούσατε στο υποθετικό σενάριο όπου νεοφασίστες θα ερχόντουσαν στη συναυλία σας μόνο και μόνο επειδή είδαν την αφίσα σας;

Justin: Αλήθεια; Δεν το ήξερα αυτό! Για μένα ο Φοίνικας συμβολίζει κάτι θετικό, κάτι που μπορεί να αναστηθεί μέσα από τις στάχτες του. Αν τυχόν εμφανιστούν νεοφασίστες στη συναυλία, τότε κακό του κεφαλιού τους γιατί δε θα ήταν καθόλου ευπρόσδεκτοι. Θα ήταν ηλίθιο να πιστέψουν ότι ήμαστε ακροδεξιών απόψεων μπάντα.

Κώστας: Προφανώς εννοείς τον Φοίνικα που τον είχε χρησιμοποιήσει η ελληνική χούντα. Συμφωνώ με τον Justin, κι εγώ προτιμώ να βλέπω το θετικό συμβολισμό του, έτσι όπως χρησιμοποιήθηκε εδώ και χιλιάδες χρόνια, ως σύμβολο αθανασίας από διάφορες θρησκείες και δόγματα. Δε θα τους κάνω τη χάρη να πιστεύουν ότι μπορούν να το οικειοποιηθούν.

MiC: Τα τελευταία λόγια δικά σας... (Σημείωση Θ.Σ.: Προτίμησα να μην τα μεταφράσω για προφανείς λόγους...)

Justin: Hoorah! The new day has arrived. I awake at 5am to find that a flock of seven (7) white doves of peace has flown in though the bedroom window and begun to fly around the room in a kind of "flight of harmony", casting a Disney-like sense of well being about. Finally they roost on my bust of Caligula and in the dim 1/8 light i'm sure i saw one of them wink at me, a sort of "wink of peace". I take this to be an omen or a sign of good fortune in the forthcoming year and i fall back to sleep. I re-awake at 8am to find that the doves have flown off with my bust of Caligula. Presumably they have carried it off to their mountain eerie... A foreboding sense of gloom now hangs over the home.

Οι Crippled Black Phoenix θα εμφανιστούς στις 28 Απριλίου στο An Club.