
αφιερώματα
πρόσφατα αφιερώματα
2009: Τα 20 καλύτερα ελληνικά άλμπουμ
Zeroes: Τα 30 καλύτερα ελληνικά άλμπουμ
Zeroes : Τα 50 καλύτερα τραγούδια
Δημοφιλή Άρθρα
2009: Τα 20 καλύτερα ελληνικά άλμπουμ
Αφιέρωμα
2009: Τα 20 καλύτερα ελληνικά 1-10
Αφιέρωμα
Tindersticks - Falling down a mountain
CD Review
Wet dreams του Πάνου Πανότα
Πόσο ροζ μπορεί να είναι το ροζ;
Δε θέλει και πολύ φιλοσοφία: αυτό είναι μακράν το πιο "επικίνδυνο" αφιέρωμα που έχουμε κάνει από δια-δικτυακής καταβολής μας.
Ωστόσο, οι ίδιες οι βιολογικές ανάγκες, τα πάθη, τα όνειρα, οι εγκεφαλικές διεργασίες -δεν αναφέρομαι καν σε απλές διεκπεραιωτικές αποφάσεις του τύπου: "σήκωσε το πιρούνι", "γέμισε το ποτήρι", "πάρε τα πόδια σου", απόλυτα χρήσιμες για την επιβίωση πρωταρχικά, αλλά δευτερεύουσες για να πλησιάσεις μια ωραία γυναίκα- είναι από μόνες τους όλες υπόγεια επικίνδυνες, αλλά και κατάφορα. Έλα, όμως, που χωρίς αυτές η ζωή καταντάει άχρωμη. Μια επιλήψιμη μονοτονία που επαναλαμβάνεται, λες και έχει ξεπλυθεί με χλώριο.
Αλλάζοντας, όχι κατά το δοκούν, αλλά κατά το συμφέρον του παρόντος κειμένου τη λαϊκή ρήση-παροιμία "το τερπνόν μετά του ωφελίμου" βάζω εξαρχής το σκοπό του θέματος επί τάπητος, ρωτώντας:
Τι έχετε να θυμάστε από περιπτώσεις που η αγαπημένη σας μουσική (και η τέχνη, γενικότερα, αλλά εδώ βασικά η μουσική) συνδυάστηκε με καλαίσθητα πρόσωπα, εκφραστικότατα μάτια, καλλίγραμμα κορμιά, είχε παραισθήσεις στα όρια του φετίχ ερωτισμού, οι οποίες ενίοτε αποτέλεσαν κι αυτές μέρος της διάχυσης της απόλαυσης; Σίγουρα έχετε, όλοι έχουν. Κι έτσι είναι τόσο το φυσιολογικό, όσο και το υγιές.
Βέβαια, υπάρχει και μία παράμετρος που αλλάζει με το εκάστοτε υποκείμενο, με το ποιος μιλάει και θυμάται, δηλαδή. Είναι το γούστο, η προτίμηση που έρχεται με τρόπο, συχνά ακατανόητο και περιττό να περιγραφεί, από βαθιά μέσα του καθενός και που τον κάνει να κλίνει προς κάπου συγκεκριμένα, αποκλείοντας ό,τι άλλο. Το να προτιμάς τις κιθάρες από τα πλήκτρα είναι το ίδιο με το να προτιμάς τις μελαχρινές απ' τις ξανθιές. Απλά τις προτιμάς...
Προσωπικά, σ' αυτό το "ροζ τεύχος" της μουσικής μου μνήμης δεν θα αναφερθώ σε χρονιές προηγούμενες από αυτές που άρχισα να καταλαβαίνω την έλξη του άλλου φύλου. Δεν έχει νόημα να σας πω, ας πούμε, ότι θαύμαζα κάποτε την Renate Knaup στις φωτογραφίες των Amon Duul II και των Popol Vuh. Στην εποχή της, αυτή η γυναίκα έπρεπε να έκαιγε καρδιές. Στη δική μου, εντούτοις, ήταν μια ακόμα μεσήλικας με κραταιά φινέτσα που ίσως και να ήθελα να την έχω θεία (Marianne Faithfull, Grace Slick, Nico άλλες τρεις).
Θα πιάσω, λοιπόν, το νήμα από τα eighties και δώθε.
Από τις πρώτες δύο που θυμάμαι να μου άρεσαν ως γυναίκες, σήμερα η μία έχει πεθάνει κι η άλλη ζει κι είναι εξίσου γοητευτική. Ήταν η Laura Branigan και η Kate Bush, αντίστοιχα.
Μέσα σ' εκείνη τη δεκαετία, βέβαια, που και εγώ τράβηξα το απόλυτο ζόρι της εφηβείας μου και άλλα κουπιά, θαύμασα τη γυναικεία ομορφιά-πρότυπο ακόμα:
στην απίστευτη Danielle Dax,
στη γερμανική εμπροσθοφυλακή των Anja Huwe και Manuela Rickers των Xmal Deutschland (η απόλυτη αντρική φαντασίωση, ο ορισμός της catchy παγερότητας, μιλάμε),
αλλά και στην Pia Lunda, ό,τι σπουδαιότερο έχω να θυμάμαι από τους Phillip Boa & The Voodoo Club μαζί με το άκρως προσωπικό και εμπιστευτικό μέχρι πριν λίγα λεπτά favourite "Rise & Fall Of Piggly Wiggly" (κομματάρα, για να μην ξεχνιόμαστε!).
Το αμέσως επόμενο γυναικείο δίδυμο (ως μέλη στην ίδια μπάντα) ήρθε κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του '80 με τις Courtney Davies και Beth Thompson των Fourwaycross. Απίστευτο τραγούδι το παλιότερο "Moment Of Pain" και εξαιρετικό το τελευταίο τους άλμπουμ "On The Other Hand", τότε που πριν οδηγηθούν προς την οριστική διάλυση ήταν και οι δυο τους περισσότερο κούκλες από ποτέ.
Περίπου την ίδια εποχή, τα μάτια μου φέρνουν ακόμη το φοιτητικό σοφιστικέ παρουσιαστικό της Harriet Wheeler των The Sundays, την Marnie (Weber) (ανεξήγητο, αλλά πάντα κάτι με τραβούσε σ' αυτήν), και τη φτυστή "αδελφούλα" της τελευταίας, την Magie Song των Fibonaccis, που έστω κι αν ήταν πανέμορφη τραγουδούσε σε πλήρη αντίθεση "some men don't like women at all/ so why do we stay?" σε κείνο το "Some Men" που άκουγα ολημερίς και ολονυχτίς όταν είχε πρωτοβγεί το μοναδικό τους μεγάλο άλμπουμ. Μην ξεχάσω, αν και δε γίνεται, τη σουηδή Carita Palmroos των Man Klan (και αυτοί αδικοχαμένοι, αλλά εκείνο το "Flesh Machine" είναι αξεπέραστος δίσκος, για να το μάθετε).
Όλες οι παραπάνω δεσποινίδες (στην περίπτωσή μας νομίζω πως αυτός είναι πιο δόκιμος χαρακτηρισμός από τον "κυρίες") ήταν όμως οι παράνυφοι. Γιατί τα eighties ανήκουν αποκλειστικά στη μία και μοναδική, στην Lydia Lunch. Δεν παιζόταν η γυναίκα, έτσι ακριβώς. Οι φωτογραφίες της από την εποχή του "Queen Of Siam" μέχρι τουλάχιστον του "In Limbo", καθώς επίσης και ό,τι κατέγραψε ο φακός του επιρρεπή Richard Kern φτιάχνουν ένα φωτογραφικό άλμπουμ που μπροστά του τα αντίστοιχα του λονδρέζικου κλαμπ Torture Garden φαίνονται λειψά.
Αυτήν που με ξεκόλλησε από τα macho βίτσια της Lunch, αν και όχι τελείως, αραιά και πού στηνόμουν στην κλειδαρότρυπα ξανά, ήταν ένα κορίτσι με καρδιά προνύμφης, η Alison Shaw των Cranes, η οποία επανέφερε την τάξη στο στάδιο που ήταν όταν ζούσα τους πιο αθώους, γυμνασιακούς έρωτες, πνιγμένους στην ασφαλώς πλατωνική τους μανιέρα, και όταν τα λερωμένα σεντόνια ήταν απλώς υποψία από εξομολογήσεις μεγαλυτέρων. Δε λέω, ήταν όντως μια καλή προσπάθεια, γιατί επί της ουσίας ποτέ της δεν έπιασε. Ατυχώς, είχα μεγαλώσει ήδη αρκετά κατά τη γνωριμία μας. Όταν, πάντως, μου είχε στείλει το βιβλίο της με τους στίχους των Cranes και διάβασα την προσωπική της αφιέρωση νόμιζα πως μοσχοβολούσε λεβάντα. Μουσικά μπορεί να πάτωσε καθοδόν, στη δική μου μνήμη, ωστόσο, παρέμεινε το πλάσμα του τότε.
Μου άρεσε κι η Heather Nova, όπως την είχα δει στο videoclip του "Sugar", αλλά αυτό δεν έφτασε για να συνεχίζω να αγοράζω και να ακούω και τους δίσκους της. Μετά το "Blow" τα σπάσαμε.
Το ίδιο μου συνέβη και με την Jennifer Charles των Elysian Fields και φυσικά την Hope Sandoval, την κοπέλα που έκανε τον David Roback τον πιο αξιοζήλευτο άντρα στον κόσμο τουλάχιστον για μια πενταετία (και λίγο βάζω).
Μπήκαμε, όμως, ήδη στα nineties. Κι εκεί, η λίμπιντό μου σταδιακά με προετοίμασε για την επερχόμενη thirty something φάση που κάθε άντρας περνάει στη ζωή του. Και σας λέω τι σημαίνει αυτό, αν δεν ξέρετε, ότι οι ορμόνες πού και πού ναρκώνονται και λιγάκι, μουδιάζουν λες και παθαίνουν κράμπα, υπάρχουν και βράδια που πέφτεις για ύπνο ξερός και δεν βλέπεις ούτε όνειρο ούτε και τίποτα άλλο. Τουλάχιστον ως προς τα ερεθίσματα μέσω ένθετων δίσκων, εξώφυλλων, ή φωτογραφικών γκαλερί σε ιστοσελίδες μουσικών, γιατί κατά τα άλλα να εύχεστε όποτε χρειαστεί όλα του συστήματος να δουλεύουν κανονικά... Η εξαίρεση που ανασταίνει κάθε νεκρό φυσικά ήταν (και είναι υποθέτω) η κοπέλα των ιταλών Ordo Equitum Solis, η καλύτερη από τις "συστάσεις" που μας έδωσε ο Tony Wakeford στην πολύχρονη σχέση μας.
Και δεν ξέρω αν αυτό που νιώθω τώρα είναι καλό σκεφτόμενος πως οι σημερινοί νεολαίοι της γενιάς του mp3, του downloading και του iPod δε ζουν με την ίδια παθιασμένη ένταση το να ανοίγεις στα χέρια σου ένα gatefold εξώφυλλο ή να χαζεύεις ένα poster ή να διαβάζεις συνεντεύξεις και να καρφώνεσαι περισσότερο στις φωτογραφίες παρά στο κείμενο. Όπως και να το κάνεις είναι εμπειρία αναντικατάστατη που αξίζει να τη ζήσεις.
_____
