Θόδωρος "Μπερλινάς" Παπαδόπουλος [1953-2026]

Που πάνε οι αναμνήσεις; Που πάνε οι ιστορίες; Που πάνε οι δίσκοι; Του Κώστα Καρδερίνη

Όλα τα χρήματα που ξόδεψα για δίσκους, βινύλια και μουσικές τα ’χω βγάλει, γιατί όλες τις άσχημες στιγμές κι όλες τις ατυχίες της ζωής τις έχω ξεπεράσει με αυτά. Εκεί βρήκα τον γιατρό μου. Κλεινόμουνα στο σπίτι με τους δίσκους και άκουγα και ήμουνα σε άλλον κόσμο. Τίποτε άλλο δε με βοήθησε τόσο.

Οργιώδης συλλέκτης με δισκοθήκη που αριθμεί γύρω στις επτά δεκάδες χιλιάδες δίσκους, η συλλογή με τα σπανιότερα κομμάτια σε όλη την Ελλάδα, πιθανώς και σε όλη την Ευρώπη. Το σπίτι του στο Πανόραμα θα μπορούσε άνετα να ονομαστεί Μουσείο Βινυλίου. Ταυτόχρονα ιδρυτής και συν-ιδιοκτήτης του θρυλικού κλαμπ Berlin της Χρυσοστόμου Σμύρνης, του πρώτου όρθιου μπαρ στη χώρα μας. Το δώμα του πάνω από το μπαρ ήταν ο δεύτερος μικρόκοσμός του. Εκεί “μαγειρεύονταν” από τον Γιώτη Μπάγγαλα οι βιντεοκασέτες που παίζονταν στο [πρωτοπόρο και σε αυτόν τον τομέα] Berlin, αυτές που εναλλάσσονταν τα λάιβ κλασσικών συγκροτημάτων, αυτές που έρχονταν να ακούσουν οι μουσικοί της πόλης και να δουν πώς παίζουν τα ινδάλματά τους. Το Berlin φιλοξενούσε και δικά του λάιβ: Bicycle, Yoghurt, Villa 21, Yell-O-Yell κ.ά.

Το 2016 ζήτησα από τον Θόδωρο "Μπερλινά" Παπαδόπουλο να διαλέξει αγαπημένα αποκτήματα και αναμνήσεις και να πει τις προσωπικές του ιστορίες για αυτά. Μέρος αυτών των αναμνήσεων είχε δημοσιευτεί τότε στο Θεσσαλονικών Πόλις. Εδώ διαβάζετε σχεδόν όλα όσα μου είπε.

Το σινέ ΖΩΡΖ, των αδερφών Παυλίδη

Υπήρχε στην Πτολεμαΐδα αυτό το σινεμά το οποίο έφερνε όλο τέτοιες ταινίες, καλλιτεχνικές. Βέβαια, πελατεία πολλή δεν είχε αλλά αυτός επέμενε - όλες καλλιτεχνικές. Μπέργκμαν, γιαπωνέζοι, ιταλικό νεορεαλισμό, νουβέλ βαγκ, Ταρκόφσκι, Αϊζενστάιν. Εκεί μέσα έχω δει όλες τις τότε νέες τάσεις. Πήγαινα πάντα μόνος, ήμουν ανήλικος, αλλά ο σινεματζής με ήξερε και μ’ έβαζε ακόμη και σ’ αυτές που ήταν ακατάλληλες. Ρώμη ανοχύρωτη πόλις, Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του, Onibaba [του Kaneto Shindô], πιο μετά το Μπλόου Απ. Και κάποιες πιο ροκ με τον Τέρενς Σταμπ, Modesty Blaise, Zabriskie Point!

Εκεί είδα πολύ και καλό κινηματογράφο. Πρέπει να έκλεισε στη δεκαετία του ’80. Μετά απ’ αυτήν την περίοδο δεν ξανά-ασχολήθηκα με το σινεμά...

Τα φτερά του Έρωτα μ’ αρέσουν αλλά βλέπω αποσπασματικά όταν είμαι σε διάθεση, βλέπω ας πούμε το χάσιμο της πρωταγωνίστριας μέσα στο Βερολίνο. Κάτι μονολόγους που έχει. Έτσι ήμουν κι εγώ κάποτε, σκέφτομαι. Όλα παίζουν ρόλο στη ζωή. Και τα ταξίδια που έκανα στην Κατμαντού, στις Ινδίες, στην Καμπούλ με ταλαιπωρίες, στην Ευρώπη. Άμα δε ζοριστείς δε γίνεται. Κι αυτά, άμα τα μαζέψεις, τι είναι λες; Βινύλια είναι κι αυτά, δίσκοι. Ταξίδια που σε φτιάχνουν.

Το ροκ είναι το ανικανοποίητο που έχει ο πιτσιρικάς. Τίποτ’ άλλο. Άμα ικανοποιηθεί δεν είναι πια ροκ. Μ’ αρέσουν όλα και τίποτε δε μ’ αρέσει. Αυτό είναι... Δεν είναι μόνο η μουσική. Είναι όλα αυτά. [δείχνει σιγκλάκια] Και μόνο που τα βλέπω φτιάχνομαι.

Hit Parade - by Niko Papathanassiou [Philips, 1967]

Από μικρός είχα παράνοια με τη μουσική. Τα βινύλια τα ’βλεπα στις βιτρίνες και νόμιζα ότι τ’ ακούω. Τον πρώτο δίσκο τον αγόρασα στην Πτολεμαΐδα δίχως να έχω πικάπ. Ο παππούς μου είχε καφενείο και γραμμόφωνο και νόμιζα ότι θα παίξει. Το γραμμόφωνο έπαιζε δίσκους από σκληρό βακελίτη, οπότε το βινύλιο χαράχτηκε, αχρηστεύτηκε. Το καρφί που είχε για βελόνα το τρύπησε.

Πολύ αργότερα τον ξαναγόρασα από ένα παλιατζίδικο. Είναι μια συλλογή του Νίκου Παπαθανασίου, αδερφού του Βαγγέλη. Έχει ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια, των Manfred Mann το Ha! Ha! Said the Clown, ίσως το καλύτερό τους. Έχει Blues Magoos, Spencer Davis Group. Έχει και Troggs - I can’t control myself. Μ’ αρέσανε πάρα πολύ τότε οι Troggs. Ο δεύτερος δίσκος που πήρα χωρίς να έχω πικάπ ήταν το Trogglodynamite [1967]. Και ακολούθησαν οι Electric Prunes σε ελληνική έκδοση, κυρίως επειδή μου άρεσε το εξώφυλλο. Αυτός είχε ένα μεγάλο κομμάτι μέσα το οποίο με ξετρέλανε.

Αγόρασα και κάτι σιγκλάκια των Jefferson Airplane και παρακάλεσα κάποιον που είχε τζουκμπόξ να τα βάλει στο μηχάνημα. Και πήγαινα εγώ και έριχνα κέρμα να τ’ ακούσω.

Sun Ra: Disco 3000 [El Saturn, 1978]

Είχε δικιά του προσωπική εταιρία, τη Saturn. Ανακάτευε ανατολίτικες φιλοσοφίες. Είχε ψώνιο με την αρχαία Αίγυπτο. Ντυνόταν φαραώ, αλλά είχε μια γεννήτρια κρεμασμένη πάνω του. Οι άλλοι παίζανε τζαζ γύρω του κι αυτός πείραζε κουμπάκια και μπαίνανε ηλεκτρονικοί ήχοι.

Επειδή δεν είχε λεφτά, έβαζε το γκρουπ να ζωγραφίζει τα λευκά εξώφυλλα. Οι περισσότερες παραστάσεις εμπνευσμένες από την αρχαία Αίγυπτο. Οι δίσκοι αυτοί είναι μοναδικοί και πανσπάνιοι. Έχω πάνω από 30 τέτοια κομμάτια. Το καθένα μοναδικό.

Υπήρχε αργότερα κι ένας νέο-μεξικάνος ζωγράφος, κολλημένος με τον Σαν Ρα, που έκανε αυτήν τη δουλειά. Έστελνες όσα εξώφυλλα είχες λευκά κι αυτός αναλάμβανε να τα ζωγραφίσει. Του έστειλα φακέλους και μου έκανε μερικά φανταστικά κολλάζ.

Hichory Wind: ομώνυμο [Gigantic, 1969]

Πάω στη Βοστόνη σε ένα δισκάδικο και βλέπω το Hichory Wind κλειδωμένο με κλειδαριές σε μια βιτρίνα. Είχαν βγει μόνο εκατό αντίτυπα και ήξερα ότι είναι πανάκριβο. Κάντρι ψυχεδέλεια από το Ιλινόι. Ο δίσκος ήταν σφραγιστός και τον ζητούσε 600 δολάρια. Δεν ήταν το αφεντικό αλλά ο υπάλληλος είπε οκ, αφού έχει τιμή αν το θέλεις στον δίνω. Είχα διαλέξει και κάποια άλλα βινύλια, τα έβαλε όλα μαζί σε ένα κουτί, τα σφράγισε για μένα, του άφησα προκαταβολή 2 κατοστάρικα γι’ αυτό συν προκαταβολή για τα υπόλοιπα, με τη δέσμευση ότι θα πήγαινα την επομένη να τα πάρω.

Πάω την άλλη μέρα, όλα ήταν στο πακέτο εκτός από αυτό. Που είναι; ρωτάω. Μου λέει: ήρθε τ’ αφεντικό και μου είπε να σου δώσω πίσω τα λεφτά σου, δεν τον πουλάει τον δίσκο. Θα φύγει σε έναν πλειστηριασμό με αρχική τιμή 2.000 δολάρια, είχε πάνω του και το σχετικό αυτοκόλλητο. Επέμενα επειδή είχαμε κλείσει συμφωνία. Δεν μου τον έδιναν όμως. Πήγα στην αστυνομία και την κουβάλησα στο μαγαζί. Ήτανε κι ο Foko εκεί, ο σαλονικιός κιθαρίστας [Φωκίων Μπούκλης], ο οποίος με βοήθησε πάρα πολύ. Τελικά, με τις φασαρίες και με την αστυνομία, κατάφερα και πήρα τον δίσκο. Βέβαια, μου βάλανε κάτι φόρους άλλα δυο κατοστάρικα, αλλά τελικά τον πήρα, με το αυτοκόλλητο της δημοπρασίας ακόμη πάνω του.

The Beatles: Butcher Cover Yesterday and Today [Capitol, 1966]

Οι Beatles κρεοπώλες στο εξώφυλλο. Ήταν το πιο σπάνιο άλμπουμ κάποτε. Έχει ιστορία αυτό. Στείλανε έναν πιτσιρικά να τους πάρει κρέατα. Αυτός βρήκε και κάτι κούκλες σπασμένες στα σκουπίδια. Βγήκανε φωτογραφίες και το βγάλανε ως εξώφυλλο. Η εταιρία το κατήργησε κατευθείαν. Όσα λίγα κομμάτια πουλήθηκαν θεωρήθηκαν πολύ σπάνια.

The Velvet Underground & Nico: ομώνυμο [Verve, 1966]

Το ορίτζιναλ. Αυτό που ξεφλούδιζες τη μπανάνα, την έξυνες και μύριζε μπανάνα [ξεφλούδισα, έξυσα και μύρισα μπανάνα το 2016]. Το είχε ένας τύπος σ’ ένα δισκάδικο, Venus, στο Village της Νέας Υόρκης, και του είπα ότι το θέλω. Δεν ήθελε λεφτά, ήθελε δίσκους. Ανταλλαγή. Βρήκα αυτά που ήθελε, κάτι μπούτλεγκ χίπικα, από έναν ντίλερ δίσκων και του τα πήγα. Και ανταλλάξαμε. Άμα ψάχνεις κάτι πολύ, το βρίσκεις. Έτσι έχω καταλάβει από το ψάξιμο το πολύ. Αυτό τώρα έχει πολύ μεγάλη αξία. Είχανε βγει 300 κομμάτια μόνο.

Die Tödliche Doris: Chöre & Soli [Pure Freude, 1983]

Ήμουν γραμμένος στη Recommended της Ζυρίχης. Μου το πρότειναν. Είχε ένα κουτί μουσικό που έπαιζε πολύ μικρά δισκάκια, 4 ιντσών. Είχε οκτώ δισκάκια διαφορετικού χρώματος με κάτι μίνιμαλ ηχογραφήσεις. Περίεργα. Αυτούς τους είδα ζωντανούς στο Βερολίνο τη δεκαετία του ’80. Κάνανε περφόρμανς σε κλαμπ.

Το έδωσα τελικά το ’80κάτι στον Θανάση Μουτσόπουλο. Με είχε πρήξει. Έδωσα κι άλλα έτσι. Όταν κάποιος ήταν πολύ επίμονος με κατάφερνε.

Music Emporium: ομώνυμο [Sentinel, 1969]

Μου στοίχησε 400 χιλιάδες δραχμές τότε. [Σήμερα αγγίζει τις 6.000 δολάρια.]

Pink Floyd: Ummagumma [Harvest, 1969]

Floyd Fool Moon Πάρτι στην Λίνδο. Ο Rick Wright παντρεμένος στην Ρόδο με την Φράνκα. Ο Σάββας [Κετσετζόγλου; κατόπιν διακοσμητής;] είχε κλαμπ τότε εκεί. Ο Γκίλμουρ κι ο Γουότερς στην κόντρα. Ο Μέισον, ο ντράμερ, μένει στην Γλυφάδα. Αρχές ’70, ακούγαμε πολύ το Ummagumma [1969], το λάιβ που συμμετείχε ο Syd Barrett. Έχω φωτογραφίες από ένα γκρουπ που είχε κάνει ο Μπάρετ, οι Stars, το οποίο δεν δισκογράφησε.

Bicycle: ομώνυμο [Gramma, 1981]

Στον Λάζαρο [παραλιακό θεσσαλονικιώτικο καφενείο - στέκι] ήμασταν οι πιο προχωρημένοι. Κυρίως λόγω Παπαντίνα. Στο Κολωνάκι, στο Ένα, ερχόταν όλοι οι αθηναίοι να δουν τι φοράει, πώς ντύνεται ο Παπαντίνας. Ο Σιδηρόπουλος ήθελε κι αυτός να μοιάσει του Παπαντίνα, γι’ αυτό έγινε τραγουδιστής και ροκάς. Ήτανε πρότυπο ο Παπαντίνας. Βέβαια, ήτανε σκατοχαρακτήρας. Μια ζωή μαλωμένος μαζί του, μ’ έβριζε, αλλά εγώ τον αγαπούσα γι’ αυτό που ήταν.

Έπαιζε και στο Berlin μετά, με ντράμερ τον Μπούφη [Γιώργος Δημηκαρόπουλος, δημιουργός του Δον Κιχώτη]. Έπαιξε και δεύτερη περίοδο, δυο φορές την εβδομάδα. Ως Bicycle, αλλά όχι με τα μέλη της ηχογράφησης. Είχε γκόμενες κολονακιώτισσες τις οποίες όλες τις ξάφριζε τα χρυσαφικά. Σεξ’ν’ντραγκς’ν’ροκ’ν’ρολ.

Rote Fabrik / Contempo Records

Πήγαινα τότε στη Ζυρίχη σ’ αυτό το κλαμπ. Το Κόκκινο Εργοστάσιο. Όπως ο Μύλος εδώ. Είχαν και δισκάδικο κι αργότερα εταιρία δίσκων. Μια φορά ήμουν εκεί Σαββατοκύριακο. Κανονικά ήταν κλειστά, αλλά βρίσκω αυτόν τον τύπο που το είχε, τον Βάιτ τον ελβετό, και μου είπε ότι θα το ανοίξει Κυριακή για χάρη μου. Ήταν ωραία μέρα και τον περιμέναμε απ’ έξω, εγώ ο Alan Jenkins ο τραγουδιστής από τους Deep Freeze Mice κι ο Charles Heyward ντράμερ από τους This Heat. Έχει παίξει παλιότερα με τους Roxy Music και τον Manzanera. Περιμένοντας να ’ρθει ο Βάιτ να ανοίξει τη Recommended είδαμε απέναντι μια μπασκέτα. Ρίξαμε μερικές μπαλιές περιμένοντας παρόλο που δεν είχα ιδέα από μπάσκετ. Περιμένοντας για τους δίσκους γνώρισα κι αυτούς.

Είχα επίσης πολλές σχέσεις με το Contempo Records στη Φλωρεντία. Τον πρώτο δίσκο που τον είχανε βγάλει [μάλλον το Dark Lord, 1983] μου τον είχαν κάνει δώρο με τις υπογραφές του γκρουπ. Αλλά κάπου τον έδωσα, δε θυμάμαι. Απ’ αυτούς έπαιρνα τα βίντεο που παρουσίαζα στο Berlin το ’83. Residents, Brian Eno... Έπαιρνα κι απ’ το ICF στο Λονδίνο.

The Gun Club: Manila on the Beach [bootleg live 1983]

Οι Gun Club έχουνε μείνει στο σπίτι μου στο Πανόραμα, με τη Δήμητρα Μαντζούκα [Απόβλητες] που τους έφερε. Ο Jeffrey Lee Pierce μας έβαζε μουσικές. Με τον Kid Congo Powers αγκαλιά και την γιαπωνέζα μπασίστρια Romi Mori που μας μαγείρεψε μπιφτέκια. Βρήκε το ρεπερτόριο της Stax Rec που είχα και άρχισε να μας παίζει σοουλιές και χορεύαμε μεσημεριάτικα. Κι η Μαντζούκα [DIDI music] που κάνει όλες τις συναυλίες, Rockwave και τα λοιπά.

Κι ο Νικόλας Τριανταφυλλίδης... τρελό ποτήρι. Μια φορά φύγαμε ξημέρωμα να πάμε στην Ντάλια, το πατσατζίδικο στην Καμάρα. Πήγε ν’ ανοίξει την πόρτα ο Τριανταφυλλίδης κι έπεσε ξερός ολόκληρος μαζί με την πόρτα. Τρομάξαμε. Αλλά είχε πιει πάρα πολύ. Ήταν ρολ’ν’ρολ... Έριξε κόσμο. Χρωστούσε-έκανε-έρανε... τι να κάνει στο τέλος, άλλαξε την εταιρία στο όνομά του γιατί δεν ερχόντουσαν οι ξένοι... Έκανε την καύλα του. Διακοπές δεν πήγαινε πότε. Μου έφερε κι ένα μπλουζάκι των Stooges αλλά ήταν μικρό και δεν το φοράω.

M.B. (Maurizio Bianchi): Anthology 1981-1984

Μια εταιρία που μου έκανε πολλή εντύπωση. Come Organisation του William Bennett, ο κιθαρίστας του φερώνυμου σχήματος [Come]. Έπαιζε και με τη Laura Logic. Μετά έκανε αυτό το γκρουπ, τους Come, κι έπαιζε κάτι ηλεκτρονικά, κατεστραμμένα. Power extreme electronics το έλεγε. Δεν είχε ξαναγίνει ούτε ξανάγινε.

Ο Maurizio Bianchi [Blackhouse] έκανε καμιά 15αριά δίσκους εκεί, όλοι με το ίδιο εξώφυλλο. Είναι πανσπάνιοι. Είχαμε αλληλογραφία κι ακόμα έχουμε. Ήτανε δημοσιογράφος στο Rockerilla. Μετά έγινε μουσικός και κατασκεύασε διάφορα όργανα με ονόματα technotronics, microtronics κ.ο.κ. Έβγαζε λοιπόν δίσκους με βιομηχανικό θόρυβο και τους διακινούσε με αλληλογραφία. Δεν υπήρχαν στα δισκάδικα... Κάποια στιγμή του έστειλα γράμμα και του έλεγα ότι έχω κασέτες του και τις ακούω στα ταξίδια μου. Μου απάντησε και γίναμε φίλοι και μου έστελνε νέες κασέτες. Τώρα πια η αλληλογραφία μας και οι κασέτες αυτές είναι συλλεκτικές.

Socrates Drank the Conium: ομώνυμο [Polygram, 1971]

Ένας Θωμάς που ζούσε σα φρικιό στη Βέροια. Του άρεσε το προγκρέσιβ και είχε συλλογές από το ανατολικό μπλοκ γιατί εκεί γεννήθηκε και μεγάλωσε. Καθόταν και κοιμόταν επάνω σε καρφιά, όπως οι φακίρηδες. Από αυτόν πήρα πολλούς ελληνικούς προγκρέσιβ δίσκους. Και Σώκρατες.

Lou Reed: Berlin [RCA Victor, 1973]

Το έγραψε ο Λου Ριντ για το Βερολίνο χωρίς να έχει πάει. Ήτανε στη φαντασία του. Αρχίζει όπως γεννιέται ένα μωρό. Όπως στην ταινία Τα φτερά του Έρωτα όπου ο άγγελος κυκλοφορεί αόρατος ανάμεσά τους. Μου άρεσε η κουλτούρα των Velvet Underground. Από τον Παπαντίνα τους έμαθα. Είχα κολλήσει. Μ’ άρεσαν και τα χίπικα και τα ψυχεδελικά, αλλά περισσότερο τα πιο ακατέργαστα του Ίγκι και του Λου.

Αυτό το άλμπουμ το κουβαλούσα πάντα μαζί μου στα ταξίδια για να τ’ ακούω. Πήγαινα Γερμανία και Σουηδία τότε. Στην Γερμανία έκανα ένα κλαμπ μαζί με τον ξάδερφό μου, το Europa στο Μύνστερ, όπου φέρναμε νιου γουέηβ συγκροτήματα από την Ολλανδία. Κοντά μας ήταν το πολύ φημισμένο Hide Park, μια φάρμα έξω απ’ το Όσναμπρυκ, κοινόβιο με ένα κτίριο όπου γίνονταν θρυλικά λάιβ. John Mayall, Alexis Corner, Dead Kennedys, Mick Harvey. Είναι γνωστό ότι τα καλύτερα κλαμπ και τα πιο ιστορικά δεν είχανε στυλ. Παίζαν όλα τα είδη.

Αυτά έβλεπα κι έκανα το Berlin όταν γύρισα στη Θεσσαλονίκη. Ήταν άγρια φάση. Ο Πήγασος της Αθήνας ήταν πολύ σοφιστικέ μπροστά μας, αν και νεότερο μαγαζί. Εδώ γινόταν άγριες καταστάσεις κι έπρεπε διαρκώς να σώζουμε τα πράγματα. Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές μου σφράγισαν το μαγαζί. Είχαμε όμως την τρέλα... Σήμερα ούτε που το διανοούμαι τι γινόταν τότε. Εγώ ο ίδιος παθαίνω όταν σκέφτομαι τι σκηνικά γινόταν.

-----

Στο μνημόσυνο του Θόδωρου σε μέρα σημαδιακή [ανάμνηση θαύματος των κολλύβων του αγίου Θεοδώρου, τριετές μνημόσυνο για το αδικαίωτο έγκλημα  των Τεμπών] ακούστηκε από τα αδέρφια του ότι θέλουν να δωρίσουν την ανεκτίμητη συλλογή του [δίσκοι, δισκάκια, κασέτες, cd, φωτογραφίες, αφίσες, πικάπ αναφοράς, πρωτότυπα έργα, μεμοραμπίλια κ.ά.] σε κάποιο τοπικό ίδρυμα που να μπορεί να την αξιοποιήσει εκθεσιακά. Μακάρι ο άη Θόδωρος να κάνει το θαύμα του και πάλι.

Ευχαριστώ τον Γιώτη Μπάγγαλα [djOTIS] για την πολύτιμη βοήθεια με τα ονόματα και τα πρόσωπα.