Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ

2013 Recurring Dreams


Καραμπεάζης Τα μουσικά πράγματα είναι τόσο εντυπωσιακά ανακυκλώσιμα πλέον, που το ακούσια προφητικό δεκατετράλεπτο με το οποίο έκλειναν το έργο της ζωής τους οι Husker Du, μοιάζει να είναι το μόνο πράγμα που ακούγεται γύρω μας, σε διάφορες παραλλαγές και με διαφορετικούς δράστες. Εν μέσω και καλά αδυσώπητων debate γύρω από το Spotify (που τελικά περισσότερο από όλα πρέπει να ιδωθεί ως μια ελπίδα να καθαρίσει ο βούρκος του downloading, όχι μόνο από άποψη δικαιωμάτων κλπ, όσο και ως προς την ακαθαρσία στην οποία υποχρεώνει και τους ίδιους μας τους υπολογιστές. Τα λεφτά πάντοτε τα έπαιρναν οι εταιρείες, ας μην ανακαλύπτουμε κάθε φορά τον τροχό), η φάση διαμάχης περί των format, έχει ήδη φτάσει στο σημείο να χλευάζονται οι όψιμοι, οι μετανιωμένοι και όποιοι άλλοι λάτρεις του βινυλίου ως αστοιχείωτοι φετιχιστές, που αγνοούν το ουσιαστικό ή μη περιεχόμενο, μπροστά στην ηδονή της ζελατίνας που δεν έχει ούτε μια ραγάδα στα τουλάχιστον πέντε πρώτα χρόνια από την αγορά της. Το βινύλιο, όμως, μπορεί να μην κρατάει ζωντανή τη βιομηχανία, αλλά αν μη τι άλλο συνεχίζει να δίνει νόημα ύπαρξης στην έννοια του άλμπουμ. Η οποία μπορεί όντως να μην ταυτίζεται με το rock'n'roll ως πρωταρχικό νόημα, αλλά σίγουρα αποτελεί το πρώτο σύμπτωμα του ότι ξεπέρασε τις παιδικές του ασθένειες. Στις οποίες επιστρέφει τα τελευταία χρόνια.

Οι Daft Punk μας έπρηξαν τα συκώτια για να πουλήσουν 10.000 βινύλια, οι My Bloody Valentine μας έπρηξαν στο περίμενε για να πουλήσουν 1.000 λιγότερα, ο David Bowie θα μας πρήξει μέχρι να βγει στο δρόμο, καθώς αυτό είναι που όλοι θέλουμε από δαύτον, ενώ οι Arcade Fire είναι πλέον και επίσημα το κακό σπυρί, στο ούτως ή άλλως άσχημο πρόσωπο μιας βαλσαμωμένης βιομηχανίας, που όταν πρηστεί τόσο, ώστε να σκάσει, καλό θα είναι να μεταλάβουν το μολυσμένο πύον, πρώτοι όσοι χορεύουν ανέμελα υπό τις αμπελοφιλοσοφίες είκοσι και βάλε νοματαίων, που έφτασε ένας παραγωγός για να τους αποδείξει ότι τελικά δεν είχαν δικό τους ήχο, όπως αναληθώς ευαγγελίζονταν. Το αν τα κονομάει ο καθένας τους, από πού και πόσο, είναι δική τους υπόθεση, αλλά δεν βλέπω και κανέναν παραπονεμένο.

Πάντως, και με τις εξαιρέσεις να επιβεβαιώνουν αιώνια τον κάθε άχρηστο κανόνα, είναι πλέον κατόρθωμα το να κυκλοφορήσει κάποιος έναν πραγματικά κακό δίσκο, ειδικά από όσους βρίσκονται στα πρώτα τους δημιουργικά χρόνια. Λίγο η τεχνολογία, λίγο η συμπάθεια προς τον φορμαλισμό που καθιστά κάθε τι αξιαγάπητο, λίγο η γνώση -συναισθηματική ή μη- που έχει κατακτηθεί από τους πάντες, λίγο ταλέντο να έχεις και ο δίσκος σου είναι αμαρτία να πέσει κάτω από το 7. Πάει να πει ότι είσαι μεγάλος χλαπάτσας, αδερφέ μου. Υπό αυτή την έννοια κατανοώ απόλυτα τον ιδρυτή του Pitchfork όταν ισχυρίζεται πως υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα στο 7.1 και το 7.8 . Ίσως μεγαλύτερη από ότι ανάμεσα στο 7 και το 9. Ενώ πάλι δίσκοι σαν του Grant Hart κινούνται με εντυπωσιακή διάθεση ανάμεσα στο 3 και το 10, ανάλογα με τη διάθεση του ακροατή ως προς αυτούς που επιμένουν να σκαλίζουν το παρελθόν των άλλων.

Διαβάζω συνέχεια βιβλία γύρω από τη μουσική, σε βαθμό τέτοιο που σε λίγα χρόνια από τώρα θα θεωρούμαι λογοτεχνικά αγράμματος, όπως άλλωστε έχω υπάρξει και μέχρι σήμερα. Πέρα από τις αυτοβιογραφίες και τα "καρφώματα" μεταξύ αλλήλων που ξεκινάνε από τον Morrissey και δεν τελειώνουνε στον Alan McGee, τα βιβλία γύρω από το ροκ, την ποπ και τα παρακλάδια αυτών, προσπαθούν να καθιερώσουν αυτήν την ούτως ή άλλως πολύ "φρέσκια" κουλτούρα, ως κάτι ισάξιο πολιτισμικών αξιών που έχουν κερδίσει την μάχη με το χρόνο σε επίπεδο αιώνων. Παρότι μεγάλος οπαδός της ποπ & ροκ κουλτούρας, που άλλωστε είναι και η μόνη με την οποία έχω παθιαστεί και περί της οποίας έχω κάποια σχετική γνώση, δεν ξέρω αν τελικά είμαι υπέρ αυτής της εξαναγκασμένης ακαδημαϊκής της διάστασης.

Διαισθάνομαι πως όταν το ροκ παύσει να είναι κάτι εφήμερο, ανόητο και βεβιασμένο, τότε θα είναι που θα έχει οριστικά πεθάνει και όχι κάθε δέκα χρόνια, που σπεύδουν να το θάψουν, αυτοί που είχαν ζήσει τα μεγαλεία της προ-περασμένης δεκαετίας. Συνεπώς το Ροκ των βιβλίων, το οποίο "ακούω" να έρχεται από παντού ως ιδέα για να πάρει τη θέση του πλάι στους Μεγάλους Κλασσικούς και Μοντέρνους της λογοτεχνίας, του θεάτρου και δεν ξέρω κι εγώ ποιας άλλης αντιδραστικής τέχνης, που όταν βγήκε στους δρόμους το έκανε πάντοτε επιδεικτικά, περισσότερο με ενοχλεί παρά με ενθουσιάζει. Παρά ταύτα, όπως σωστά έγραψε πρόσφατα και ο Θεοδόσης Μίχος, οι μεγάλοι μουσικογραφιάδες δεν γράφουν πλέον στα μουσικά περιοδικά (τα οποία στοιβάζονται ανησυχητικά αδιάβαστα σε δυσπρόσιτες ντουλάπες), αλλά (συμπληρώνω εγώ) το έχουν ρίξει στη ροκ βιβλιογραφία... Θα επιζήσουμε και τούτου. Φαντάζομαι.

Χωρίς τραγούδια φέτος, αλλά με πολύ περισσότερα λόγια και παράλληλες αναφορές από τις τελευταίες φορές.

Έντεκα δίσκοι για το 2013:

11. Giovani Lindo Feretti: Saga, Il Canto Dei Canti (No Music)
O βασικός ήρωας του ιστορικού τριγώνου του ιταλικού punk/post punk ήχου (C.C.C.P.- Fedeli Alla Linea στα 80s, C.S.I. στα 90s και P.G.R. 00s), ένας πραγματιστής προβοκάτορας με καθολική ανατροφή και δημιουργικά αναρχική πολιτική σκέψη, αφού επαναπροσδιόρισε την τραγουδοποιία του μες στο 2012 (στις εφημερίδες και στη γείτονα χώρα βέβαια τα CD), επιστρέφει με έναν επιφανειακά μη εντυπωσιακό δίσκο (minimal κλασσικότροπες ενορχηστρώσεις και ποπ γρηγοριανές αναφορές, με ιστοριοδιφική θεματολογία, ήτοι concept άλμπουμ που δεν σε αφήνει να ξαποστάσεις και έχει και λατινικούς στίχους από πάνω). Απότοκη ιδέα μίας εκ των δεκάδων παραστάσεων που ανέβασε όλα αυτά τα χρόνια, εν τούτοις καταφέρνει να υπογραμμίσει γιατί τα εκάστοτε σχήματα του (και προπάντων οι ρηξικέλευθοι C.C.C.P.) ξεχώριζαν πάντοτε στον συνήθως αναιμικό χάρτη του ιταλόφωνου ροκ και πανκ ήχου, που εύκολα κατέρρεε συχνά υπό το βάρος της mainstream τραγουδιστικής παράδοσης της χώρας και ενίοτε της παραδίνονταν χωρίς πολλά πολλά. Ο Feretti συνεχίζει επιμελώς και επιτυχώς να ελίσσεται αυτής της άνευ όρων παράδοσης.

10. Boards Of Canada: Tomorrow's Harvest (Warp)
Μπορεί οι αναλυτές και οι ιστορικοί του ήχου να μας λένε (και να μας πείθουν) ότι η ηλεκτρονική μουσική είναι πολύ παλιότερη ιστορία από ότι το ροκ με τα... συμβατικά όργανα, αλλά το βάρος των χρόνων στη μουσική δέον είναι να μετράται αν όχι αποκλειστικά, τότε σίγουρα σε κύρια επικουρικότητα με τις συγκινήσεις που προσφέρει, τα ονόματα-καταφύγια που παρέχει στους ακροατές-εξερευνητές της και κυρίως τις σταθερές αναφορές γύρω από τις οποίες δομείται ένα μουσικό σύμπαν, το οποίο σε καίριες στιγμές παύει να είναι παράλληλο και σχεδόν ξεπερνάει την ζωή του καθενός. Η περίπτωση των BoC είναι από τις ελάχιστες τέτοιες στην ιστορία του ηλεκτρονικού ήχου, που δεν προσπαθεί να σε πείσει ούτε να χορέψεις, ούτε και να λύσεις εξισώσεις. Αυτό που κύρια προσπαθεί είναι να σε κάνει να θυμηθείς. Ακόμη και πράγματα που δεν γνώρισες ποτέ. Η φετινή τους δισκογραφική επιστροφή (με το μετρημένα ενοχλητικό, αλλά πάντως δισκοφιλικό μάρκετινγκ να την προλογίζει), αλλά και η επανέκδοση ολόκληρης της δισκογραφίας τους σε βινύλιο, ως το μέσο εκείνο που υπογραμμίζει άρτια την φιλική και ρετρό διάθεση της κατά τα λοιπά ενδελεχώς μελετημένης μουσικής τους, επιβεβαίωσε ότι η ουσιαστική διαφορά τους με επίδοξους ανταγωνιστές και διαδόχους, είναι ότι οι τελευταίοι πραγματικά δεν γνώρισαν ποτέ όσα προσπάθησαν να θυμηθούν και να θυμίσουν. Ωραίοι οι Factory Floor, αλλά αν τους αφαιρέσεις τα ναρκωτικά και τους New Order θα μείνει μια απειροελάχιστη ραχοκοκαλιά, που μόνο παρακάτω θα μπορέσουμε να σιγουρευτούμε αν όντως θα οδηγήσει κάπου, όχι τους ίδιους, αλλά τις αξίες τους.

9. These New Puritans: Field Of Reeds (Infectious Music)
Ο δίσκος που αγάπησαν οι μουσικοκριτικοί και μίσησαν οι ακροατές και ειδικότερα οι πιο βιαστικοί και αμελείς εξ αυτών, εκείνοι που αναζητούν το πρώτο δυνατό single, για να γαντζωθούν πάνω του. Παρότι γράφτηκε αρκετά ότι οι ΤΝΡ για τρίτη συνεχόμενη φορά άλλαξαν ριζικά τον ήχο τους, εν τούτοις αυτό που πραγματικά έκαναν είναι να σκύψουν ακόμη πιο βαθιά στον εσωτερικό μονόλογο που οι ίδιοι είχαν ξεκινήσει με τις πραγματικές αρετές της τέχνης τους, στις πιο σκοτεινές και ουσιαστικές στιγμές, του προ τριετίας - ομοίως εξαιρετικού- Hidden. Απλώς αυτή τη φορά αισθάνθηκαν (και ήταν) ακόμη πιο δυνατοί και αποφάσισαν να μην δανειστούν πειθώ, από το αστείρευτο πηγάδι του post punk. Τόνισαν τις σιωπές τους και αποσυντόνισαν τις εντάσεις τους, με τρόπο τόσο αριστοτεχνικό, ώστε τους έστειλε με τη μία στο πάνθεον σχημάτων όπως οι Talk Talk και οι The The, που σε κάθε κρίσιμη στιγμή κατά την οποία η pop αλήθεια ήταν έτοιμη να τους κατασπαράξει, κατάφερναν και διαχώριζαν τους ακροατές τους σε πραγματικά έξυπνους και σε πραγματικά χαζούς, με τίμημα ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη. Κάπου εδώ παίζει ως ιδέα και η αναρχική τζαζ των Splashgirl, η οποία θα έπρεπε να είναι στο πρωτοσέλιδο των σχετικών ενασχολήσεων, όσων παθιάζονται με την δημοκρατική πλευρά του είδους, αλλά δεν είναι.

8. Celeste: Animale(s) (Denovali)
Ως ακροατής τα τελευταία τρία-τέσσερα χρόνια, θα μπορούσα να διατηρούμαι σε ένα ενδιαφέρον επίπεδο ζωής και αισθητικής, ακούγοντας μόνο κυκλοφορίες του γερμανικού label, που ενώ καλά-καλά δεν έχει κλείσει δεκαετία, εν τούτοις έχει οριοθετήσει με τη συνολική θεώρηση του καταλόγου του, αυτό το απροσδιόριστο post-οτιδήποτε, που όλοι αναζητούμε στις ακροάσεις μας, προκειμένου να τις γλιτώσουμε από το πρόωρο γήρας της retromania (και ας εμπεριέχει κρυφίως και μπόλικη από δαύτη). Η αγωνία μου να βρεθώ στο επόμενο swingfest τους, είναι ασφαλώς μεγαλύτερη πλέον από αυτή για το επόμενο Primavera, ενώ σκοπεύω γύρω στο 2035 να έχω άπλετο χρόνο για να διαβάσω τουλάχιστον 2-3 βιβλία γύρω από την ιστορία του τότε ιστορικού label. Τούτοι εδώ οι Γάλλοι πρωτοπόροι του.... Doom Hardcore (δεν περιγράφω άλλο είναι η φάση με τα subgenres πλέον), στήνουν ένα περιβάλλον μισάνθρωπων και σχεδόν εχθρικών ήχων, για να περιγράψουν τίποτε περισσότερο από μία απλή ιστορία αγάπης, με διάθεση και τεχνικά μέσα, που θέτουν εν αμφιβόλω την λειτουργικότητα της παραδοσιακής ποίησης. Η αναμονή, αλλά και η παγιωμένη αξία της στιγμής της επιστροφής τους, όπως και πολύ περισσότερο το περιεχόμενο του, καθιστούν το MBV τον ορισμό του instant classic και καθώς ο Kevin Shields ισχυρίζεται ότι βρισκόμαστε προ των πυλών μιας ολοκληρωτικά διαφορετικής ενότητας για την μπάντα την οποία δικτατορικά καθοδηγεί, κρατάμε ανοιχτές τις λίστες του μέλλοντος από τώρα.

7. Pharmakon: Abandon (Sacred Bones)
Πολλές οι πειραματίστριες περφόρμερ εκεί έξω. Και αυξάνονται και πληθύνονται διαρκώς, με τον δείκτη (αρχικής) ανωμαλίας καλά να κρατεί στις περισσότερες των περιπτώσεων (μέχρι να πέσουν τα βιολιά δηλαδή). Από την Zola Jesus και μετά μετράμε ονόματα και η αλήθεια είναι ότι περιμένουμε και στη γωνία για να διαγράψουμε και μερικά με την πρώτη ευκαιρία. Και αν ο δίσκος της τελευταίας μες στη χρονιά δεν ήταν παρά μία αχρείαστα ευγενική επαναδιατύπωση όσων μας έχει ξαναπεί, αυτός της Chelsea Wolfe είναι σίγουρα μια ευχάριστη συνδρομή σε όσους επιμένουν να τυλίγουν το κουβάρι των αναμνήσεων μόνο με τα περασμένα μεγαλεία της 4AD (πολύ χασμουρητό με το βιβλίο παρεμπιπτόντως, αλλά θα τα πούμε εκτενώς αυτά όταν τελειώσει η ανάγνωση και έρθει η ώρα). Όταν κάπου μες στο 2011 ξεκίνησε από την Industrial Records η επανέκδοση της δισκογραφίας των Throbbing Gristle σε βινύλιο, η γόνος θορυβώδους οικογενείας, Margaret Chardiet μόλις είχε προλάβει να ενηλικιωθεί, το γεγονός αυτό όμως είναι μάλλον απίθανο να επηρέασε την μουσική της εξέλιξη, γιατί από την πρώτη ακρόαση τους τα δικά της power electronics αναδεικνύονται σε γνήσιο προϊόν εσωτερικής ορμής, με τα ονόματα αναφοράς να χρησιμεύουν κυρίως για να συνεννοούμαστε μεταξύ μας. Στα συν της ο ισχυρισμός ότι δεν δημιουργεί με την μανιέρα του improvisation, αλλά υποτάσσεται στην μανιέρα της συνθετικής εξέλιξης.

6. Chicaloyoh: Folie Sacree (Shelter Press)
Σε συνέχεια των παραπάνω, εκτός από τις βίαιες οραματίστριες, μας είναι πάντοτε απαραίτητες και οι υπερευαίσθητες εκείνες γυναίκες τραγουδοποιοί, που αν τυχόν τις αγγίξεις αισθάνεσαι ότι θα ραγίσουν και θα διαλυθούν, αν τυχόν όμως προλάβουν και σου πετάξουν ένα και μόνο τραγούδι τους είναι σίγουρο ότι θα το πάθεις εσύ το κακό μέσα σε λίγα μόνο δευτερόλεπτα. Η Julia Holter έκανε δύο-τρία βήματα πίσω όταν αποφάσισε να κυκλοφορήσει ένα δίσκο τον οποίο για να τον ακούσεις πρέπει να είσαι με το τηλεκοντρόλ του ενισχυτή στο χέρι, ανεβοκατεβάζοντας τις εντάσεις κατά το δοκούν, όπως με το συγχωρεμένο το τρίτο πρόγραμμα. Αντ' αυτής και αντί διάφορων άλλων, που ευχάριστα κλαψουρίζουν μεν, αλλά τίποτε δεν ψιθυρίζουν στο τέλος της ημέρας, όταν κανείς δεν έχει ανάγκη από περισσότερη γκρίνια, επιλέγουμε (και είμαστε πολλοί από ότι διαπιστώνω), τούτη τη νεαρή, της οποίας το μόνο μειονέκτημα μέχρι σήμερα είναι τα υπερβολικά μακριά της μαλλιά. Κάτι που όμως διορθώνεται εύκολα. Στο ίδιο μήκος ανερμάτιστων συχνοτήτων κινείται και μία ποικιλία κυκλοφοριών της Blackest Ever Black (καινούργια και επανεκδόσεις), που περιμένουν ενσυνείδητους και όχι επιδεικτικούς ακροατές να ασχοληθούν μαζί τους όσο εκτενώς πρέπει.

5. Bill Callahan: Dream River (Domino)
Περιπτώσεις σαν του Callahan πείθουν και τον πιο κακόπιστο ότι οι πρόσφατες γενιές τραγουδοποιών/μουσικών/ δημιουργών είναι απείρως πιο εξελιγμένες περιπτώσεις από ότι οι θρύλοι του παρελθόντος, στους οποίους -με φυσιολογικό τρόπο- και οι ίδιοι υποκλίνονται. Δεν χρειάζεται όμως να μιλήσει ο χρόνος, για να παραδεχτούμε ότι αν στραγγίξεις ολόκληρη τη μέχρι σήμερα δισκογραφία του, δεν θα βρεις να πετάξεις ούτε μισό τραγούδι. Ενώ στο παρελθόν, μιλάμε για ολόκληρες περιόδους κενές νοημάτων με διάφορους σημαίνοντες και θρύλους, τις οποίες δεν θέλουμε καν να θυμόμαστε. Εξακολουθώ να μη θέλω να θυμάμαι προσωπικά ότι υπάρχει (δήθεν....) ο Nick Cave από το No More Shall We Part και μετά, γεγονός που απολύτως επιβεβαιώθηκε και φέτος, με την κυκλοφορία του πιο έξυπνου δημιουργήματος του generator, που έχει εφεύρει, για να βρίσκει κάθε τόσο ευκαιρία να επανηχογραφεί το The Mercy Seat, με συνήθως ικανοποιητικά αποτελέσματα, όπως έγινε και φέτος. Έχω την εντύπωση όμως, πως ούτε η αποχώρηση του Warren Ellis, αν και όποτε συντελεστεί, είναι ικανή να τον σώσει αυτή τη φορά. Κατά τα άλλα ο Callahan ντρέπεται να αποκαλύψει στους δημοσιογράφους ότι έχει αγοράσει το σπίτι που μένει. Που να μάθουμε δηλαδή ότι έχει εξοφλήσει και το δάνειο (διπλής).

4. Forest Swords: Engravings (Tri Angle)
Την ώρα που η μετρημένα χορευτική ηλεκτρονική μουσική έχει τον νέο της Μεσσία (Jon Hopkins), o Mathew Barnes -αν και νεαρότερος στην ηλικία κατά μία κρίσιμη εφταετία σχεδόν- δείχνει να έχει κατανοήσει καλύτερα τις μεθόδους δια των οποίων ο ηλεκτρονικός ήχος, αψηφά τους νόμους της εφήμερης ηχητικής βαρύτητας, με την οποία ταυτίζεται στις 9 από τις 10 φορές που μας απασχολεί. Σε σχέση με τον εξίσου ενδιαφέροντα δίσκο των/του Hoaxan Cloak, το Engravings υπερτερεί σε ρυθμική επάρκεια, η οποία διαφοροποιημένη μεν, αλλά επαρκώς συγχρονισμένη σε όλες τις της μορφές, διαπερνάει και τα δέκα τραγούδια του. Σαν ένα βήμα παραπάνω προς το φως, σε σχέση με το περσινό απόλυτο σκοτάδι των Raime. Δεν μιλάμε βέβαια για κάποιο μεγάλο βήμα. Αυτό πιθανολογείται ότι θα το κάνει ο Burial τελικά, το τελευταίο του ΕΡ όμως δεν άφησε σημαντικά περιθώρια ελπίδας για κάτι τόσο συναρπαστικό.

3. Corrections House: Last City Zero (Neurot)
Από άκρη σε άκρη και μέχρι το τέλος αυτής της λίστας, ο ακραίος ήχος, που πλέον έχει πάντοτε το χαρακτηριστικό sludge σε ένα από τα άκρα αυτού, κραυγάζει την απουσία κάθε ελπίδας για το αύριο, ακόμη και την αμφιβολία ότι το αύριο τελικά μπορεί να έρθει. Εδώ ο Scott Kelly των Neurosis προσφέρει τις επιλεκτικές folk εμμονές του, όλοι όμως οι υπόλοιποι αυτού του υπόγειου supergroup δεν αφήνουν τίποτε στην τύχη, ώστε να βρεθεί στην τυχόν ατυχή θέση να έχει να κάνει με ανυποψίαστους ακροατές, που αναζητούν απλώς λίγη ακόμη τελολογική καφρίλα. Παρότι, δε, οι τέσσερις συμμετέχοντες υποστηρίζουν ότι δεν έκαναν τίποτε περισσότερο από τέσσερις σόλο δίσκους περιορισμένης διάρκειας, που ενώθηκαν σε τελικό αποτέλεσμα, η συνοχή του Last City Zero εντοπίζεται ακριβώς στην άρνηση τους να προσδιορίσουν τον ήχο τους σε μόνη μία από τις ποικίλες ηχητικές παρατάξεις που εκπροσωπούν, γεγονός που άλλωστε θα ευνοούσε και την εμπορική τους στόχευση.

2. Deafheaven: Sunbather (Deathwish)
Αυτός είναι ο σημαντικότερος δίσκος της χρονιάς, από τις (να ζήσουμε να τις θυμόμαστε) indie κυκλοφορίες, μέχρι αυτές που -για άγνωστους λόγους- έχουν περιοριστικά ταχθεί να παρακολουθούν οι θιασώτες του παραδοσιακού metal. Τόσο ατόφια ανανεωτικός ο ήχος τους, ώστε ακόμη και το αλάνθαστα δουλεμένο φετινό Vertikal των Cult Of Luna ακούγεται σαν να έχει τελικά κάποιους αόριστα άρρηκτους συνδέσμους με ένα ομοίως απροσδιόριστο παρελθόν, που το εμποδίζει να απογειωθεί. Οι δίσκοι των Gris, Vaura και Peste Noire (κυρίως των τελευταίων, που έχουν ξεπεράσει κάθε θεμιτό όριο αρρωστημένης ηδονής) είναι όλοι απολύτως θετικά πρόσημα μιας φουρνιάς μουσικών, οι οποίοι σκληρά εργαζόμενοι υπό τις παρερμηνείες ενός αδυσώπητου file under, αλλά και θριαμβευτικά απαλλαγμένοι από τις εντολές οποιασδήποτε βιομηχανίας, δημιουργούν μουσική σχεδόν ολοκληρωτικά απελευθερωμένη από σκοπιμότητες και προσεγγίζουν τα όρια του απρόσιτου όχι δήθεν ως ιδεολογική δήλωση. Καθότι ειδικά στην περίπτωση των Deafheaven επιτρέπεται ακόμη και μία light θεματολογία, που δύσκολα θα έβρισκε τον δρόμο της ως σενάριο επεισοδίου νεανικών αφελειών τύπου Beverly Hills, προκειμένου ο ακροατής να πάψει (επιτέλους) να αντιλαμβάνεται το ροκ ως (τυπο)ποίηση των φλου ανησυχιών του.

1. The Body: Christs, Redeemers (Thrill Jockey)
Προηγήθηκε κάπου στα μέσα της χρονιάς το Master, We Perish EP και ο ενθουσιασμός κορυφώθηκε με το που μπήκε και η Thrill Jockey στην ούγια, ως η πραγματικά τελευταία αψεγάδιαστη ανεξάρτητη εμμονή, προτού η Domino και η Matador πάρουν την κατάσταση στα χέρια τους με τα γνωστά αποτελέσματα. Χιλιόμετρα απομακρυσμένοι από τις αξίες της τεχνικής, οι The Body έστησαν ένα αυθεντικά δυσπρόσιτο άλμπουμ. Αλλά πραγματικά δυσπρόσιτο, όχι όπως συνηθίζουμε να λέμε. Δεν κατάφερα να το ακούσω αρκετές φορές στους λίγους μέχρι σήμερα μήνες της κυκλοφορίας του, παρόλα αυτά το διαισθάνομαι σαν μία εφιαλτική κινηματογραφική ταινία, στην οποία διάσπαρτες σκηνές οργής και πραγματικού μίσους περιμένουν υπομονετικά τον κάθε επόμενο τολμηρό θεατή, που θα πατήσει το play, μόνο όταν πραγματικά υπάρχει ανάγκη για κάτι τέτοιο. Η μουσική των The Body δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί καν ως μέσο εκτόνωσης, όπως το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του metal και της ακραίας ηχητικής συμπεριφοράς εν γένει. Τη διακρίνει ένας βρώμικος ακαδημαϊσμός, στις ελάχιστες εκείνες των περιπτώσεων, που η τελευταία αυτή ιδιότητα δεν ενοχλεί καθώς σουλατσάρει ακάλεστη στις παρυφές του ροκ. Επίσης κάποια τραγούδια του δίσκου ακούγονται το ίδιο ενδιαφέροντα σε 33 και 45 στροφές.

Κάπου εδώ θα έπρεπε να βρίσκεται και επί της ουσίας βρίσκεται και το άλμπουμ του Omar Souleyman, το οποίο πέρα από τα μεταξύ μας αστεία και πειράγματα (που είναι ένα ακόμη από τα πολλά θετικά που μας προσφέρει, καθώς μας αναγκάζει σε έξοδο από την όποια μουσική μας σοβαροφάνεια), δεν μπορεί στην πραγματικότητα να "βρεθεί" σε κανένα ελληνικό πανηγύρι, ενώ και η παρέμβαση των "εξυπνάκηδων" δυτικών (και εν προκειμένω του Four Tet) κάθε άλλο παρά αμελητέα μπορεί να θεωρηθεί. Άλλωστε και από την δίνη των επανακυκλοφοριών, πληροφορούμαστε -έστω και όψιμα- ότι η οδύνη της Ανατολής ακόμη και στο παρελθόν απέκτησε ουσιαστική αξία όποτε δεν φοβήθηκε το φιλτράρισμα με τις αξίες της Δύσης. Οι οποίες παρότι αμφισβητούνται εσχάτως, παραμένουν οι μόνες αξίες στις οποίες μπορούμε να ελπίζουμε, αλλά δεν χρειάζεται να το λέμε τόσο άκομψα όπως ο Μπερλουσκόνι, ας πούμε.
_____

BACK

Bestof2013a

2013 Τα καλύτερα άλμπουμ και τραγούδια

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
01/01/2014
Άρης Καραμπεάζης

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

La Niña Furesta

ΔΙΣΚΟΣ

Sugar for the Pill LUV

ΔΙΣΚΟΣ

Morrissey Without His People, Morrissey Dies

LIVE REVIEW

Σίσσυ Δουτσίου/Π.Ι.Ε.Β./V.V.I.A. Προσβολή Δημοσίας Αιδούς/Detroit/I Knew You Before We Met

ΔΙΣΚΟΣ

Turnstile Ένας δίσκος και μια συναυλία

LIVE REVIEW
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

Σινέ-MiC Μυστικός πράκτορας, της Μαϊτέ Αλμπέρντι

ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ

Βιβλιοπανδοχείο, αρ. 242 Φρανσουάζ Εσκαρπί - Ο Μάρκος κάτω από την πάσα μοντάνια

ΒΙΒΛΙΟ

Μουσική χωρίς ακροατήριο Τεύχος 11

ΣΤΗΛΗ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia