Κωστής Δρυγιανάκης

Έβλεπα μάλλον παρά άκουγα...


Κωστής Δρυγιαννάκης Για τη μουσική είχα πάντα μια οπτική αίσθηση. Τα ηχοχρώματα της παιδικής μου ηλικίας ήταν γενικά κοκκινωπά. Λίγο κίτρινο στα νυκτά έγχορδα, ασημί στα ταμπούρα ή βαθύ χρυσαφί στα πιατίνια. Τα άλλα, τοξωτά, πνευστά, φωνές, κινούνται σε αποχρώσεις του κόκκινου, μέχρι και του μπορντώ ή του βιολέ. Τα ρυθμικά σχήματα μετατρέπονταν σε οπτικά μοτίβα που επαναλαμβάνονταν, λ.χ. το τανγκό γινόταν αντιληπτό σαν μια αλυσίδα ρόμβων. Θυμάμαι ακόμη τα σχήματα με τα οποία κατανοούσα κρητικούς σκοπούς, κομμάτια του Γιάννη Μαρκόπουλου, ρωσικά τραγούδια των εμιγκρέ. Αυτή η αίσθηση ατόνησε καθώς μεγάλωσα αλλά ποτέ δεν χάθηκε. Κάποια στιγμή άρχισα να την αναζητώ συνειδητά. - Κ.Δ.

Πώς χαρακτηρίζουμε έναν άνθρωπο που περιγράφει οπτικά τα μουσικά του βιώματα; Πώς βιώνουμε ακούσματα όπως τα άδηλα και κρύφια [τίτλος και γραμματοσειρά δανεισμένα από τον 50ο ψαλμό του Δαβίδ] και Blown into breeze [τίτλος και γραμματοσειρά δανεισμένα από το Careering των PiL]; Πώς παντρεύονται αυτές οι αναζητήσεις με τις καταγραφές τραγουδιών των εν Σοφάδαις Ρομά [Η τσιάι 'σι λουλουντί / η νύφη είναι λουλούδι] και τους Ύμνους του Πάθους και της Ανάστασης που έγιναν συστηματικά και εν αγνοία των αδόντων; Πώς φτάσαμε ως Εδώ;

Πρόσφατα ο Κωστής Δρυγιανάκης μίλησε στη διημερίδα Ποιος/ά είσαι (ρε μεγάλε/η); [25-26 Απριλίου 2015] για τα συγκροτήματα στα οποία συμμετείχε πριν την Οπτική Μουσική, και συγκεκριμένα τους Blue Encephalitis και τους ΊγκοΠίγκο. Επειδή εκτίμησα και εκτιμώ βαθιά τη δουλειά που κάνει με κέφι, επιμονή και αυταπάρνηση, θέλησα να μάθω περισσότερα και... ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην...


ΆδηλαΤι θυμάσαι έντονα από τη Θεσσαλονίκη των φοιτητικών χρόνων;

Τα καταστήματα δίσκων. Το Stereodisc, τον Πάτση και κυρίως το Blow Up, το 1982. Σε σχέση με το Βόλο, ήταν μια δισκογραφική όαση. Το 1985 προστέθηκαν σ' αυτή τη λίστα το Bebop και ο Σούτσος. Για μένα, το ξαναείπα πολλές φορές, η μουσική περνούσε μέσα από τους δίσκους. Ωστόσο, καθοριστική για τη μουσική μου πορεία ήταν τόσο η γνωριμία με τον Σάκη Παπαδημητρίου όσο και κάποιες συναυλίες αυτοσχεδιασμού (σε ένα φεστιβάλ που οργάνωνε, νομίζω, ο Φλώρος Φλωρίδης). Θα ανέφερα ιδιαίτερα τον Han Bennink και τον Richard Teitelbaum σαν εντυπωσιακές παρουσίες. Και βέβαια ο Θανάσης Χονδρός και η Αλεξάνδρα Κατσιάνη που αποτελούσαν ένα παράθυρο σε έναν άλλο μουσικό κόσμο, πολύ πιο πειραματικό, πολύ πιο κοντά στις εικαστικές τέχνες. Από τον Θανάση και την Αλεξάνδρα πρωτογνώρισα και τις αυτοσχέδιες, τις DiY κυκλοφορίες.

Τι άκουγα, τότε; Όταν ήρθα, το φθινόπωρο του 1982, το βασικό μου ενδιαφέρον ήταν το νέο ροκ της εποχής? οι Cure, οι Joy Division, οι Birthday Party. Τα προηγούμενα χρόνια, στον Βόλο, κυριαρχούνταν από το έντεχνο ροκ της δεκαετίας του 1970 (περιλαμβάνοντας και τις πρώτες επαφές με τη μουσική του Ξενάκη, του Χρήστου, του Messiaen, του Stockhausen κλπ). Σταδιακά μπήκε στο παιχνίδι και η τζαζ, ιδίως της ECM, λίγο μετά ο ελεύθερος αυτοσχεδιασμός και το βιομηχανικό ροκ των Einstuerzende Neubauten. Όταν έφευγα, το 1986, η παλέτα είχε εμπλουτιστεί έντονα με εθνογραφικά ακούσματα, τόσο κλασσικά (της Unesco, της Ocora κλπ) όσο και αμφιλεγόμενα, όπως τα νέο-ποντιακά της Βάσιπαπ. Νομίζω, όλος αυτός ο αμφιλεγόμενος χώρος (οι μικρές θεσσαλονικιώτικες εταιρείες, όπως η Έλλη ή η Βέραν, οι δίσκοι που πουλιόταν σε πανέρια στην Εγνατία κλπ) ήταν ένα υλικό στο οποίο έπρεπε να έχω αφιερώσει πολύ, μα πολύ περισσότερη προσοχή. Πάλι καλά, που μάζεψα έστω όσα μάζεψα.

Πολλές φορές με πιάνω να νοσταλγώ τη Θεσσαλονίκη της δεκαετίας του 1980. Τα παλιά μαγαζάκια, κάποια μικρά λαϊκά εστιατόρια στα στενά, εκεί κοντά στην Καμάρα, τα αυτοσχέδια σπιτάκια δίπλα στα τείχη. Η πόλη έχει ομορφύνει από τότε, αλλά πολλά από αυτά έχουν πλέον εξαφανιστεί, χωρίς να αφήσουν και πολλά ίχνη.


Blue Encephalitis, Αύγουστος 1978
Blue Encephalitis, Αύγουστος 1978

Το πρώτο σου σχήμα, Blue Encephalitis, γιατί ονομάστηκε έτσι;

Σίγουρα το όνομα είχε να κάνει με τους Tangerine Dream και τους Pink Floyd, αλλά και με τα ιατρικά βιβλία του πατέρα μου, που είχαν περιβληθεί μια ιδιαίτερη αίγλη μετά το θάνατό του. Οι Blue Encephalitis έζησαν από τον Ιούλη του 1978 ως τον Μάιο του 1980, οπότε και αποφασίσαμε να τους διαλύσουμε. Πρακτικά ήμασταν δυο, ο Κώστας Μωραΐτης κι εγώ. Δεν ξέραμε να παίζουμε, δεν είχαμε όργανα, δεν είχαμε κανένα εφόδιο έξω από την όρεξη μας να δημιουργήσουμε το σάουντρακ των ονείρων μας, αυτό όμως μας φαινόταν αρκετό. Όπως ήταν αναμενόμενο, στο μεγαλύτερο μέρος τους οι Blue Encephalitis ήταν ασκήσεις επί χάρτου και ονειροπόληση.

Ηχογραφήσεις είχα ήδη αρχίσει να κάνω από τα τέλη του 1976, μαθητής της πρώτης γυμνασίου τότε, αλλά δυστυχώς ως Blue Encephalitis δεν ηχογραφήσαμε σχεδόν τίποτα. Κάτι λίγες παρτιτούρες (ναι, σε πεντάγραμμο), κάποια σχέδια για τα εξώφυλλα των μελλοντικών μας δίσκων, κάποια σημειώματα, αυτά ήταν όλα. Παρά την έλλειψη όμως ουσιαστικής δημιουργίας, η συναισθηματική φόρτιση αυτής της δραστηριότητας ήταν τεράστια, και κατά κάποιο τρόπο ακόμη με στοιχειώνει.


ΊγκοΠίγκο
ΊγκοΠίγκο. Γαλλικό Ινστιτούτο Βόλου, Δεκέμβρης 1983

Οι ΊγκοΠίγκο έχουν σχέση με το καναδικό τέρας Ογκόπογκο;

Δεν το γνωρίζω το τέρας! :-) Η παρέα που τελικά κατέληξε να μορφοποιηθεί ως ΊγκοΠίγκο άρχισε να ηχογραφεί τον Μάρτη του 1981 και ήμασταν ο Κώστας Παντόπουλος, ο Νίκος Ξηράκης κι εγώ. Η όλη ιστορία πυροδοτήθηκε από τις δοκιμές του Κώστα, που μια μέρα βραχυκύκλωσε ένα κασετόφωνο και το μετέτρεψε σε συνθετητή, με βάση φαινόμενα ανάδρασης. Στην πορεία ο Νίκος ψιλοεγκατέλειψε την όλη δραστηριότητα, αν και συνέχισε να συμμετέχει ευκαιριακά.

Σε πλήρη αντίθεση με τους Blue Encephalitis, οι δυο που απομείναμε ηχογραφούσαμε αρκετά συστηματικά και πειραματιζόμασταν ιδιαίτερα με αυτοσχέδια όργανα και ανορθόδοξες τεχνικές. Ήταν μια πολύ πρακτική προσέγγιση, την οποία γλεντούσαμε αφάνταστα, χωρίς να έχουμε καμιά διάθεση να την κοινοποιήσουμε και στον περίγυρο μας. Αυτή η έλλειψη ακροατηρίου μας πρόσφερε άφθονη ελευθερία.

Το όνομα ΊγκοΠίγκο εμφανίστηκε το Πάσχα του 1982. Από το φθινόπωρο του 1983 οι ΊγκοΠίγκο άρχισαν τα ανοίγματα προς τον έξω κόσμο, κυκλοφορώντας δυο κασέτες. Όμως η προσέγγιση ακροατηρίου δεν εξελίχθηκε σε κοινό όραμα και έτσι το συγκρότημα σταδιακά διαλύθηκε.


OM
Οπτική Μουσική. Από αριστερά: Χρήστος Καλτής, Γιάννης Αργυρόπουλος, Κωστής Δρυγιανάκης. Γαλλικό Ινστιτούτο Βόλου, Οκτώβρης 1986

Η Οπτική Μουσική είναι μουσικό κίνημα, ρεύμα ή όνομα συγκροτήματος;

Φιλοδοξούσε να είναι και τα τρία, αλλά στην πορεία κατέληξε να είναι μια ετικέτα. Συνεκτικότητα, με την έννοια της ομάδας, υπήρξε μόνο στην πρώτη φάση, το 1984-1987, ως την κυκλοφορία του Πρώτου Τόμου. Από κει και μετά έγινε σαφές ότι ήταν ένα δικό μου πρότζεκτ, και από το 1998 σταμάτησε και η χρήση του ονόματος.

Η οπτικότητα της μουσικής με απασχολούσε από όταν ήμουν πολύ μικρός. Έβλεπα μάλλον παρά άκουγα τη μουσική. Στα εφηβικά μου χρόνια η μουσική άρχισε να γίνεται αντιληπτή και ως φορέας μνήμης, ζωντανεύοντας εικόνες με τις οποίες συνειδητά ή υποσυνείδητα συνδέονταν. Η ιδέα του "σάουντρακ χωρίς εικόνα" που περιγράφει πολύ εύστοχα τους κλασσικούς δίσκους των Tangerine Dream ήταν έτσι μια άλλη εκδοχή οπτικοποίησης.

Τέτοιες ιδέες κυκλοφορούσαν έντονα στο κεφάλι μου όταν πρωτοχρησιμοποίησα το όνομα Οπτική Μουσική. Σκεφτόμουν αόριστα ότι θα μπορούσε να λειτουργήσει και σαν ετικέτα σε μια γενικότερη κατεύθυνση, όπως το Ambient του Brian Eno, ο οποίος είχε περιλάβει και μουσική άλλων καλλιτεχνών κάτω από την ετικέτα του. Σήμερα εξακολουθώ να σκέφτομαι τη μουσική οπτικά, αλλά δεν αισθάνομαι πια την ανάγκη ετικέτας.


Ύμνοι του πάθουςΤι είναι τα Μετα-Οπτικά Πεδία;

Τα μετα-οπτικά τοπία ήταν ο πρώτος δίσκος που έκανα μετά τη διάλυση της Οπτικής Μουσικής. Ο όρος οφείλεται στον Κώστα Τσαμπάζη, δημοσιογράφο τότε στην εφημερίδα Θεσσαλία· τον είχε χρησιμοποιήσει για να περιγράψει ένα δημόσιο χώρο σε εγκατάλειψη, κι εγώ τον βρήκα πολύ πρόσφορο για τη μουσική μου και του τον έκλεψα. Ήταν, απλά, νέα τοπία μετά την Οπτική Μουσική. Ο συγκεκριμένος δίσκος μάλιστα είχε αρχίσει να ετοιμάζεται ως Τρίτος Τόμος Οπτικής Μουσικής. (χμ, δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτε άλλο σχετικά...)

Οι δίσκοι Εδώ δραστηριοποιούνται ακόμη;

Όχι. Το Εδώ φιλοδοξούσε να συνενώσει τις προσπάθειες κάποιων ανθρώπων με κοινά οράματα πέρα από τοπικότητες, γι αυτό και η χρήση της λέξης Εδώ στο όνομα της υποτιθέμενης εταιρείας, παίζοντας με την τοπική απροσδιοριστία. Λίγα χρόνια νωρίτερα είχα λανσάρει τους δίσκους "Βόλος" για τις εκδόσεις που κάναμε με το Δήμο Βόλου· στην πορεία αυτό εξελίχθηκε σε "Εκδόσεις Βόλος", που νομίζω πως ακόμη συνεχίζονται.

Στην πραγματικότητα, η δραστηριότητα των δίσκων Εδώ κράτησε δυο χρόνια, από την άνοιξη του 1999 ως την άνοιξη του 2001. Οι δίσκοι Εδώ νομίζω ξεκάθαρα απέτυχαν, για πολλούς και διαφόρους λόγους. Δεν κατάφεραν να εξελιχθούν καν σε πηγή χαράς και κεφιού, όπως οι άλλες ανάλογες δραστηριότητές μου· για οικονομικές απολαβές είναι περιττό να μιλήσω, βέβαια. Ίσως ακριβώς γι αυτό το μυαλό μου απωθεί τις μνήμες αυτής της περιόδου? για την εποχή των ΊγκοΠίγκο και των Blue Encephalitis χαίρομαι να ξαναμιλώ και να τις αναψηλαφώ, για την εποχή της Εδώ όχι.

Παρόλο που η Εδώ είχε αποτελέσματα πολύ πιο απτά από εκείνες τις νεανικές μου προσπάθειες, έμεινε με κάποιο τρόπο έξω από τον πυρήνα της ζωής μου. Νομίζω πως με κάποια άλλα πράγματα στα οποία ανακατεύτηκα ως παραγωγός ή επιμελητής (όπως λ.χ. ο δίσκος Μαγνησία: Μουσικές Παραδόσεις που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Βόλος το 2001) συνδέθηκα πολύ περισσότερο, τελικά.


Blown into breezeΤο Blown into breeze και το φρέσκο, άδηλα και κρύφια, έχουν κοινά;

Έχουν. Το βασικότερο, ο κοινός προβληματισμός. Η ιδέα του θανάτου. Κοινοί συνεργάτες, ναι, καθώς είμαστε λίγο-πολύ μια παρέα φίλων. Κοινό πως και οι δύο τίτλοι, είναι δάνεια από άλλα έργα. Διατήρησα ακόμη και τις γραμματοσειρές, όσο μπόρεσα. Ίσως υπάρχει και μια μετάθεση βέβαια, από τις πιο προσωπικές ιστορίες σε πιο γενικευμένες προσεγγίσεις· στο breeze επικρατεί η προσωπική απώλεια, τα άδηλα ξανοίγονται σε άλλες προσεγγίσεις του θανάτου. Εδώ έχουμε τους αρχαιολόγους που αναλύουν ταφές που πραγματοποιήθηκαν πριν χιλιετίες, θύματα πολέμων που αναζητούν ίχνη των οικείων τους και άλλες παρόμοιες ιστορίες.

Ο θάνατος μας ενώνει, με κάποιο τρόπο. Ο αρχαιολόγος που ανακαλύπτει τα κομμάτια του κρεβατιού όπου είχε τοποθετηθεί ο νεκρός πριν την ταφή του, μας μεταφέρει κάτι από τον πόνο των οικείων του; Είναι το ίδιο, σήμερα και τότε; Το κοριτσάκι που θάβει τον νεκρό πατέρα του μέσα στον πόλεμο ενώ απειλείται και η ίδια του η ζωή, τι πενθεί περισσότερο, πώς βιώνει την απώλεια;

Ανάμεσα τους κυκλοφόρησαν οι Ύμνοι του Πάθους και της Ανάστασης. Μίλησέ μου για το μουσικολογικό σου παρελθόν και μέλλον.

Είναι νομίζω ο έκτος δίσκος που επιμελούμαι (ή συν-επιμελούμαι) σε μια εθνογραφική κατεύθυνση, και έχει ακολουθήσει ακόμη ένας, το Η τσιάι 'σι λουλουντί, με τραγούδια των Ελλήνων Ρομά από τους Σοφάδες της Καρδίτσας (ο οποίος όμως, για να λέμε την αλήθεια, είναι περισσότερο έργο του Βαγγέλη Μπαντελά παρά δικό μου). Δεν είμαι βέβαια μουσικολόγος, ούτε μουσικός λαογράφος, αν και μου αρέσει πολύ η μουσική λαογραφία. Νομίζω όμως ότι η ανθρωπολογία της μουσικής, η αντιμετώπιση αυτών όλων των ερωτηματικών για το ποιος κάνει μουσική, ποιος την ακούει, πότε και πού και γιατί και τα σχετικά ερωτήματα είναι πολύ σημαντικά για την κατανόηση της μουσική γενικότερα, συχνά σημαντικότερα από μια απλή ανάλυση μελωδικών ή αρμονικών δομών.


Η τσιάιΗ εμπλοκή μου με τις λεγόμενες παραδοσιακές μουσικές ήταν ένα ακόμη βήμα στις έρευνες για την "άλλη" μουσική. Έχοντας μεγαλώσει σε αστικό περιβάλλον, προσέγγισα τη μουσική της υπαίθρου (ακόμη και της Θεσσαλικής) ως ένα ανεξερεύνητο, άγνωστο τοπίο, όμοια με την ηλεκτρονική μουσική λ.χ. ή τον ελεύθερο αυτοσχεδιασμό. Αυτή η δίψα για το άγνωστο, εξακολουθεί να πυροδοτεί τις εξερευνήσεις μου, ακόμη και όταν πρόκειται για λεπτές διαφορές από τα κυρίαρχα ρεύματα.

Υπονοείς ότι η μουσική "όπως την ξέρουμε" έχει πεθάνει;

Πώς ακριβώς την ξέρουμε; Η μουσική αλλάζει, είναι σε συνεχή ροή. Είναι μάλλον αφελές να πιστέψουμε ότι τομές έγιναν μόνο στον 20ο αιώνα. Είναι όμως σίγουρο ότι πολλές αλλαγές συνέβησαν χωρίς να τις καταγράψουμε, κι έτσι πιστεύουμε τελικά ότι δεν συνέβησαν, ότι "πάντα έτσι ήταν τα πράγματα". Συχνά ασχολούμαστε με μορφολογικές λεπτομέρειες, και παραβλέπουμε τις δυναμικές των σχέσεων. Θα έλεγα πώς πάντα οι μουσικοί χρησιμοποιούσαν όσα μέσα είχαν στη διάθεση τους, γιατί το νέο είχε γοητεία. Το πιάνο, λ.χ., ως νέα επινόηση, πυροδότησε όλη τη ρομαντική δημιουργία του 19ου αιώνα.

Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές είναι αντίστοιχα ο νεωτερισμός των τελευταίων δεκαετιών· ως νέο μέσο, προτείνουν και τρόπους σκέψης. Στην πραγματικότητα με τις νέες τεχνολογίες κάνεις πράγματα που μερικές δεκαετίες πριν ήταν αδιανόητα ή τουλάχιστον εξαιρετικά δύσκολα. Για μένα που ζω στην επαρχία, το ερώτημα συχνά είναι τι μέσα μπορώ να έχω στη διάθεση μου. Μια πραγματική συμφωνική ορχήστρα, λ.χ., πρακτικά είναι πολύ δύσκολο να μαζευτεί για να παίξει κομμάτια μου, οπότε το ψηφιακό ομοίωμα της είναι μια εξαιρετική ευκαιρία. Αν είχα τη δυνατότητα δεν θα δίσταζα να τη χρησιμοποιήσω. Όμως το ψηφιακό ομοίωμα εισάγει μια άλλη δυναμική, άλλες δυνατότητες, άλλες ιδιοτυπίες.

Η μουσική που κάνεις είναι βιωματική;

Είναι, ναι, όπως και αρκετά χειροτεχνική, επίσης. Δεν δουλεύω με θεωρίες, δουλεύω με ήχους που ανακαλύπτω, όπως ο γλύπτης ανακαλύπτει τις πέτρες του. Δουλεύω μαζί τους και ζυμώνομαι ο ίδιος μαζί τους. Υπάρχουν παντού ήχοι που έχει ενδιαφέρον να ακούσει κανείς, που αξίζει τον κόπο να τους δώσεις και σε άλλους να τους ακούσουν. Πρόσφατα περιέγραφα τη δουλειά μου ως γλυπτική ήχων. Όταν βασίζεσαι σε ηχογραφήματα, χάνεται η διάσταση του ζωντανού χρόνου που υπάρχει στις επιτελεστικές τέχνες, το όλο πράγμα γίνεται περισσότερο αποτελεστικό· όμως αυτό δεν σημαίνει λιγότερη βιωματικότητα ή περισσότερη θεωρητικοποίηση.

κρυφά και αφανέρωτα

Blown into breeze LP [αποσπάσματα]
Public Image Ltd.: Careering [breeze]
άδηλα και κρύφια [φεστιβάλ Borderline]
Δαυίδ: [...] τα άδηλα και τα κρύφια...
δε μένει κανείς σ' αυτή την πόλη; [Γώγου]
Μνήμη Μ. Χατζημάρκου [εισήγηση]
Η νύφη είναι λουλούδι [παρουσίαση]