Sugar for the Pill

Η πραγματική ευτυχία είναι όταν ένα κομμάτι γίνεται το soundtrack προσωπικών στιγμών κάποιου

Με εκφραστικό εργαλείο το shoegaze και μπόλικο πάθος και συναίσθημα ο δεύτερος δίσκος του συγκροτήματος. Της Μαριάννας Βασιλείου

Όσες ενστάσεις και σκέψεις και να έχει κάποιος ή κάποια για την αναβίωση του shoegaze, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι οι Sugar For The Pill «υπάρχουν και δημιουργούν από γνήσιο πάθος για αυτόν τον ήχο, και όχι απλώς για να υπάρξουν και αυτοί ως ροκ συγκρότημα, όπως αρκετοί πλέον εκεί έξω», κατά τα γραφόμενα του Άρη Καραμπεάζη. Για αυτό το γνήσιο πάθος – και για πολλά άλλα – μας μιλούν η Vana Rose και ο Στέφανος Μανούσης.

Πρόπερσι μας είχατε κάνει ένα Be my Guest με 10 συγκροτήματα που έβαλαν ζάχαρη στα χάπια σας. Διαλέξτε ένα τραγούδι από το καθένα για να φτιάξουμε μια Spotify playlist να την ακούει όποιος και όποια διαβάζει αυτή τη συνέντευξη.

My Bloody Valentine – “Soon”, Slowdive – “Sleep”, Cocteau Twins – “Heaven Or Las Vegas”, Lush – “Sweetness and Light”, Ride – “Leave Them All Behind”, The Cure – “Pictures Of You”, Joy Division – “Transmission”, The Chameleons – “Caution”, Interpol – “Stella Was A Diver And She Was Always Down”, Editors – “Open Your Arms”.

Σας είχα δει πριν κάνα δυο χρόνια στο Rover εδώ στη Θεσσαλονίκη να διασκευάζετε το "When the sun hits" - ξέρω ότι αγαπάτε πολύ τους Slowdive, οπότε με ποιο κριτήριο επιλέξατε να διασκευάσετε το κομμάτι αυτό; Και αν ήταν οι Slowdive να διασκευάσουν κάτι δικό σας, ποιο θα θέλατε να διαλέξουν και γιατί;

Το κριτήριο ήταν απλά ότι είναι, αν όχι το αγαπημένο, ένα από τα αγαπημένα μας τραγούδια από Slowdive, τόσο μουσικά όσο και στιχουργικά και θεωρήσαμε ότι μας ταιριάζει να το δοκιμάσουμε live. Εντάξει, κάποιοι μας «κράξανε» για αυτό, με εκφράσεις του τύπου «ιεροσυλία» και «μην τα ακουμπάτε αυτά», και ήταν μόνο από την Ελλάδα και συγκεκριμένα από την Αθήνα, αλλά οκ, αυτά συμβαίνουν. Στο εξωτερικό, όπου το παίξαμε το τραγούδι, υπήρξε πραγματικά πολύ όμορφη αποδοχή, ειδικά σε Αγγλία και ΗΠΑ… Να μας διασκεύαζαν οι Slowdive, ε; Πωπω… Νομίζουμε θα ήταν τέλειο να διασκευάσουν το “Moan of the Thunder” ή το “Cherry Blossom”… Ο λόγος; Απλά θεωρούμε ότι θα μπορούσαν να τα απογειώσουν με τον ήχο τους και την αισθητική τους…

Τι αισθήματα εκτιμάτε ότι προκαλεί η μουσική σας στο ακροατήριό σας; Και τι είναι πιο ικανοποιητικό – ένα τραγούδι σας να δημιουργεί τα ίδια συναισθήματα στο σύνολο του ακροατηρίου ή διαφορετικά στο κάθε μέρος του;

Κάθε μας τραγούδι έχει μέσα του κάτι δικό μας, κάτι βιωματικό. Πάντα υπάρχουν σύμβολα, εικόνες και συναισθήματα που βγαίνουν αβίαστα μέσα από όσα ζούμε. Το “Luv”, για παράδειγμα, γεννήθηκε μέσα από εμπειρίες που είχαμε στις συναυλίες μας στην Ευρώπη, στην Αμερική, από όλα αυτά τα ταξίδια, από τις στιγμές που σε γεμίζουν και σε αλλάζουν. Μιλάει για την αγάπη, την απώλεια, τη δύναμη, για το φως και το σκοτάδι, για όλα αυτά που συνυπάρχουν στη ζωή. Δεν μας ενδιαφέρει τόσο να προκαλέσει ένα τραγούδι τα ίδια συναισθήματα σε όλους, όσο να βρει ο καθένας κάτι δικό του μέσα σε αυτό. Για εμάς, η πραγματική ευτυχία είναι όταν ένα κομμάτι γίνεται το soundtrack των προσωπικών στιγμών κάποιου, όταν συνδέεται με τις δικές του αναμνήσεις και βιώματα. Θέλουμε ο ακροατής να είναι ελεύθερος να ερμηνεύσει τη μουσική μας όπως εκείνος θέλει, να την κάνει δική του, να τη χρησιμοποιήσει για να «ντύσει» τα δικά του όνειρα, να αναδείξει τα δικά του συναισθήματα. Αυτή είναι άλλωστε και η μαγεία της μουσικής. Η μουσική, για εμάς, είναι πάνω απ’ όλα ελευθερία.

Έστω ότι είμαι κάποια που δεν έχει ακούσει ποτέ shoegaze και θέλω να μάθω τι είναι αυτό το πράγμα. Προτείνετέ μου τρία άλμπουμ που ενυλώνουν τον ήχο αυτό και εξηγήστε μου γιατί τα επιλέξατε.

Τρία καλούμενα shoegaze album που ενυλώνουν τον ήχο αυτό ε; Θα πούμε τα τρία πρώτα που μας έρχονται αβίαστα στο μυαλό…

My Bloody Valentine – “Loveless” (1991). To “Loveless” είναι το “Nevermind” του shoegaze, ένα αριστουργηματικό κιθαριστικό άλμπουμ. Σκοτεινό, θορυβώδες, ξεσηκωτικό, παραμορφωτικό.

Slowdive – “Souvlaki” (1993). Ένα συναρπαστικό ταξίδι από ονειρικές, νοσταλγικές, καθηλωτικές μελωδίες που «φωτογραφίζουν» την ζωή πολλών με ένα τρόπο μοναδικό και μαγικό…

Ride – “Nowhere” (1990). Ένα από τα ομορφότερα κιθαριστικά albums που «γεννήθηκε» στην Μεγάλη Βρετανία των 90’s. Γεμάτο έμπνευση, εκπληκτικές μελωδίες και ενορχηστρώσεις, album «σταθμός».

Πάμε στο "Luv" τώρα. "Luv" ο δίσκος, αλλά "love" βλέπω στους στίχους. Γιατί αυτή η επιλογή; Ορίζεται τελικά η αγάπη; Και πώς;

Το “LUV” δεν είναι απλώς ένας δίσκος για την αγάπη. Είναι ένας χάρτης συναισθημάτων, ένα αποτύπωμα όλων όσων ζήσαμε τα τελευταία χρόνια όπως προαναφέραμε. Ταξίδια, συναντήσεις, αποχωρισμοί, θάνατοι αγαπημένων ανθρώπων, στιγμές που μας ένωσαν και άλλες που μας λύγισαν. Όλα αυτά μπήκαν μέσα στα τραγούδια, άλλοτε φως, άλλοτε σκοτάδι, αλλά όλα πάντα αληθινά όπως τα νιώσαμε… Η επιλογή της λέξης LUV κι όχι LOVE δεν ήταν τυχαία. Θέλαμε να δείξουμε μια πιο ωμή, πιο γήινη εκδοχή της αγάπης… όχι την εξιδανικευμένη, αλλά εκείνη που κουβαλάει αλήθεια, ένταση και ατέλειες. Το LUV είναι συναίσθημα, είναι ενέργεια, είναι αυτό το κάτι που σε κινεί χωρίς να χρειάζεται να το εξηγήσεις. Η αγάπη δεν ορίζεται με λέξεις. Είναι κάτι που απλώς συμβαίνει, στις σχέσεις, στις στιγμές, στη μουσική. Είναι κάτι που μοιράζεσαι, που αφήνεις να σε διαπεράσει. Όπως λέμε και στο βίντεο του “LUV”, η αγάπη υπάρχει για να τη μοιράζεσαι χωρίς όρια, χωρίς φίλτρα. Κι αυτό, για εμάς, είναι όλη η ουσία του δίσκου.

Τρία χρόνια μετά το "Wanderlust", πόσο θεωρείτε ότι έχετε εξελιχθεί ως συγκρότημα και ως ήχος; Και με ποιόν τρόπο;

Θεωρούμε ότι όσο περισσότερο δουλεύεις, τόσο ωριμάζεις μουσικά σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο… έχουμε περάσει πάρα πολλές ώρες μέσα και έξω από το στούντιο. Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν μια περίοδος συνεχούς εξέλιξης. Ήρθαμε σε επαφή με πολλούς καλλιτέχνες εκτός Ελλάδας, ειδικά στην Αμερική και στην Αγγλία, και αυτό μας άνοιξε πραγματικά νέους ορίζοντες. Οι ΗΠΑ είναι ένα τεράστιο «σχολείο»· ευτυχώς πήγαμε τη στιγμή που έπρεπε, προετοιμασμένοι και έτοιμοι να απορροφήσουμε ό,τι μας δόθηκε. Προσαρμοστήκαμε πολύ γρήγορα και μάθαμε πάρα πολλά μέσα από τη συνεργασία με ανθρώπους του χώρου εκεί. Ο Άλεξ Μπόλπασης είναι πάντα στο στούντιο συνοδοιπόρος μας γνωρίζει σε βάθος, ξέρει τον ήχο μας και η συμβολή του είναι πολύ σημαντική. Στο “LUV” είχαμε και τον Jordan Lawlor των M83 στο πλευρό μας, ο οποίος έβαλε και αυτός μιαν άλλη οπτική, έναν διαφορετικό τρόπο να προσεγγίζουμε τη μουσική μας και την παραγωγή. Όλα αυτά τα στοιχεία μαζί μάς βοήθησαν να εξελίξουμε τον ήχο μας, χωρίς να χάσουμε την ταυτότητά μας. Έτσι τουλάχιστον πιστεύουμε εμείς… Νιώθουμε πως το “LUV” είναι η φυσική συνέχεια του “Wanderlust”, πιο συνειδητοποιημένο, πιο τολμηρό, πιο pop ίσως, αλλά πάντα με την ίδια ψυχή.

Βλέπω στα credits του δίσκου ότι και οι στίχοι και η μουσική ανήκουν στο σύνολο του συγκροτήματος. Ποια είναι η δημιουργική διαδικασία που ακολουθήσατε για να τον δημιουργήσετε και για να αποδώσετε το αποτέλεσμα της στο σύνολο του συγκροτήματος;

Οι συνθέσεις έχουν γεννήτορες που κάνουν drive τις συνθέσεις και την κατεύθυνση του ήχου της μπάντας, αλλά αυτό δεν σημαίνει κάτι, είμαστε μία ομάδα που θέλει να δουλεύει τα τραγούδια συνολικά και ο καθένας να βάζει το «λιθαράκι» του, άσχετα αν η βασική σύνθεση ξεκινάει από συγκεκριμένους ανθρώπους. Για αυτό και υπογράφουμε συνολικά. Είμαστε μία πέραν του δεόντoς «δημοκρατική» μπάντα και αυτό έχει περισσότερα θετικά από ό, τι αρνητικά, οπότε δουλεύουμε πάντα με αυτό τον τρόπο. Είναι στην φιλοσοφία μας και τον αξιακό μας κώδικα. Δεν χωράνε ναρκισσισμοί σε αυτό το group… Η διαδικασία είναι ότι ολοκληρώνουμε πρώτα την μουσική σε επίπεδο demo, στην συνέχεια γράφουμε τα φωνητικά και στο τέλος πηγαίνουμε στο στούντιο του Αλεξ για recordings… Εκεί μπαίνουν και οι τελευταίες «πινελιές»…

Το "Komorebi" είναι η ιαπωνική λέξη για το "φως που περνάει μέσα από τα φύλλα των δέντρων". Πανέμορφη έννοια - οι στίχοι του τραγουδιού όμως νιώθω ότι εκφράζουν κάτι αντίθετο. Μιλάει για φόβο, για βία, για καταδίωξη - μπορείτε να μου πείτε λίγα λόγια για το πώς γράφηκε το κομμάτι αυτό;

Το “Komorebi” έχει έναν τίτλο που από μόνος του φέρνει φως , και, όπως πολύ σωστά ανέφερες, σημαίνει «το φως που περνά μέσα από τα φύλλα των δέντρων». Κι όμως, οι στίχοι του κινούνται ακριβώς στην αντίθετη κατεύθυνση, μέσα στο σκοτάδι μιας σχέσης εξάρτησης. Υπάρχει ένας στίχος που λέει: «είσαι το θήραμα και ξαφνικά αρχίζεις να αναρωτιέσαι γιατί αγαπάς τον κυνηγό σου». Αυτό συνοψίζει όλη την ιδέα πίσω από το κομμάτι, δηλαδή τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στον φόβο και την τρυφερότητα, στην αγάπη και την κακοποίηση. Μιλάει για εκείνες τις τοξικές, κακοποιητικές σχέσεις στις οποίες πολλοί άνθρωποι εγκλωβίζονται, όχι απαραίτητα επειδή θέλουν, αλλά επειδή νιώθουν οικειότητα μέσα στο σκοτάδι. Είναι ένα είδος «Συνδρόμου Στοκχόλμης», μια ψευδαίσθηση ασφάλειας που τελικά σε απομακρύνει από τον εαυτό σου. Το “Komorebi” γράφτηκε ακριβώς πάνω σε αυτή τη σύγκρουση, το φως και το σκοτάδι να συνυπάρχουν. Ο τίτλος είναι το σημείο ελπίδας: η στιγμή που, όσο πυκνό κι αν είναι το δάσος, το φως βρίσκει πάντα τρόπο να περάσει. Θέλαμε να δείξουμε ότι ποτέ δεν είναι αργά να συνειδητοποιήσεις την αλήθεια, να ζητήσεις βοήθεια, να βγεις από μια κατάσταση που σε πονά. Η συνειδητοποίηση είναι πάντα το πρώτο βήμα προς τη λύτρωση.

Θα κάνω μια ακραία σύνδεση - αλλά το "Bowery Electric" έχει να κάνει με τα ηλεκτροσόκ που υπέστη η Σύλβια Πλαθ όσο ζούσε; Το ρωτάω γιατί έχει τον στίχο "eat men like air" από το "Λαίδη Λάζαρος" της ποιήτριας. Ή είναι απλά το γνωστό συγκρότημα και το πήγα πολύ μακριά;

Είναι όντως μια πολύ ενδιαφέρουσα σύνδεση, αλλά στην πραγματικότητα το όνομα του τραγουδιού δεν σχετίζεται με τα ηλεκτροσόκ της Σύλβια Πλαθ. Τον στίχο “eat men like air» από το “Lady Lazarus” της λατρεμένης ποιήτριας όμως, το χρησιμοποιήσαμε σκόπιμα στο κομμάτι μας , σαν μια δήλωση αναγέννησης μετά από δύσκολες περιόδους, μια γιορτή της ανθεκτικότητας και της δημιουργικότητας. Όσο για το Bowery Electric, είναι μια εμβληματική μουσική σκηνή στο Lower East Side της Νέας Υόρκης, όπου είχαμε την τύχη να παίξουμε. Πρόκειται για έναν χώρο που έχει φιλοξενήσει αμέτρητες μπάντες που θαυμάζουμε από Interpol και The Strokes μέχρι πολλούς άλλους, και παραμένει σύμβολο ονειροπόλων μουσικών που ζωντανεύουν τη Νέα Υόρκη με τη μουσική τους. Το κομμάτι μας θέλει να αποδώσει αυτόν τον παλμό, την ενέργεια, τη δημιουργικότητα και το όνειρο ενός τόπου γεμάτου ζωή, τέχνη και ανθρώπους που παλεύουν να αφήσουν το στίγμα τους. Το «Bowery Electric» είναι το soundtrack της εξωστρεφούς, ζωντανής Νέας Υόρκης μέσα από τα δικά μας μάτια και όπως την βιώσαμε εμείς, πέντε άτομα από την άλλη άκρη της γης, που πραγματοποιήσαμε εκεί ένα παιδικό μας όνειρο.

Πώς ανέκυψε η συνεργασία με τον Jordan Lawlor στη μίξη και στη συμπαραγωγή του δίσκου και τι το ιδιαίτερο προσέθεσε το άγγιγμά του στο τελικό αποτέλεσμα; 

Η συνεργασία με τον Jordan Lawlor προέκυψε εντελώς απρόσμενα. Ο μάνατζερ του μας άκουσε στη Νέα Υόρκη, του άρεσε ο ήχος μας, και έτσι μας πρότεινε στον Jordan. Εκείνος ενθουσιάστηκε με το "Wanderlust" και λίγες μέρες αργότερα λάβαμε την πρότασή του. Ο Jordan, εκτός από παραγωγός και πρώην μέλος των M83, τους οποίους υπεραγαπάμε, είναι πολυοργανίστας, γεμάτος ενέργεια, ιδέες και μουσική γνώση, οπότε υπήρξε αμέσως άριστη χημεία μαζί μας και με τον Αλέξη Μπόλπαση. Μέσα από πολλές συζητήσεις και μελέτη του ήχου μας, σεβάστηκε πλήρως την ταυτότητά μας, χωρίς να προσπαθήσει να την αλλάξει. Το αποτέλεσμα ήταν ένας δίσκος με αυθεντικότητα, ζωντάνια και “rough” αίσθηση, που αναδεικνύει την ουσία της μουσικής μας, διατηρώντας παράλληλα τη δική μας προσωπική σφραγίδα. Και το σημαντικότερο από όλα, ήταν ευγενέστατος και εξαιρετικός συνεργάτης.

Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας - μακροπρόθεσμα και βραχυπρόθεσμα;

Συνεχίζουμε με αμείωτη όρεξη να γράφουμε μουσική και έχουμε ήδη πάρα πολλές νέες ιδέες σε φάση ανάπτυξης. Βρισκόμαστε συχνά στο στούντιο και προβάρουμε τα νέα κομμάτια, προετοιμάζοντας την παρουσίαση του δίσκου μας, η οποία θα πραγματοποιηθεί στις 29 Νοεμβρίου στο Death Disco, με special guests τους The Model Spy. Αμέσως μετά, ξεκινάμε την καθιερωμένη περιοδεία μας σε πόλεις της Ελλάδας. Μας έχουν γίνει νέες προτάσεις για συναυλίες στο εξωτερικό. Σκοπεύουμε να τις οργανώσουμε μέσα στον νέο χρόνο, καθώς το ταξιδιωτικό «μικρόβιο» μας έχει μπει για τα καλά. Ανυπομονούμε να επιστρέψουμε σε αεροπλάνα, αεροδρόμια και νέες πόλεις, παρουσιάζοντας τη μουσική μας σε ακόμα πιο ευρύ κοινό, ζώντας νέες εμπειρίες. Το ευτυχές είναι ότι έχουμε κόσμο που μας ακούει και στο εξωτερικό, επομένως ανυπομονούμε να βρεθούμε και πάλι κοντά τους.

Οι Sugar For The Pill παρουσιάζουν το “LUV” στο Death Disco την Παρασκευή 29 Νοεμβρίου και ώρα 21.00 με special guests τους The Model Spy. Το άλμπουμ κυκλοφορεί από τη Make Me Happy Records και οι φωτογραφίες του συγκροτήματος είναι της Νίκης Τοπουσλίδου.