Κονσταντίν Καταλίν

Βαλκάνια υπερπλάνηση: 'Πέρα από το Χθες'

Το χθες και το σήμερα των Βαλκανίων μέσα από την φωτογραφική ματιά των Αδερφών Μανάκια και την συγκριτική οπτική του ερευνητή. Του Κώστα Καρδερίνη

Ο Κονσταντίν Καταλίν [Cătălin D. Constantin] είναι ανθρωπολόγος και βοηθός καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βουκουρεστίου. Κατέχει δυο διδακτορικά στη Φιλοσοφία και την Αρχιτεκτονική. Οργανώνει εκθέσεις φωτογραφίας, συντονίζει συνέδρια μουσειακής εκπαίδευσης, καταστρώνει και επιμελείται εκδόσεις, οπτικοακουστικά δρώμενα, λευκώματα και λογοτεχνικές συλλογές. Κυρίως, όμως, είναι ερευνητής πεδίου, πολύ επίμονος και συστηματικός όπως φαίνεται και παρακάτω. Τον συναρπάζουν ταξίδια στον χώρο και τον χρόνο κι έτσι προέκυψε το ενδιαφέρον του για φωτομετρικά και χωροταξικά βαλκανικά ίχνη των πρωτοπόρων Βλάχων Αβδελλιωτών κινηματογραφιστών και φωτογράφων αδερφών Μανάκια.

Η σχετική ανθρωπολογική έκθεσή του, Πέρα από το Χθες, φιλοξενήθηκε από το ισόγειο Pikap στην Θεσσαλονίκη [21-25/04/2026] και ταξιδεύει διαρκώς. Μαζί του ταξιδέψαμε κι εμείς στο χθες-σήμερα-αύριο της βαλκανικής ενδοχώρας μας, όπου τα τοπόσημα είναι χωροχρονόσημα. Η λέξη υπερπλάνηση είναι άλλος ένας ίδιος νεολογισμός, που προσπαθεί να αποδώσει την εξωσωματική αστρική προβολή του ταξιδίου αυτού.

- Τι κέντρισε το ενδιαφέρον σου για τη συλλογή Μανάκια και τα τοπόσημα των φωτογραφιών τους;

Ήταν θέμα τύχης ή έτσι φαινόταν αρχικά. Πολύ γρήγορα όμως έπαψε να είναι τυχαίο.

Το 2017 ερευνώντας το αρχείο του Εθνικού Μουσείου του Ρουμάνου Αγρότη στο Βουκουρέστι, έδειξα στον φίλο μου, Νταν Μπόρα, φωτογραφίες του 1906, χρονιά που οι αδερφοί Μανάκια κλήθηκαν και συμμετείχαν στην Μεγάλη Ρουμανική Έκθεση. Την ίδια εκείνη χρονιά ιδρύθηκε κατά σύμπτωση και το εν λόγω Εθνικό Μουσείο του Ρουμάνου Αγρότη. Μάλλον όμως όχι κατά σύμπτωση.

Είναι η χρονιά που οι Μανάκια αποκτούν διεθνή φήμη, διότι ορίζονται επίσημοι φωτογράφοι της Βασιλικής Αυλής της Ρουμανίας. Γεγονός που θα τους δώσει αργότερα το προνόμιο να φωτογραφίσουν τον βασιλιά της Ελλάδας, τον τσάρο της Βουλγαρίας, τον βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τον τελευταίο Οθωμανό σουλτάνο. Πολύ αργότερα δε, ο Μίλτος Μανάκια θα φωτογραφήσει τον Τίτο πριν ακόμη γίνει ο Τίτο που ξέρουμε. Ασήμαντη λεπτομέρεια η οποία όμως, εν ευθέτω χρόνω, του επέτρεψε να παραμείνει στο Μοναστήρι / Μπίτολα της σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας, όταν ο αδερφός του, Γιαννάκης, εκδιώχθηκε στην Θεσσαλονίκη όπου και πέθανε τελικά, δίχως να καταφέρουν να συναντηθούν ποτέ ξανά τα δυο αδέρφια. Οποία διάσπαση!

Ερευνώντας λοιπόν, αρχικά μελετούσαμε τους ανθρώπους, τις ενδυμασίες τους και τις εθνογραφικές τους λεπτομέρειες, όταν σχεδόν ασυναίσθητα άρχισα να παρατηρώ τα περιβάλλοντα τοπία. Πολλά από αυτά είχαν μια γενική περιγραφή του τύπου "κάποιο βαλκανικό χωριό", η οποία  κάποτε μπορεί να ήταν αρκετή, σήμερα όμως δεν μας αρκεί. Μια ιδέα σχηματίστηκε αμέσως, όχι ολοκληρωμένη αλλά πολύ ξεκάθαρη. Άλλαξε πλήρως τον ρου της έρευνας. Πήραμε μαζί τις εικόνες αυτές, όχι για να τις μελετήσουμε, αλλά για να τις ιχνηλατήσουμε. Να αναγνωρίσουμε τις τοποθεσίες και τα χωριά. Και να πετύχουμε σημερινές λήψεις από την ίδια γωνία, με το ίδιο καδράρισμα όπως πριν από 110 χρόνια.

Για πολύν καιρό, δεν ήταν αυτό ένα οργανωμένο σχέδιο, ούτε σκοπεύαμε στην έκθεση και την συστηματική έρευνα. Ήταν απλά ο εναλλακτικός τρόπος ταξιδιών, πρόσχημα για να διαφύγουμε της ρουτίνας μας. Ωστόσο, σε δεύτερο χρόνο, μετασχηματίστηκε αθόρυβα σε κανονική αναζήτηση και έρευνα, επίμονη και απαιτητική, να αιωρείται μεταξύ παρελθόντος και παρόντος.

- Πόσο κράτησαν αυτά τα ταξίδια αναζήτησης; Που πήγες;

Αν πρέπει να το ορίσω αριθμητικά, θα έλεγα 8-10 χρόνια, αν και δεν πρόκειται για πραγματικό χρόνο συνεχόμενης διάρκειας, αφού επανερχόμουν σποραδικά ξανά και ξανά όποτε και όταν μπορούσα. Πήγαινα, ας πούμε, σε κάποιο χωριό 5 και 6 φορές, για μια και μόνη λήψη, για να πετύχω το ίδιο φως αλλά και μια άπιαστη πιθανώς ισορροπία μεταξύ αυτού που ήταν τότε και αυτού που έβλεπα τώρα.

Ταξίδεψα στην Ελλάδα, την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, ερεύνησα αρχεία στην Βουλγαρία και την Ρουμανία, αλλά το πρόβλημα δεν ήταν οι αποστάσεις αλλά η αναγνώριση του τοπόσημου. Πώς αναγνωρίζεις ένα άγνωστο μέρος μετά από έναν αιώνα και βάλε, όταν ερημώθηκαν χωριά, ορθώθηκαν και μετακινήθηκαν σύνορα, άλλαξαν ονομασίες και μεταλλάχθηκε ανεπιστρεπτί ο χαρακτήρας τους; Δεν υπάρχει μοναδιαία απάντηση ούτε συνταγή γενικής ισχύος. Η έρευνα αυτή απαιτεί διαίσθηση και έναν διαφορετικό τρόπο θέασης και προσέγγισης, στοιχεία στα οποία μυήθηκα και εκπαιδεύτηκα σταδιακά και περίπου ανεπαίσθητα.

Σε δεδομένη στιγμή, το σχέδιο απέκτησε βάθος πεδίου διαμέσου των ίδιων των αρχείων. Στο Βουκουρέστι έβλεπα καδραρισμένες φωτογραφίες ενώ στο Μοναστήρι/Μπίτολα είχα να μελετήσω χιλιάδες γυάλινες πλάκες αρνητικών, εγγύτερα στη στιγμή λήψης, δίχως μελετημένο καδράρισμα, πηγαίες. Ο διάλογος μεταξύ των δύο αρχείων άλλαξε πλήρως τη φύση της έρευνας. Δεν ήταν αρκετό να βρω τις τοποθεσίες, ήθελα να ανασκευάσω οπτικά το τοπίο, να συγκεράσω τα διαφορετικά συναισθήματα του καρδαρισμένου θετικού χαρτιού από το απρομελέτητο αρνητικό γυαλί. Ίδια εικόνα, άλλη αίσθηση!

Μερικές φορές το παρελθόν αντιστεκόταν της εξαφάνισής του. Στο Κρούσεβο όλα έμοιαζαν εύκολα στην αρχή. Ήταν η μόνη φωτογραφία που είχε συγκεκριμένη ημερομηνία με το ιουλιανό ημερολόγιο, 15 Αυγούστου 1903, τραβηγμένη αμέσως μετά την ισοπέδωσή του από τα οθωμανικά στρατεύματα. Ήμουν εκεί στα τέλη Αυγούστου κρατώντας τη φωτογραφία, αλλά κάτι δεν κολλούσε. Δεν ταίριαζε η γωνία λήψης, σαν να μην υπήρχε το σημείο από το οποίο τραβήχτηκε. Αφού πέρασα πολύν χρόνο προσπαθώντας να λύσω το αίνιγμα, ανακάλυψα ότι το σημείο λήψης βρισκόταν τώρα πια στο εσωτερικό μιας σημερινής οικίας. Άρα η μόνη επιλογή ήταν το παρόν. Σηκώσαμε ένα ντρόουν το οποίο τράβηξε τα βλέμματα των κατοίκων. Πετάχτηκαν έξω περίεργοι και ανήσυχοι για το συμβάν. Ακολούθησαν οι απαραίτητες εξηγήσεις και λύθηκαν οι ανησυχίες, οπότε η μετάβαση ήταν πια ακαριαία. Μας κάλεσαν εντός για καφέ, η συζήτηση μετατοπίστηκε από το ενσταντανέ στον βιωμένο χώρο, το σπίτι, τον τόπο και τους ανθρώπους που έζησαν και ζουν. Δεν ήταν πια η φωτογραφία στο επίκεντρο αλλά η επαφή και η επικοινωνία.

Αργότερα, δε, λογαριάζοντας τη διαφορά ιουλιανού και γρηγοριανού ημερολογίου, συνειδητοποίησα ότι είχα συμπωματικά σημαδέψει την ίδια ημερομηνία: η τρέχουσα φωτογραφία μου, συνέπεσε λόγω ημερολογιακής διαφοράς την ίδια μέρα με εκείνη του παρελθόντος. Σύμπτωση ίσως, που όμως ήταν αρκετή να αναταράξει την ιδέα περί γραμμικότητας του [χωρο]χρόνου.

- Ποιο μέρος / τοπόσημο έγινε το αγαπημένο σου;

Μια αποκλειστική απάντηση θα υποβάθμιζε αυτό που κατ’ ουσίαν υπήρξε πολυεπίπεδη εμπειρία. Αν επέστρεφα σε κάποια τοποθεσία, θα ήταν τα χωριά της Πίνδου. Η πλατεία τους είναι χρονικά δομημένη, όχι μόνον αρχιτεκτονικά φορμαρισμένη. Στέκει ως ρυθμός ζωής, μεταξύ κατοικιών και παλαιών ανθρώπων, μεταξύ αυτών που χάθηκαν / εξαφανίστηκαν κι όσων απέμειναν.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου μου για τις ευρωπαϊκές πλατείες [Somewhere over the square, 2020, 242σελ.] προσπάθησα να αποτυπώσω αυτό ακριβώς. Η πλατεία είναι μέρος όπου ο χρόνος γίνεται ορατός, συχνά οργανωμένος γύρω από κάποιο αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό που δεν είναι μνημειώδες αλλά οργανικό. Ίσως κάποιο δέντρο αιωνόβιο που δεν σηματοδοτεί τον χρόνο αλλά τον περιέχει.

Αν πρέπει οπωσδήποτε να αναφέρω μια χρονική στιγμή κι όχι έναν τόπο, θα μιλούσα για το μικρό εκκλησάκι της Αγίας Τριάδας, κρυμμένο στο δάσος, έξωθεν της Αβδέλλας, γενέθλιου χωρίου των αδερφών Μανάκια. Δεν αποτελεί μέρος αυτονόητο, ούτε έχει εύκολη πρόσβαση, πράγμα που πιθανώς εξηγεί γιατί στέκει εκεί εκτός χρόνου. Το επισκέφτηκα τρεις φορές και την πρώτη φορά το βρήκα κλειστό, παρότι ήταν η μέρα της γιορτής του. Κάπως έτσι, κλειστό στη γιορτή του, το φωτογράφησαν και οι Μανάκια έναν αιώνα πριν. Ως μια χρονική μετατόπιση.

Ό,τι απέμεινε, ωστόσο, δεν είναι το κτίσμα. Ενώ στεκόμουν με τη φωτογραφία των Μανάκια ανά χείρας, αισθάνθηκα τη βεβαιότητα ότι ο χρόνος όπως συνήθως τον αντιλαμβανόμαστε, απλά δεν υφίσταται. Όχι ότι επέστρεψε το παρελθόν, όχι. Απλώς ότι παρόν και παρελθόν συγκεράστηκαν και διαχύθηκαν στιγμιαία προς άλληλα. Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί γιατί δεν είναι ιδέα, είναι αίσθηση, η αίσθηση ότι το εκκλησίδιο και η παρελθούσα εικόνα του ταυτίστηκαν για λίγο χρονικά. Φαντασίωση, σίγουρα, αλλά όχι κενή περιεχομένου. Σου αφήνει κατιτίς, το οποίο μεταμορφώνει τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα από κει και στο εξής.

- Ποιο το νόημα του τίτλου Πέρα από το Χθες; Ανησυχείς για το αύριο;

Ο τίτλος ακούγεται νοσταλγικά αλλά δεν έχει καμία σχέση με νοσταλγία. Είναι μια απόπειρα νοηματοδότησης: το παρελθόν ζωντανεύει όταν επιστρέφουμε στο ίδιο μέρος και κοιτάμε από το ίδιο σημείο, την ίδια οπτική γωνία, όπως προ 100 ετών. Πέρα από το παρελθόν κείται το παρόν, πέρα από το χθες καιροφυλακτεί το σήμερα. Αυτό είναι το θέμα μου.

Δεν αφορά ως θέμα τους Μανάκια, ούτε περιορίζεται στους Βλάχους. Αφορά τον χρόνο αυτόν καθαυτόν, πώς καταμερίζεται άνισα στα Βαλκάνια, πώς συσσωρεύεται, πώς συστέλλεται και διαστέλλεται, πώς επιμένει δίχως να εξαφανίζεται εντελώς. Το Πέρα από το Χθες δεν αναφέρεται στο παρελθόν, ονομάζει το παρόν βλέποντάς το αποστασιοποιημένα από άλλη οπτική μεριά.

Κατά έναν τρόπο τα Βαλκάνια προσφέρουν το απαραίτητο πλαίσιο σαφήνειας. Όπως έχει παρατηρήσει ο Νικόλαος Βλαχάκης, η Μυθολογία και η Ιστορία είναι τόσο σφιχτά διαπλεκόμενες στα Βαλκάνια, ώστε συχνά υποκαθιστούν η μια την άλλη στον τρόπο που οι άνθρωποι των Βαλκανίων αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Η νεοτερικότητα δεν διαγράφει αυτές τις στοιβάδες του χρόνου. Τις διατρέχει και συνυπάρχει μαζί τους.

Το αύριο δεν με ανησυχεί, αλλά παραμένω σε εγρήγορση.

- Ξενάγησέ μας στην ιστορία της κινηματογραφικής μηχανής Βιοσκόπιο 300.

Ξεκίνησε το 1906, όταν οι Μανάκια προσκλήθηκαν στο Βουκουρέστι, αναγνωρίστηκε η αξία τους και χρίστηκαν επίσημοι φωτογράφοι της ρουμανικής βασιλικής αυλής. Οι φωτογραφίες τους αγοράστηκαν από αυτόν τον φορέα που έγινε μετέπειτα το Εθνικό Μουσείο του Ρουμάνου Αγρότη. Εδώ επίσης ήρθαν σε πρώτη επαφή με τον κινηματογράφο, μια δεκαετία σχεδόν μετά τις πρώτες προσπάθειες των αδερφών Λιμιέρ. Αυτή η επαφή έδωσε νέα κατεύθυνση στη δουλειά τους. Κατόπιν ο Γιαννάκης ταξιδεύει μέχρι το Λονδίνο και αγοράζει μια κινηματογραφική μηχανή, τη Βιοσκόπιο Νο. 300 [Bioscope 300]. Δεν είναι τυχαία αυτή η λεπτομέρεια. Η συνέχεια ήταν μάλλον απρόσμενη.

Ενώ άλλοι πρώιμοι κινηματογραφιστές γοητεύονται από τον μοντερνισμό, τις μηχανές, τις μεγαλουπόλεις και την ταχύτητα, αυτοί στρέφουν τον φακό τους σε κάτι κοινότυπο για την εποχή τους: τις υφάντρες που γνέθουν μαλλί στο χωριό τους. Κεντρικό πρόσωπο η γιαγιά τους, Δέσπα / Δέσποινα, μια γυναίκα γεννημένη τον 18ο αιώνα, η οποία γίνεται, ακούσια και άθελά τους, ίσως η παλαιότερη χρονολογικά ανθρώπινη παρουσία που έχει ποτέ καταγραφεί σε φιλμ. Η πλέον νεόκοπη τεχνολογία της εποχής στρέφει το βλέμμα της σε μια από τις παλαιότερες ανθρώπινες δραστηριότητες, στον αργό ρυθμό της παλιάς εκείνης ζωής. Καταλυτική όσο και απρόσμενη κίνηση εκ μέρους των.

Η κάμερα αυτή σώζεται σήμερα στο Μοναστήρι, όπου οι Μανάκια πέρασαν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους, δημιούργησαν και άφησαν το μεγαλύτερο κομμάτι των έργων τους.

- Το κινηματογραφικό έργο των Μανάκια δεν σου κέντρισε την προσοχή;

Στόχος μου δεν ήταν η αναπαραγωγή των έργων τους αλλά να καταλάβω πώς/που εστιάζαν το βλέμμα τους και τι έβλεπαν. Η προσοχή τους και η προσήλωσή τους στο καθημερινό και το φυσιολογικό / φυσικό, που σήμερα πια είναι υπερφυσικό και μοναδικό. Δεν είμαι φωτογράφος, είμαι ανθρωπολόγος. Οι εικόνες (σταθερές ή κινούμενες) είναι εργαλείο για να καταλάβω και να περιγράψω πώς λειτουργεί η μνήμη και η ανάμνηση.

- Ήταν ανθρωπολογικά ιδιαίτερη και ξεχωριστή αυτή η γύρα; Είναι οι Βλάχοι ιδιαίτερος λαός;

Αποφεύγω αυτούς τους χαρακτηρισμούς, “ιδιαίτερη και ξεχωριστή”, διότι περισσότερο δακτυλοδείχουν παρά αποσαφηνίζουν. Ωστόσο οι Αρωμάνοι Βλάχοι είναι μια αξιοθαύμαστη φυλή / κοινότητα που διασκορπίστηκε σε όλα τα Βαλκάνια, των οποίων η λατινογενής γλώσσα έχει αφήσει επιρροές στην παλαιά ρουμανική γλώσσα. Η γλώσσα τους, δε, μιλιέται ακόμη και σήμερα, δυστυχώς από όλο και λιγότερους.

Στις αρχές του 20ου αιώνα ταλαντεύτηκαν ανάμεσα στα τότε σχηματιζόμενα έθνη-κράτη. Κάποιοι συντάχθηκαν με την Ελλάδα, άλλοι με την Ρουμανία - η ταυτότητά τους μετατοπίστηκε εθνοτικά, πολλές φορές και μέσα στην ίδια οικογένεια.

Κι ακόμη, συνέβαλαν στη συνοχή της μετέπειτα δομής των Βαλκανίων: οι Βλάχοι γεφύρωσαν τα Βαλκάνια, μετακινούμενοι σε διαφορετικές περιοχές, συνδέοντάς τες γλωσσικά, οικονομικά και πολιτισμικά. Η παρουσία τους σπάνια ήταν κυρίαρχη αλλά συχνά καθοριστική και κεφαλαιώδης.

Στην περίπτωση της Ελλάδας αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές. Η παρουσία τους είναι συνυφασμένη με την ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους, αθόρυβη μεν, ουσιώδης δε. Παράλληλα είναι μέρος της ρουμανικής ιστορίας, της αλβανικής αλλά και των υπόλοιπων σλαβόφωνων Βαλκανίων. Διεσπαρμένη παρουσία αλλά και συνεκτική.

Περιέργως πως, στη Ρουμανία η λέξη Βλάχος αποφεύγεται ή χρησιμοποιείται με περίσκεψη και διστακτικά. Ωστόσο το νότιο τμήμα της λέγεται Βαλαχία [Wallachia] και συναντάμε κι αλλού ανάλογα τοπωνύμια, ακόμη και στις ποιμενικές κοινότητες των πολωνικών Καρπαθίων. Η λέξη ταξιδεύει, παραλλάσσεται, μεταλλάσσεται, θολώνει.

Κατ’ εμέ, υπάρχει κάτι σχεδόν ποιητικό σε αυτήν τη λέξη και στον τρόπο που πέρασε στη γραπτή ιστορία. Τον 10ο αιώνα παρουσιάζονται στα βυζαντινά χρονικά περιπλανώμενοι Βλάχοι να συμμετέχουν σε μια σύρραξη κάπου μεταξύ Καστοριάς και Πρεσπών. Μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης, αρκετοί μετακινούνται βόρεια, στη Βιέννη και τη Βουδαπέστη, όπου συμβάλλουν στην εμπορική, την οικονομική και την πολιτιστική ζωή. Δεν προσαρμόστηκαν μόνον αλλά συν-διαμόρφωσαν.

Χαρακτηριστικά αναφέρω τον εμβληματικό Ευάγγελο Ζάππα. Γεννημένος στη σημερινή νότια Αλβανία, εγκαταστάθηκε στη Ρουμανία, αλλά αναφέρεται ως μέγας ευεργέτης της Ελλάδας, έχοντας δωρίσει το Ζάππειον Μέγαρον, το οποίο συνδέεται άμεσα με την αναβίωση των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων. Παράλληλα στήριξε τον πολιτισμό και την εκπαίδευση στο Βουκουρέστι, χρηματοδοτώντας ιδρύματα όπως αυτό από το οποίο προήλθε η Ρουμανική Ακαδημία. Πορεία που υπερβαίνει σύνορα αλλά και διαφορετικούς κόσμους.

Κατ’ αναλογίαν οι αδερφοί Μανάκια δεν ανήκουν σε μια και μόνη χώρα. Ανήκουν στα Βαλκάνια ως σύνολο. Και, ακόμη ευρύτερα, στον χώρο που προϋπήρχε πριν ακόμη τεθούν σύνορα και διαχωρισμοί. Ίσως ήρθε η ώρα να μελετήσουμε αυτές τις διασυνδέσεις με άλλο μάτι, όχι ως αντίπαλες διεκδικήσεις αλλά ως διαμοιρασμένες απλόχερα.

- Πώς σχολιάζεις τη “Λάθε βιώσας“ ζωή των Βλάχων;

Η φράση περιγράφει ιδανικά τη ζωή τους αλλά δεν πρέπει να παρερμηνευτεί ως “απόσυρση”. Δεν αποτραβιούνται, απλά βρίσκουν ισορροπίες. Περνούν απαρατήρητοι μεν, αλλά κι όταν παρίστανται σε διενέξεις, συχνά ενσωματώνονται, ελλίσσονται, μετασχηματίζονται. Η σιωπή τους δεν σημαίνει απουσία. Είναι τρόπος επίμονης επιβίωσης. Ένας διαφορετικός τρόπος συνέχειας.

- Που θα ταξιδέψει η έκθεση αυτή μετά την Θεσσαλονίκη;

Πηγαίνει στην Άγκυρα και την Μαδρίτη, ενώ είμαστε σε συζητήσεις και για άλλα μέρη. Θέλω πολύ να επιστρέψει πάλι στην Ελλάδα διότι εδώ οι εικόνες αυτές βρίσκονται στο σπίτι τους.

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι απλώς ένας ακόμη σταθμός της έκθεσης. Αισθάνομαι πως είναι μια επιστροφή. Ο χώρος που μας φιλοξενεί δημιουργεί ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, πιο οικεία και πιο φιλική, όπου οι εικόνες δεν εκτίθενται απλά στα βλέμματα, αλλά εκτιμώνται και αναγνωρίζονται. Υπάρχει και μια προσωπική σύνδεση, Κατά σύμπτωση ή όχι ακριβώς, συνάντησα προ έτους την ηθοποιό Νόπη Ράντη στο Βουκουρέστι, στα γυρίσματα ενός ντοκιμαντέρ για την ελληνική τηλεόραση, κι αυτή η συνάντηση είχε συνέχεια εδώ, στην Θεσσαλονίκη.

Κι έπειτα, είναι κι ο κινηματογράφος του Θόδωρου Αγγελόπουλου, ο οποίος συμβάλλει δημιουργικά στην κατανόηση του συγκεκριμένου ευρωπαϊκού χώρου. Το βλέμμα του Οδυσσέα δεν είναι απλώς μια ταινία, είναι τρόπος θέασης, αργός, υπομονετικός, με την ενσυναίσθηση ότι η ιστορία δεν εξαφανίζεται αλλά μεταβολίζεται. Η παρουσία της Μάγια Μόργκενστερν στην ταινία είναι χαμηλότονη και γέφυρα μεταξύ χώρων και χωρών που συχνά θεωρούνται ως ασύνδετοι/ες. Αργότερα ανακάλυψα ότι και η Νόπη συμμετείχε ως έφηβη στην ταινία αυτή. Κάποια πράγματα δεν είναι και τόσο τυχαία εντέλει.

Με ανάλογο τρόπο, η έκθεση ακολουθεί κι αυτή, σχεδόν εκ προθέσεως, τη διαδρομή των Μανάκια. Εκτέθηκε σε Ελλάδα, Βόρεια Μακεδονία, Αλβανία, Τουρκία, Βουλγαρία και Ρουμανία, σε δέκα τόπους και σε έξι χώρες. Όμως πιότερο σημαντική από τα νούμερα είναι η συνεκτικότητά τους. Ανήκουν στην ίδια πολιτιστική γεωγραφία, πριν ακόμη μπουν τα σύνορά ανάμεσά τους, γεωγραφία που διατηρείται ακόμη, θεωρώ, πίσω από αυτά τα σύνορα.

---------

Πετάξτε Πέρα από το Χθες στον ιστότοπο [https://beyondyesterday.org/el/]. Πετάξτε ακόμη, Κάπου πάνω από τις ευρωπαϊκές πλατείες, στον ιστότοπο [https://www.intothesquare.org/gr/].

Μετάφραση – απόδοση

Κώστας Γ. Καρδερίνης