Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ

Ανασκόπηση 2025: 21 δίσκοι από την ελληνική παραγωγή

Athens Computer Underground – Destroyt (Αυτοέκδοση)

Ο Παντελής Θεοδωρίδης ξαναχτύπησε το 2025 και με το άλμπουμ του “Destroyt” (λογοπαίγνιο του Detroit, της τεράστιας και διαχρονικής αυτής μουσικής πόλης/μήτρας), είμαι σίγουρος πώς έκανε τους απανταχού ηλεκτρονικόφιλους να χαμογελάσουν πλατιά.

Αυτό που κάποτε έλεγαν intelligent ή liquid drum n’ bass, φιλικά προς το χρήστη και το περιβάλλον τζανγκλίδια, dub techno, idm, ο κλασικός βρετανικός ήχος αλλά και το Detroit αυτεπάγγελτα, ο θείος Aphex (πάει, έγινε θείος κι αυτός), όλα συνθέτουν ένα σπουδαίο άλμπουμ που το ακούς χωρίς skip και το οποίο στο τέλος, σαν κερασάκι στην τούρτα, περιέχει δύο κομμάτια για τα οποία τη ρίχνεις μια βαθιά υπόκλιση θες δε θες. Το όνομα και πράμα Flowertek – ξεδιπλώνεται και είναι σα να βλέπεις κυριολεκτικά ένα λουλούδι να ανθίζει - και το ρεμίξ/διασκευή του “Stin Athina” της another dyke όπου η συνύπαρξη των επιμέρους συστατικών (πρώτης ύλης και επανεπεξεργασίας), στα δικά μου τ’ αυτιά τουλάχιστον, μονάχα ως ιδιοφυής μπορεί να χαρακτηριστεί. Αν υπάρχει η χρυσή τομή μελαγχολικού αυτοσαρκασμού, αστικής ποίησης, τοπικού και οικουμενικού αλλά και ταυτόχρονα μητροπολιτικού, κάπως έτσι πρέπει να ακούγεται. Ρισπέκτ.

Θάνος Σιόντορος

 

Babo Koro – Όψεις (Andama Arts)

Η καλλιτεχνική ανησυχία των Babo Koro στον δεύτερο τους δίσκο εισάγει στον δρόμο τους νέα μουσικά μονοπάτια κρατώντας έτσι σε φόρμα τους fans τους και γενικά άγεται από μια δημιουργική αναστάτωση που μόνο θετικό πρόσημο μπορεί να προσάψει στο τελικό αποτέλεσμα. Μια ανησυχία που βάζει βενζίνη για να προχωρήσουν μπροστά αλλά και φωτιά σε κάθε σταθερό, οικείο στοιχείο που θεωρούν οι ίδιοι ότι τους κρατά καθηλωμένους. Και είναι τόσο όμορφο, σχεδόν ξεδιάντροπο το ευρύτερο φλερτ με πιο σύνθετες μουσικές διαδρομές που σχεδόν παγιώνεται σαν “σοβαρή σχέση” και σερβίρεται με την σειρά της σαν πρόταση, ποιοτικά όμως και με πλάνο χωρίς να χάνεται η ταυτότητα και η χροιά που τους διακατέχει και τους ξεχωρίζει μέσα στην Νέα Σκεπτόμενη Έντεχνη Μουσική Σκηνή (την ποια;;).

Κάποιες φορές η ροή του δίσκου σε ταξιδεύει σε prog/jazz μονοπάτια, κάποιες ακόμα και σε σκληρότερα ακούσματα, πάντα όμως κοιτώντας την αγαπημένη τους παράδοση, το μοιρολόι και τον καημό κατάμουτρα, με τσαγανό και καλλιτεχνικό μεράκι.

Αν μη τι άλλο ο δίσκος “Οψεις” είναι μακράν ότι καλύτερο και παράφορα αγαπημένο για φέτος. Φορτσάτος συνθετικά, άψογος ορχηστρικά, οξυδερκής στιχουργικά, ευήκοος κοινωνικά, λεπτομερής με βάθος και έξυπνα αυτοπροσδιοριζόμενος ηχητικά χωρίς κόμπλεξ. Δίσκος λάφυρο για το 2025 έστω και ψηφιακό, αφού ακόμα δεν έχει κυκλοφορήσει σε κάποια φυσικό φορμά.

Γιώργος Παπαδόπουλος

 

Hekátē - Μαύρη Tρύπα | Black Hole (Mascara Rocks)

“Καλωσήρθατε στην πτήση μας με προορισμό την Ελλάδα. Παρακαλούμε φορέστε τις ζώνες σας [...], τοποθετείστε τις πολιτικές σας θέσεις ακροδεξιά [...] απενεργοποιήστε όλες τις ηλεκτρονικές συσκευές [...] και τις ηθικές αρχές σας. [...] Η θερμοκρασία στην Αθήνα είναι 500 βαθμοί Κελσίου και η τοπική ώρα too little too late”.

Καθώς μεταφράζω το μήνυμα της Criminal Airlines από το “Service State”, δηλαδή το τραγούδι της χρονιάς (που επιπλέον έχει και τους στίχους της χρονιάς - εύγε στη στιχουργό / βοκαλίστρια Λυδία) της εγχώριας παραγωγής, αναρωτιέμαι τι θα έγραφαν οι Hekátē αν η “Μαύρη Τρύπα” είχε κυκλοφορήσει μετά το πρόσφατο καθολικό black out στο FIR Αθηνών. Ουδεμία αντίρρηση έχω βέβαια να περιμένω την αποτύπωση της εξέλιξης των προβληματισμών τους σε έναν επόμενο τρίτο δίσκο, ο οποίος καλό θα είναι να μην κυκλοφορήσει μετά από άλλα πέντε χρόνια, καθότι το too little too late εκτείνεται εκθετικά πλέον και σε επίπεδο γεωπολιτικής ισορροπίας.

Πέντε χρόνια μετά το “Μέρες Οργής” λοιπόν, η Χαρά (μπάσο), η Λυδία (φωνητικά), η Βίκυ (ντραμς) και η Ίρις (κίμπορντς) επιστρέφουν με νέες ιστορίες πνιγηρής αστικής και πολιτικής απελπισίας ως εργαζόμενες γυναίκες - πολιτικά υποκείμενα που δεν μπορούν παρά να προβάλλουν στη δουλειά τους την έμφυλη ταυτότητά τους, παραδίδοντας ένα άρτιο και περαιτέρω δουλεμένο δείγμα του ταλέντου τους στο να εκφράζουν οργή. Πώς όμως; Με μαύρα και άραχνα synths ναι, με αστικό darkwave προφανώς, αλλά με ανεξέλεγκτη τραχύτητα όχι. Παρότι ούτε το ντεμπούτο τους χαρακτηρίστηκε από απροκάλυπτη ωμότητα, εδώ σίγουρα ακούμε έναν ήχο ραφιναρισμένο. Εγγύτερα στο synthwave - darkwave απ΄ό,τι στο (γειτονικό) post-punk / αναρχοπάνκ και με έμφαση στο μελωδικό μπάσο και την έμμετρη απαγγελία των εναλλάξ ελληνικών - αγγλικών στίχων, οι Hekátē ζουν σε μια μαύρη τρύπα που ρουφάει τα πάντα, από τη μνήμη μέχρι την ανθρωπιά, αλλά την υπερβαίνουν με την καυστικότητα των στίχων και το ξηρό, λεπτό και παράλογο μαύρο χιούμορ. Άλλοτε όμως “τα δάκρυα κυλάνε κι οι φωνές αντιλαλούν: οργή, στοργή” όπως στο “Βουβές Φωνές” που αναφέρεται (και) στη δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου. Και μετά την οργή, στοργή τι; “A heart of glass is a heart that breaks. But if you never try, then you never fail”. Ακόμα κι αν η νεοαποικιοκρατία μοιάζει παντοδύναμη, η “Μαύρη Τρύπα” θα αντεπιτεθεί κι ας αποτύχει. Ήδη άλλωστε, την αποτυχία σε καλλιτεχνικό επίπεδο είναι αστείο και να τη συζητάμε.

Ελένη Φουντή

 

Los Tre - Taha Mu (Lostrecords)

Οι τίτλοι των κομματιών από μόνοι τους αρκούν για να δώσουν στον δίσκο αυτό μια θέση εδώ. Με ιδιαίτερες, εύκολες - και συνεπώς τόσο «αναζητήσιμες» όσο και «εξαγώγιμες» - φράσεις που κρύβουν πίσω τους έναν διαφορετικό κόσμο η κάθε μία, οι Los Tre τιτλοφορούν εδώ τις μουσικές τους με τις οποίες σεργιανούν τρίτους κόσμους. Εξαίρεση σ' αυτό αποτελεί η πρωτεύουσα του Μάλι - Μπαμακό - που μπαίνει πλάι πλάι με ένα μικρό χωριό στην Αμοργό, αντίστοιχα με τον τρόπο που συνυπάρχουν οι κιθάρες των desert blues με τους ρυθμούς της ερημιάς της γειτονιάς μας. Πολλά τα δυτικοαφρικανικά στοιχεία στο "Taha Mu", και από τη Νιγηρία μεταξύ άλλων, σε μια απολαυστική δουλειά που ξεχώρισε αμέσως στα αυτιά μου όταν πρωτοέπεσα πάνω της πριν λίγους μήνες. Εξαιρετικό - όχι απλά άξιο αναφοράς - είναι επίσης το εξώφυλλο που στήσανε, και τόσο ταιριαστό με τη μουσική τους, με τα χρώματα της κεντρικής φιγούρας και τα ασπρόμαυρα κάδρα στο φόντο να μπλέκονται σε ένα θολό τοπίο μέσα στο οποίο εξελίσσονται τόσα πολλά πράγματα.

Δημήτρης Όρλης

 

Μαίρη Δαλάκου/Φώντας Λάδης – Βυθός (Botherside Records)

Στην ακουστική ζωή μας ως προσκυνητές του ήχου στη δισκογραφημένη κατάθεση των απανταχού καλλιτεχνών έχουμε ανάγκη την απλότητα -προσοχή, όχι την απλοϊκότητα- και τον λυρισμό -προσοχή, όχι την αιμοβόρα σαπουνόπερα.

Αυτό που κατάφερε η Μαίρη Δαλάκου με την ποίηση του (πάντα εύστοχου) Φώντα Λαδή από τη μία και την ολιγομελή (αλλά λίαν αποτελεσματική) ομάδα μουσικών πίσω της (σε φυσικές και ηλεκτρικές όσο και ηλεκτρονικές πηγές ήχου) είναι να παράξει λυρισμό που έχουμε ανάγκη. Η φύση χωρίς μελοδραματισμούς, ο έρωτας χωρίς νευρωτισμούς, η απώλεια με όλο το συναισθηματικό της βάρος, η εσωτερική ειρήνη μακριά από τυπολογικά new age παραπήγματα, είναι τα στοιχεία που εμφαίνονται και χαράζουν μετά την ακρόαση του ‘Βυθού’, ενός βυθού ο οποίος δεν έχει εννοιολογική κατάληξη συνώνυμη της καταβύθισης αλλά της εξερεύνησης των μύχιων της ανθρώπινης ζωής και των συναισθημάτων αυτής. Εξαιρετική δε η ερμηνεία της ίδιας της Δαλάκου, πιστοποιεί όλο τον μύθο που κουβαλάει από τις προηγούμενες δεκαετίες, χωρίς ίχνος παράλληλα νοσταλγίας.

Στυλιανός Τζιρίτας

 

Mia Maria - σπλάτερ (Αυτοέκδοση)

Υπάρχει πάντα το αίτημα του ακροατή να τον βάλεις στο σύμπαν σου με τρόπο που ο ίδιος αναγνωρίζει. Εκείνο το σερβίρισμα που αναζητά για να νιώσει ότι συμμετέχει χωρίς να δυσκολεύεται. Τι συμβαίνει, όμως, όταν κι ο καλλιτέχνης ζητά κάτι αντίστοιχο;

Αυτή η σύγκρουση τι γεννά;

Το ‘σπλάτερ’ πάντως δεν δείχνει να αποδέχεται αυτή την ανάγκη ως δική του. Επιμένει σε έναν λυρικό τρόπο που δεν βασίζεται σε εντυπωσιασμούς, ούτε προσπαθεί να αποδείξει την ύπαρξη επιδεξιότητας στις φωνητικές ή τεχνικές λεπτομέρειες. Αγκαλιάζει έναν κόσμο όπου κυριαρχούν κινηματογραφικές εικόνες, μέσα σε μια ποπ μελαγχολική -ή και απειλητική- ευφορία, στην οποία συνυπάρχουν η ηδονή, η θλίψη και η απώλεια. Ένα ονειρικό στοιχείο διαπερνά το άλμπουμ και σε συνοδεύει ακόμη κι όταν βρίσκεσαι υπό διάλυση, ενώ ταυτόχρονα παραμένει γειωμένο, ακόμη κι όταν επιχειρεί να στοχαστεί τον εαυτό του από απόσταση.

Με έναν τρυφερό και σε σημεία ακατέργαστο τρόπο η Μαρία Κωνσταντοπούλου μοιάζει να ψιθυρίζει τις διηγήσεις της. Νιώθεις σαν να κρυφακούς τις σκέψεις της, τις εξομολογήσεις, τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις που απευθύνει στον εαυτό της - για τον εαυτό της, για τον Άλλον. Οι στίχοι της απλώνονται σε ένα συναισθηματικό ρινγκ, όπου εφηβικές, πρωτόγνωρες ψυχικές καταστάσεις συναντούν τις διαφορετικές πορείες που μπορεί να πάρει ο έρωτας: της έξαρσης, της εξάρτησης, της απόλυτης παράδοσης, της (αλληλο)καταστροφής, της αποδοχής.

Και όλα είναι άμεσα, αλλά ταυτόχρονα ποιητικά και σωματικά. Και όλα αφορούν, τελικά, τη δική σου «αιματηρή» ιστορία, του Άλλου.

Χριστίνα Κουτρουλού

 

Μπάμπης Παπαδόπουλος - Μουσική από τη ‘Σπασμένη Φλέβα’ E.P. (PuzzleMusic)

Είναι σπουδαίο να κερδίζεις διακρίσεις εκτός, μια και ουδείς προφήτης στον τόπο του. Η είδηση ότι η μουσική επένδυση της ‘Σπασμένης Φλέβας’ [η πιο πρόσφατη και πολυαναμενόμενη δουλειά του Γιάννη Οικονομίδη] κέρδισε Βραβείο Καλύτερης Πρωτότυπης Μουσικής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βαλένθια, είναι ασφαλώς ευχάριστη. Όπως είναι γενναίο να ζητάς να συναγωνιστείς εκτός χώρας για να δεις πόσα απίδια βάνει ο σάκος σε διεθνές επίπεδο.

Εκτός από τις συνθέσεις του Παπαδόπουλου, ακούγεται πριν το τέλος μια διασκευή [Ελένη Μπούκλη feat. Αλέξανδρος Λιβιτσάνος: ‘Τα γαλάζια γράμματα’] όπου ο Χατζηνάσιος συναντά τον Μπετόβεν και τη ‘Σονάτα του σεληνόφωτος’. Στα γράμματα του τέλους ο ΛΕΞ και οι Kepler is Free ριμάρουν και ροκάρουν το ειδικά γραμμένο για την ταινία φερώνυμο κομμάτι. Κι είναι σημαντικό αυτό γιατί ο ΛΕΞ ξεφεύγει από τα μονότονα μοτίβα των προηγούμενων τραγουδιών του και προχωρά ένα βήμα παραπέρα.

Στο προκείμενο όμως. Το σάουντρακ που έγραψε ο Μπάμπης Παπαδόπουλος είναι μικρός άθλος διότι δεν ακολουθεί την αφήγηση της εικόνας και της ιστορίας, ούτε χρειάζεται να υπερτονίσει τα συναισθήματα και τα παθήματα των ανθρώπων της υπόθεσης. Δεν είναι καν το ένα ή τα δύο θέματα που παραλλάσσονται αναλόγως της δράσης. Είναι συνθέσεις που χορεύουν παράλληλα με τις εικόνες και μουσικά συμπληρώνουν όσα δεν λέγονται κι όσα δεν ακούγονται να λέγονται. Κι αυτό σημαίνει αγαστή συνεργασία, σιγοντάρισμα της ελλειπτικής αφήγησης κι ο θεατής να μπει στο ζουμί του θέματος και να γεμίσει τα κενά με τα δικά αισθήματα και πατήματα.

Η ταινία θέλει σκεπτόμενους θεατές, αν και όποιος έχει τέτοια διάθεση. Κι η μουσική της δεν πέφτει έξω. Μας κρατάει σε εγρήγορση κι επαγρυπνά στο σκεπτικό του σκηνοθέτη και του σεναριογράφου. Καταδύεται στα άδυτα της ελληνικής πραγματικότητας.

Κώστας Καρδερίνης

 

Nalyssa Green – Απαλό (Inner Ear Records)

Φαίνεται ότι η γέννηση ενός παιδιού αλλάζει τα πάντα στη ζωή ενός ανθρώπου. Πολύ περισσότερο, όταν αυτός ο άνθρωπος, έχει τέτοια ευαισθησία και ταλέντο, όπως η αγαπημένη μας Nalyssa Green. Αφού μας συνόδεψε σε λύπες και χωρισμούς, καιρός ήταν να καταλαγιάσει και να επανέλθει σε αυτό που την χαρακτηρίζει, την απλότητα. Παρότι η ίδια διατείνεται ότι είναι «Πολύ Καλή Στα Πάρτυ», και παρότι έβγαλε το άχτι της, εμφανιζόμενη πέρσι στο Λυκαβηττό (την απόλυτη καταξίωση για Ελληνίδα καλλιτέχνη), σε ένα πολύμορφο βαριετέ με όλους και όλα τις αγαπημένες φίλες της, εμείς θα επιμείνουμε στο δίσκο που έβγαλε στο τέλος της χρονιάς, και θα κυκλοφορήσει σε υλική μορφή τη χρονιά που μας ήρθε. Κουδουνίστρες ροζ, σιέλ, ποιος ξέρει, τρυφερά παπλώματα και κουβερτούλες και η Nalyssa κατακτά την απόλυτη απαλότητα. Απλές ήρεμες μελωδίες, σχεδόν παιδικές. Το «Σήμερα» και η «Έκλειψη» γράφηκαν σίγουρα δίπλα σε μια κούνια σαν ένα γλυκό νανούρισμα, το «Γάλα» θα βγήκε μάλλον γιατί ξέχασε το σύνθι να παίζει μόνο του, ενώ ασχολιόταν με όμορφα καθημερινά τετριμμένα πράγματα και το «Πάντοτε Εδώ» είναι μια δήλωση παντοτινής αγάπης. Μόνο το «Το Παιδί Που Κάποτε» δείχνει παράταιρο, αλλά συχωρούμε την αναπόληση μιας μαμάς στην δική της εποχή αναζητήσεων. Η Nalyssa Green περνά στην ωριμότητα, κι εμείς την ακολουθούμε.

Βασίλης Παπαδόπουλος

 

Naxatras – V (Αυτοέκδοση)

Αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι έχουν ήδη πάνω από δέκα χρόνια αφιερωμένης αστρικής ενέργειας σε συνθέσεις, εκτελέσεις, ζωντανές εμφανίσεις και συνεχή παρουσία, με πέντε μεγάλους δίσκους, μερικούς μικρούς και άλλες τόσες ζωντανές ηχογραφήσεις. Η ηχητική τους συνέπεια και η επαγγελματική τους στάση τους κρατούν όρθιους, ή αλλιώς alive & kicking, στη διεθνή σκηνή του space rock, stoner και desert. Το μεράκι για δημιουργία και το κέφι για λίγο ακόμα πειραματισμό κάθε φορά είναι αυτά που κάνουν και αυτό το καινούριο σύνολο κομματιών τους ενδιαφέρον. Μια δισκογραφία που παραμένει σε υψηλό επίπεδο σύνθεσης, παραγωγής και ανεξάρτητης παρουσίασης και πορείας.

Πραγματικά, καμία ετικέτα δεν μπορεί να τους περιορίσει. Αυτός ο πέμπτος δίσκος ακούγεται από το πρώτο μέχρι το τελευταίο κομμάτι χωρίς να χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο παρά να αφεθείς στην ακρόαση, (no skipping)! Για πρώτη φορά, υπάρχουν ανατολίτικες επιρροές που κάνουν το ροκ τους πιο ψυχεδελικό και τον δίσκο αυτόν πιο αναγνωρίσιμο. Στο σύμπαν των Naxatras, από την έρημο της Θεσσαλονίκης μέχρι τη μαύρη τρύπα της Ελληνικής σκηνής που όλα τα αλέθει μέσα της, αυτοί οι μουσικοί γράφουν για αστρικά ταξίδια, ονειρεμένα μέρη, χορούς με πέπλα και μουσικά μέρη που δένουν μεταξύ τους σαν να βρίσκεσαι σε όνειρο μέσα σε ένα άλλο όνειρο, μέσα σε άλλο όνειρο...

Δημήτρης Τσιρώνης

 

Νέγρος Του Μοριά - Μαύρη Ελλάδα (307 Records/Stay Independent)

Μια δεκαπενταετία αφότου τον πρωτογνωρίσαμε, ως έναν 20άχρονο που ράπαρε στο πλάι του Τάκι Τσαν, ο Ελληνογκανέζος Κέβιν Άνσονγκ βρέθηκε μετ' επαίνων στις σελίδες της βρετανικής «Guardian», κατακτώντας, έτσι, ένα στάτους διεθνούς διασημότητας που σίγουρα δεν είναι συνηθισμένο για καλλιτέχνες της ημεδαπής. Δυστυχώς, όμως, αυτό δεν ήρθε πακέτο με κάποια ουσιώδη κριτική αποτίμηση του άλμπουμ 'Μαύρη Ελλάδα' ή παρέα με μια βαθύτερη κατανόηση της θέσης του, είτε στην καριέρα του Άνσονγκ, είτε στο εγχώριο χιπ χοπ γίγνεσθαι.

Προσωπικά, βρίσκω τους δίσκους του Νέγρου Του Μοριά να δίνουν υποσχέσεις που ανανεώνονται μεν με κάθε βήμα, μα αφήνονται ανεκπλήρωτες ως προς το συνολικό τους, εν δυνάμει, βεληνεκές. Έτσι, παρότι διανύει την ωριμότερή του φάση όσον αφορά τον ήχο και τον στίχο, η 'Μαύρη Ελλάδα' δεν προκύπτει καλύτερη από το 'Θράσος' του 2023: για ακόμα μία φορά λείπει η αίσθηση μιας οικονομημένης, ολοκληρωμένης τραγουδοποιίας, οπότε καταλήγουμε μ' ένα άλμπουμ μάλλον δυσκίνητο, παρά τις αρετές που καταγράφονται εδώ κι εκεί.

Έστω κι έτσι, βέβαια, ο Νέγρος Του Μοριά διαθέτει μια ματιά στην εγχώρια καθημερινότητα που δεν την έχει κανένας άλλος στη χιπ χοπ σκηνή. Ίσως γιατί κοιτάει την κοινωνία μας με το βλέμμα ενός Έλληνα αφρικανικής προέλευσης μεγαλωμένου στις δικές μας γειτονιές, οπότε του έρχεται φυσικό να συνδέει τους ρεμπέτες με τον Πολωνονιγηριανό ποδοσφαιριστή Εμμάνουελ Ολιζαντέμπε, να γράφει ρίμες πάνω σε sample από Τάκη Μουσαφίρη ή ν' αναρωτιέται για τα δάση που χάνονται σε μια χώρα τόσο περήφανη για τη φύση της. Όταν, δε, αυτό το φόντο ενώνεται με τη σπουδαία έμπνευση, δίνει κομματάρες σαν τον "Ανατολίτη" και το "Είναι Ελληνοwest", απόλυτα δικές του σαν στυλ και εξόχως ταιριαστές με το βαρύθυμό του ραπ.

Χάρης Συμβουλίδης

 

Nefeli & Niki – Κομματάκια ανανά (Αυτοέκδοση)

Επιστροφή στα βασικά. Και όταν λέμε βασικά, εννοούμε τη φωνή. Η Νεφέλη και η Νίκη Μπραβάκη είναι δύο αδελφές που έχουν ως ορμητήριο τη Βέροια. Με γονείς μουσικούς αγάπησαν από μικρές τη μουσική και σπούδασαν αυτό που αγάπησαν. Πέρσι, που το «φρούτο» ωρίμασε, μας πρόσφεραν 9 λαχταριστά κομματάκια ανανά. Ένα άλμπουμ με επιρροές από Αρλέτα έως Λένα Πλάτωνος, το οποίο βασίζεται στις καταπληκτικές φωνητικές τους αρμονίες και αναδίδει μια φρεσκάδα η οποία, εκ των πραγμάτων, μόνο κάποιες σε νεαρή ηλικία μπορούν να εκπνεύσουν. Γευτήκαμε πολλές φορές αυτόν τον ανανά μέσα στη χρονιά.

Απλός, λιτός, υπέροχος!

Τάσος Βαφειάδης

 

New Zero God - Of Love and Death (Αυτοέκδοση)

Ο Μιχάλης Πούγουνας έχει διανύσει μια μακρά πορεία στην ελληνική εναλλακτική σκηνή και ακόμη συνεχίζει. Έχει γράψει ιστορία με τους Flowers of Romance, κατόπιν με τους Nexus, ενώ τα τελευταία χρόνια οδηγεί το όχημα των New Zero God. Το 2025 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Of Love and Death”. Χρησιμοποίησε υλικό, κυρίως στίχους που σημείωνε τον καιρό κατά τον οποίο δοκιμαζόταν από εξαιρετικά προβλήματα υγείας. Ευτυχώς, έχει βγει νικητής από τη δοκιμασία αυτή και την μετέτρεψε/ξόρκισε με τη θαυματουργό επίδραση της τέχνης. Τα βιώματά του έγιναν τραγούδια, γεμάτα σκοτάδι, θεατρικότητα αλλά και δύναμη. Η εναρκτήρια απαγγελία στίχων του Τζακ Κέρουακ δίνει το ιδεολογικό στίγμα, ενώ η μουσική του δίσκου ανακαλεί μνήμες από σπουδαία σχήματα του new wave/ post punk/gothic όπως Japan, Cure, Clan of Xymox, Bauhaus κλπ.

Πέρα από την εκτελεστική δεινότητα της μπάντας, τις εντυπώσεις κερδίζει η εξαιρετική παραγωγή και, ως συνήθως, η πάντα άψογη ερμηνεία του Μιχάλη Πούγουνα. Εύχομαι στον Μιχάλη και την παρέα του να συνεχίσουν να δημιουργούν, με λιγότερα, φυσικά, προβλήματα.

Κώστας Μαζιώτης

 

Petros Klampanis – Latent Info (Enja/ΠΚmusic)

Μετά το υπέροχο "Tora Collective" έρχεται το "Latent Info", όχι φυσικά για να μας αποδείξει, αλλά για να πιστοποιήσει μία ακόμα φορά πως ο Ζακυνθινός κοντραμπασίστας Πέτρος Κλαμπάνης εξακολουθεί να κυκλοφορεί πολύ ενδιαφέροντες jazz δίσκους. Αυτή τη φορά τον συνοδεύουν δύο παλιοί γνώριμοι: ο Εσθονός πιανίστας Kristjan Randalu και ο Ισραηλινός ντράμερ Ziv Ravitz, με τον τρομπετίστα Ανδρέα Πολυζωγόπουλο να προστίθεται στη διασκευή του "Day Breaks" ("Ξημερώνει") του Μίκη Θεοδωράκη. Οι συχνά εμπνευσμένες από το σύμφυτο με την καταγωγή του υδάτινο στοιχείο αναπτύσσονται αβίαστα, χωρίς να παρεκκλίνουν ιδιαίτερα από το μελωδικό τους άξονα, αποτυπώνοντας γλαφυρά την αρμονική συνεργασία των μουσικών. Τέσσερις από τις οκτώ συνθέσεις έχει γράψει ο Κλαμπάνης, από μία οι Randalu και Zavitz, ενώ υπάρχει μία ακόμα διασκευή πάνω στο "Falling Grace" του Steve Swallow.

Παναγιώτης Αναστασόπουλος

 

Π.Ι.Ε.Β. x VIKTORAS - DETROIT (Inner Ear)

«Μπάτσοι παντού, μπράβοι, ντρόγκια, μαχαίρια, hostels, τουρίστες παντού/ Θέλουν απλά να με πείσουν για αυτή την ευαισθησία τους, γιατί είναι το μόνο που τους έμεινε, αφού δεν έχουν λεφτά/ Απ' όλα αυτά που σκέφτομαι δεν σου είπα ποτέ ούτε τα μισά κι αυτά που είπα ήταν για να αποφύγω άλλη τριβή/ Πού περιμένουν όλοι αυτοί να πάνε, ποιον αγαπάνε, για ποιον κλαίνε στο μαξιλάρι τους και ποιον πονάνε/Αληθινά φοβάμαι, πως μόλις πω, μια ολόκληρη μέρα 'Τι ωραία!'', μοιραία, έναν πολύ άσχημο συμβάν θα τα εξαφανίσει όλα ακαριαία, όλα ακαριαία, ακαριαία/Ρομαντικοποιείτε τον πόνο, την απελπισία, την πείνα. Δεν ξέρετε για ποιο πράγμα μιλάω και είστε τυχεροί που δεν θα μάθετε αλήθεια» – σκόρπιοι στίχοι από έναν δίσκο για τα πιο σκληρά κορίτσια στην πόλη, για μουντές Κυριακές, για τελευταία τανγκό στην Αθήνα. Ή στη Θεσσαλονίκη. Ή οπουδήποτε στη χώρα. Καιρό είχα να ακούσω έναν δίσκο να προέρχεται από μια χούφτα καλλιτέχνες του σήμερα, να μιλάει για αυτά που ζούμε στην Ελλάδα του σήμερα, να απευθύνεται σε όλους και όλες μας σήμερα. Και μάλλον για αυτό τον άκουγα ασταμάτητα όλη τη χρονιά.

Μαριάννα Βασιλείου

 

Savina Yannatou, Primavera en Salonico and Lamia Bedioui – Watersong (ECM)

Τα έγραψα αναλυτικά και σε κείμενο ξεχωριστό. Μιλάμε πιθανόν για τον καλύτερο δίσκο του σπουδαίου αυτού σχήματος. Ακούμε μια μουσική που μαγεύει αυτόματα από την πρώτη ακρόαση και δεν σταματά ούτε στην 276η. Πρόκειται πραγματικά για επίτευγμα και κόσμημα ακόμα και για την ECM που δεν έχει και λίγα τέτοια στο ιστορικό της.

Αυτό που κυρίως με ενθουσιάζει σε αυτό το σύνολο τραγουδιών είναι ότι μοιάζουν με επικλήσεις σε ένα αόρατο πνεύμα. Ένα πνεύμα προσωποποίηση της φύσης. Αυτή η προσωποποίηση είναι μια βαθιά ανάγκη του ανθρώπου από πάντα και σε όλους τους πολιτισμούς. Ίσως πιο παλιά, στην αυγή της συνείδησής του ο άνθρωπος να αντιμετώπιζε τις επικλήσεις αυτές πιο απλά, πιο αγνά και πιο λειτουργικά. Καταλάβαινε καλύτερα τη χρήση τους και την ανάγκη για αυτά τα πράγματα. Αντίθετα με σήμερα που τα αντιμετωπίζουμε ή με καχυποψία ή με κόμπλεξ ανωτερότητας (γιατί δεν τα καταλαβαίνουμε). Οι Primavera ανήκουν πιο πολύ σ αυτό το μαγεμένο, αγνό και άγριο παρελθόν παρά στη σημερινή παγκόσμια ανοησία και αποπνευματοποιήση. Δεν είναι συντηρητικοί και πεπερασμένοι. Καθόλου. Απλώς βλέπουν μακριά προς όλες τις χωροχρονικές κατευθύνσεις. Πολύ απλά, κάνουν σπουδαία παραδοσιακή μουσική.

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς

 

Σίσσυ Δουτσίου – Προσβολή Δημόσιας Αιδούς (Inner Ear)

Στην εποχή του streaming, του άυλου, του εύκολα και γρήγορα καταναλώσιμου, ξεχνάμε τον όρο Gesamtkunstwerk και την σημασία του στα έργα τέχνης και πως αυτό μεταφράζεται σαν εμπειρία στον ακροατή/θεατή.

Η «Προσβολή της Δημόσιας Αιδούς» της Σίσσυς Δουτσίου ανήκει κατά την άποψη μου στην παραπάνω κατηγορία και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπισθεί.

Δεν είναι απλά ένας δίσκος με μελοποιημένη ποίηση, με μία απαγγελία και ήχους ηλεκτρονικούς ως post punk (τίποτα που δεν έχουμε ξανακούσει ήδη αλλά την δουλειά του μιά χαρά την κάνει) που προέκυψαν από διάφορες συνεργασίες (εδώ ακολουθεί τα χνάρια των αρχικών βημάτων της Anne Clark), αλλά μια συνολική εμπειρία ξεκινώντας από το πανέμορφο εξώφυλλο και το ροζ βινύλιο και κυρίως με τον τρόπο που η Σίσσυ (εδώ βοηθάει προφανώς και η ιδιότητα της ως ηθοποιός) άλλοτε μας φτύνει κατάμουτρα τις λέξεις της οργισμένη, άλλοτε αφηγείται με μία έκδηλη στεναχώρια, άλλοτε με μία απόγνωση που τσακίζει, άλλοτε με την καύλα να ρέει απλόχερα, θέλοντας στην αποτύπωση των ποιημάτων της στο βινύλιο να μας μεταφέρει όσο πιο ζωντανά και κοντά είναι δυνατόν στο Σύμπαν της «Προσβολής της Δημόσιας Αιδούς».

Μπορώ να φανταστώ οτι αν υπήρχε η τεχνολογική δυνατότητα, το εγχείρημα της θα το συνόδευε και ένα ολόγραμμα όπου μπροστά μας θα ζωντάνευε και θα συμπλήρωνε αυτή την εμπειρία.

Άσχετα με το πόσο για τον καθένα υποκειμενικά το καταφέρνει αυτό, το εγχείρημα από μόνο του αξίζει τον σεβασμό μας. «Όπερ ἔδει δεῖξαι» το λοιπόν.

Απόστολος Βαρνάς

 

The Nuclear Nuns - R.O.A.C.H. (Αυτοέκδοση)

Ντεμπούτο άλμπουμ για το αθηναϊκό τρίο σε DIY κυκλοφορία. Είχε προηγηθεί το περσινό demo 'Turbo Powernun Holocaust'. Ήχος βρώμικος και αυθόρμητος, γεμάτος δύναμη και νεανικό πάθος, ανακατεύει το garage και το hardcore punk, την παράδοση με το σήμερα. Οι ίδιοι χαρακτηρίζουν τη μουσική τους deathpunk! Αγαπημένο μου κομμάτι το ‘Children of Atom’, ένα από τα πιο αργά του δίσκου. Δείτε τους live με την πρώτη ευκαιρία.

Βασίλης Παυλίδης

 

The Skelters - Con Man’s Chronicles (Sleaszy Rider)

Στη σύγχρονη ψηφιακή εποχή που διανύουμε είναι γεγονός ότι η rock μουσική έχει απωλέσει την απήχηση του παρελθόντος, καθώς οι νέες γενιές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε διαφορετικά είδη. Σε πείσμα των καιρών όμως, ορισμένοι νέοι άνθρωποι διατηρούν τη φλόγα ζωντανή, όπως είναι τα αδέλφια Άγγελος (φωνητικά/μπάσο) και Δανιήλ (τύμπανα) Χαραβιτσίδης από τη Θεσσαλονίκη, με τον Κωστή Βογιατζόγλου (κιθάρες) να προστίθεται αργότερα στο σχήμα. Τον Οκτώβριο του 2025 κυκλοφόρησαν τον τρίτο τους δίσκο, όπου αφηγούνται την ιστορία του “Con Man”, δηλαδή του κομπιναδόρου ή λαμόγιου, την οποία εμπνεύστηκαν συναναστρεφόμενοι με (α)διάφορους ανθρώπους της μουσικής “βιομηχανίας”. Ο κεντρικός θεματικός άξονας δεν περιορίζει την ανάπτυξη των δέκα συνθέσεων, καθώς τα βασικά δομικά υλικά συνυφαίνονται με ετερόκλητα μουσικά στοιχεία που αναδεικνύουν ποικιλομορφία και αυτονομία. Το εναρκτήριο “Legacy” ξεκινά ως δυναμικός αυτοσχεδιασμός με jazz/blues επιρροές και καταλήγει μετά από τρία λεπτά σε ολιγόλεπτη χαλαρή αφήγηση που εισάγει το ακροατήριο στο πνεύμα του δίσκου. Οι δυναμικές κιθάρες, η ευέλικτη ρυθμική βάση και τα ευκολομνημόνευτα ρεφρέν διακρίνουν τις περισσότερες των συνθέσεων (“Lonely Rider”, αν γραφόταν από ξένο συγκρότημα, θα το μετέδιδαν όλοι οι ροκ ραδιοσταθμοί, “Falling Thunder”, “Down To Earth”, “Begging For Reprise”), ενώ ευχάριστη έκπληξη αποτελούν αυτές που ενσωματώνουν funk ρυθμολογία (“Awesome”, “That’s Right”), rock’n’roll νοσταλγία (“Time To Trap”) και soul αισθητική (“Pro Soul”). Ο επτάλεπτος επίλογος “A Never Ending Story” κλείνει τον κύκλο εντυπωσιακά και λίγο απαισιόδοξα, καθώς συνδυάζει αρμονικά progressive εξάρσεις και psychedelic ατμόσφαιρες. Οι φωνητικές ερμηνείες είναι καλοδουλεμένες, η αγγλική προφορά εκφέρεται άψογα, προσωπικά μου θύμισε σε αρκετά σημεία το γρέζι και τη χροιά του Ian Gillan, όπως αξίζει να σημειωθεί και ο κομβικός ρόλος των διπλών/τριπλών φωνητικών στην ενίσχυση των μελωδικών γραμμών. Η ηχογράφηση είναι διαυγής και η μίξη αναδεικνύει τις εκτελεστικές ικανότητες των μουσικών, ενώ το εξώφυλλο απεικονίζει με έξυπνο, λιτό και αφαιρετικό τρόπο το ιδεολογικό νόημα του δίσκου.

Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης

 

Urstaat – Autofagia (SODEH Records)

Έξι κομμάτια είναι αρκετά για να δώσουν όχι μόνο το προβάδισμα αλλά και τον τίτλο σε αυτό το κουαρτέτο του βρώμικου ήχου από την άλλη πλευρά. Ποια πλευρά δηλαδή; Μα αυτή που έχει αφεθεί στην εξερεύνηση και διαμόρφωση του θορύβου ως μουσική, Που επιμένει παρά τα κλισέ ερωτήματα του τύπου "Μα είναι τώρα μουσική αυτό;" να αποδεικνύει την αξία του χωρίς αναστολές. Δεν θα χρειαστεί να αναρωτηθείς πολύ για το παραπάνω πάντως, μιας και μπορεί να κερδίσει εύκολα ακόμη και αδαείς ακροατές. Επίσης δεν έχει και κάνα λόγο να παραλαλάει τους μη αποδέκτες του, μπορεί απλά να τους αφήσει για πάντα στην λήθη του μονότονα επαναλαμβανόμενου indie συρφετού. Σε μια εποχή που τα πολλά λόγια είναι φτώχεια, κάντε μια χάρη στον εαυτό σας και πατήστε το play κάθε μορφής που σας εξυπηρετεί και μην περιμένετε να μάθετε για το αν θα σας αρέσει κάτι διαβάζοντας απλά ένα κείμενο.

Χρήστος Αναγνώστου

 

VooeeΤone - The structure in me (B-otherSide Records)

Συνέπεια και συνέχεια… Δύο ζητούμενα γενικότερα στη ζωή και όχι μόνο στην δημιουργική της έκφανση την τέχνη. Που δεν τα συναντάς και πολύ συχνά στον βιότοπο της εγχώριας σκηνής, οι λόγοι γι’ αυτό πολλοί, που υπερβαίνουν κιόλας τα όριά της, έχοντας σχέση και με την γενικότερη ελληνική νοοτροπία (άλλο θέμα, άλλο κείμενο). Η τετράδα ωστόσο που συνθέτει τους (λογο)παιγνιωδώς ονοματισμένους ‘Βουητόν’ έχει επιδείξει συνέπεια και συνέχεια σε διάφορα μετερίζια και διαδρομές που κατά καιρούς έχουν διασταυρωθεί σε διάφορους συνδυασμούς. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Άκης Μπογιατζής, Αντώνης Λιβιεράτος και Γιάννης Τρυφερούλης μαζεύτηκαν για δυο ώρες στο στούντιο, με μπάσο, πλήκτρα και ντραμς αντίστοιχα και ο Γιάννης Ντρενογιάννης χάραξε τις μελωδικές γραμμές στην κιθάρα κι έδωσε τις ασαφώς σαφείς δημιουργικές κατευθυντήριες οδηγίες «χωρίς πρόβες, χωρίς σχέδιο, σαν αυθόρμητο παιχνίδι», η εμπειρία των μελών έδρασε περισσότερο ως καλός σύμβουλος για τις πιθανές κακοτοπιές του εγχειρήματος παρά ως οδηγός προς δομές οικείες και ασφαλείς, η χημεία δούλεψε προσθετικά (αν μη τι άλλο υπάρχει και… χημικός στο σχήμα) οδηγώντας σε ένα αποτέλεσμα τραγουδοποιίας που συνθέτει μεν αλλά και υπερβαίνει συγχρόνως τις επιμέρους συνιστώσες.

Αντώνης Ξαγάς

 

Yako Trio, Harris Lambrakis, James Wylie - Woven (Fairweather Friends Records)

Είναι γνωστό ότι υπάρχουν δύο εγχώριες jazz σκηνές (αντίστοιχα υπάρχουν και δύο αγγλικές, δύο ιταλικές κ.λπ.). Δύο τουλάχιστον δηλαδή, αλλά λέμε τώρα για την οικονομία της κουβέντας. Η πρώτη περιλαμβάνει ονόματα που σταθερά απασχολούν τους μυημένους ακροατές της jazz και μόνον, και δεν είναι δύσκολο να οριοθετηθεί. Η δεύτερη ακολουθώντας τις τάσεις, μετασχηματίζει την jazz στις ώριμες πλέον ηχητικές ανάγκες ενός αυθαίρετα καθοριζόμενου ‘εναλλακτικού’ ακροατηρίου, που είτε εκκινεί από ‘κιθάρες’ είτε από ‘ηλεκτρονικά’ κλπ, έχει μεν διάθεση να μετέχει στον ήχο, αλλά τελικώς περισσότερο τον αποδέχεται, παρά τον μεταλαβαίνει. Τίποτε κακό δεν υπάρχει σε όλα αυτά. Το σύνηθες φιάσκο αφορά στα σχήματα εκείνα που άγαρμπα επιχειρούν να μεταπηδήσουν από την πρώτη κατηγορία στην δεύτερη με μεθοδεύσεις οι οποίες τελικώς πουθενά αλλού δεν βρίσκονται παρά στις ανιαρότερες ημέρες της καταναλωτικής nu jazz των early 00s.

Στο ακριβώς αντίθετο μετερίζι βρίσκονται οι δικοί μας (ως προς την Θεσσαλονίκη αναφέρομαι) Yako Trio, οι οποίοι μέσα από την λονδινοσαλονικιώτικη Fair Weather Friends και αυτή τη φορά, καταφέρνουν να ηχογραφήσουν έναν εντυπωσιακό όχι μόνον εκτελεστικά, αλλά και συνθετικά jazz δίσκο, που ανεβάζει σε εντυπωσιακά ύψη τον πήχη για κάθε εντός συνόρων σχήμα που θα ισχυριστεί εφεξής ότι ηχογραφεί και κυκλοφορεί ατόφια spiritual jazz (που εδώ που τα λέμε είναι και η καλύτερη στο είδος).

Στον σκληρό πυρήνα του γκρουπ αφομοιώνονται ως εκτελεστικό κουιντέτο, ορθά όμως δεν ταυτοποιούνται, οι Χάρης Λαμπράκης (νέϋ/ο ‘ευγενής’ ζουρνάς της jazz ίσως;) και James Wyllie (σαξόφωνο), δηλαδή δύο απαραίτητα εν προκειμένω πνευστά που κλειδώνουν ερμηνευτικά την παραπάνω επιλογή. Οι συνθέσεις πάντως παραμένουν στα αρχικά όρια ευθύνης του τρίο, εξ ου και η βεβαιωμένη αισθητική ταυτότητα του σχήματος διατηρείται αναλλοίωτη. Το δε ‘Impromptu’, στρατηγικά τοποθετημένο στη ‘μέση’ του δίσκου, είναι ένα πρώτης τάξεως παράδειγμα για το πως τόσο η jazz, όσο και κάθε άλλη μουσική, το τελευταίο ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να αγχώνεται είναι το να ακουστεί up to date.

Άρης Καραμπεάζης

 

O πίνακας του εξωφύλλου είναι του Νίκου Εγγονόπουλου, με τίτλο ‘Νεκρή Φύση’, 1936, τέμπερα σε ξύλο)

14/01/2026
Mic Team

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Περί πνευματικότητας

ΘΕΜΑ

Σινέ-MiC Super Paradise, του Στηβ Κρικρή

ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ

Το σκωτσέζικο underground στα 80s Black as the Earl of Hell’s Waistcoat!

MIXTAPE

Ο χορός των εραστών και ο Σημαδεμένος Αλ Πατσίνο

ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ

Francesco De Gregori

LIVE REVIEW

RECOMMENDED

Tindersticks

Tindersticks Η τελειότητα δεν είναι για να την κατακτήσεις, καημένε Μπάμπη

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Bonobo

Bonobo Dial "B" for Bonobo

ΘΕΜΑ

Η μουσική της σύγχρονης Αραβίας

MIXTAPE
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia