Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ

Ανασκόπηση 2025: 27 δίσκοι από την διεθνή παραγωγή

Άλλη μια περιφορά της Γης γύρω από τον Ήλιο ολοκληρώθηκε και στο (όχι πολύ) συμπαθές ζωικό βασίλειο των ανθρώπων κάποιες μάλλον περιθωριακές φυλές θέτουν ξανά παραδοσιακά τα ίδια ερωτήματα. Ήταν καλή χρονιά για τη μουσική το 2025; Καμιά φορά αναρωτιούνται βέβαια πόσο νόημα έχει μια τέτοια ερώτηση στην σύγχρονη πληθωριστική πραγματικότητα τους η οποία καθιστά αδύνατη κάθε ακόμη και επιφανειακή εποπτεία. Ίσως μερικοί να προσπαθήσουν να θυμηθούν τι απάντηση έδωσαν σε παλιότερες χρονιές. Μπορεί και να σταθούν με απορία σε λίστες με καλύτερα - «εγώ το είχα διαλέξει αυτό»; Ευκαιρία για αυτοκριτική. «Είναι καλό επειδή μ’ αρέσει; Ή μ’ αρέσει επειδή είναι καλό;».

Ίσως στην πραγματικότητα τέτοια ερωτήματα να μην έχουν μία/μια απάντηση. Έτσι κι αλλιώς, κάθε εποχή και πλέον κάθε γενιά, έχει και παράγει την τέχνη την οποία έχει ανάγκη. Που της αναλογεί και της αξίζει. Ασφαλώς χωρίς να τίθεται εδώ κανένα αξιολογικό κριτήριο. ‘Ωραίες’ μουσικές θα συνεχίσουν να δημιουργούνται και να ακούγονται, με την εξ ορισμού υποκειμενικότητα του ‘ωραίου’, που εξαρτάται πάντα από τις προσλαμβάνουσες και τα βιώματα. Τα οποία γίνονται όλο και πιο ατομικά και μη μεταβιβάσιμα μεν, διαμοιράζονται όμως μέσω κοινωνικών δικτύων αστραπιαία και ψυχαναγκαστικά δε σε τρίτα άτομα ων ουκ έστι αριθμός. Ο ρόλος της μουσικής κάποτε ήταν και να φτιάχνει κοινότητες, πλέον διαμορφώνει ταυτότητες. Κι είναι ενδιαφέρον να παρατηρηθεί ότι ίσως ποτέ άλλοτε η μουσική δεν είχε τέτοια πανταχού παρουσία στην καθημερινή ζωή και ίσως ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσο αμελητέα κοινωνική παρεμβατικότητα, επίδραση και απεύθυνση. Από την άλλη, ίσως ακόμα πιο ενδιαφέρον είναι να παρατηρηθεί η ανάγκη γνωστοποίησης της ‘γνώμης’ με ποστ, στόρι, δημοσιεύσεις σε κάθε λογής μέσο κοινωνικής δικτύωσης – πούρος βαυκαλισμός ή υποσυνείδητη προσπάθεια επαναδημιουργίας μιας κοινότητας ή μιας ταυτότητας, έστω και με αυτό τον τρόπο; Δίσκοι, δίσκοι, δίσκοι, λες και είναι απλές αφορμές για να εκφραστεί η ‘γνώμη μου’. Αισθητικοποίηση χωρίς ουσία και βάθος. «Μ’ άρεσε, δεν μ’ άρεσε». Τέλος της συζήτησης. Επόμενος δίσκος…

Όπως και να ’χει, εδώ είμαστε και πάλι, με μια κάποια …βιάση και σπουδή, μιας και το ανασκοπούμενο έτος δεν έχει παρά λίγες μέρες που ολοκληρώθηκε. Ωστόσο σταθερά με τον δικό μας τρόπο επιλογής που προσπαθεί να εστιάσει στο καλλιτεχνικό έργο, στον δίσκο και στον άνθρωπο πίσω από αυτόν και όχι σε κατεβατά από λίστες επίδειξης που στρέφουν τον προβολέα στο εκάστοτε Εγώ. Σε έναν δίσκο που άκουσες, που ξανάκουσες, που με κάποιο τρόπο μπήκε στη ζωή σου και άφησε ένα κάποιο στίγμα, ένα συγκινησιακό αποτύπωμα. Έτσι απλά.

«Και πάντα θα υπάρχουν 4-5-10 μυαλά σε κάθε εποχή που ακούγοντας πράγματα από το παρελθόν τα αναμορφώνουν σε κάτι σημερινό, σε κάτι προσωπικό μεν αλλά με ευρύτερο ενδιαφέρον. Και η ζωή συνεχίζεται…» Λόγια του ανθρώπου που ταυτίστηκε όσο κανείς άλλος με την ιδιότητα αλλά και το επάγγελμα του μουσικοκριτικού, του Αργύρη Ζήλου, τον οποίο αποχαιρετήσαμε μια χούφτα άνθρωποι μια συννεφιασμένη μέρα του Νοέμβρη του έτους τούτου.

Και του χρόνου να είμαστε όλες και όλοι εδώ…

Εκ της αρχισυνταξίας, Α.Ξ. & Μ.Β.

 

AFAR – Changing Rules (Laut & Luise)

Για δεύτερη συνεχομένη χρονιά -μετά τους Gewalt πέρσυ- το πρωτάθλημα πάει στο Βερολίνο. Τυχαίο;

Καθόλου θα έλεγα, παρά την οικονομική κρίση, το κλείσιμο κλαμπ und so weiter (when things get tough, art must get tougher), η Μητρόπολη συνεχίζει να τραβά και να μαγεύει σαν Κίρκη καλλιτέχνες από όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη και το “made in Berlin” να λειτουργεί σαν μια μορφή σφραγίδας νεωτερισμού.

Κάποια πράγματα για αυτόν τον δίσκο είχα αναφέρει εδώ. Στις πολλαπλές ακροάσεις και εσωτερικές συσκέψεις που ακολούθησαν από το φθινόπωρο κατέληξα οτι μέσα από την πολυμορφικότητα του (από PJ Harvey μέχρι Notwist με ενδιάμεσο σταθμό σε βαρβάτη υπόγεια techno που απογειώνει την πίστα), τον άλλες φορές πιο ωμό και άλλες πιο τρυφερό ήχο, την μίξη αστικών και μη τοπίων, αλλάζει όντως τους κανόνες και εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο συναισθήματα θλίψης, οργής, ευφορίας που συνόδευσαν τα προσωπικά ups & downs (ή Upside Down μιας που αυτές τις μέρες μας αποχαιρετά και το ‘Stranger Things’) της χρονιάς που πέρασε και στην τελική αυτό το δέσιμο είναι και το ζητούμενο στην ατομική επιλογή ενός «Δίσκου της χρονιάς».

Ευτυχισμένο το twenty twenty-six (seven).

Απόστολος Βαρνάς

 

Aiuole – Passi (Lontano Series)

Ένας άνθρωπος περιδιαβαίνει την πόλη, με ένα μικρόφωνο στο χέρι. Θέλει να καταγράψει την ζωή, τον καθημερινό της παλμό, τους συνειδητά ή ασυνείδητα παραγόμενους ήχους που γεμίζουν τον δημόσιο χώρο, περνά από δρόμους, εκκλησίες, πάρκα, λαϊκές αγορές και γιορτές, πλατείες και συντριβάνια, όπως π.χ. αυτό της θεάς Άρτεμης και της Αρέθουσας, της ποταμίσιας νύμφης που για να ξεφύγει από τις αγαπητικές προθέσεις του Αλφειού κατέφυγε εδώ, στις Συρακούσες, την παλιά αυτή κορινθιακή αποικία, όπου και μεταμορφώθηκε σε πηγή. Το μηχάνημα αποτυπώνει φωνές, ανθρωπογενείς θορύβους αλλά και ήχους της φύσης σε ένα απολύτως μοναδικό ηχητικό αποτύπωμα, σαν μικρές ηχητικές φωτογραφίες (γιατί αυτό είναι κατ’ ουσία τα field recordings). Κι ίσως να είναι τούτη η αίσθηση της μη επαναληψιμότητας, του εφήμερου, της στιγμής που περνά και χάνεται εκείνη που δίνει και μια συγκινητικά υποβλητική έως και στοιχειωτική γοητεία στον ‘σικελικό εσπερινό’ του δημιουργού αυτού, ο οποίος έχει επιλέξει ψευδώνυμο το οποίο σημαίνει ‘ανθοκλίνη’. Η υποκειμενικά… αντικειμενική αυτή καταγραφή στη συνέχεια μετα- (ή ανα-) σκευάζεται, με τη βοήθεια μικρομελωδιών, βόμβων, συχνοτήτων επιτείνοντας εντείνοντας και προεκτείνοντας την ‘πραγματικότητα’ σε μια πιο ambient μεταφυσική διάσταση, «πιστεύω ότι κάθε ηχογράφηση πεδίου φέρει μέσα της το δικό της ‘αντιληπτικό φίλτρο’ που δημιουργεί ένα αρμονικό περιβάλλον» λέει ο ίδιος. Ένα περιβάλλον οικείο και ξένο ταυτόχρονα, κι ας βιώνεται ως ‘καθημερινό’. Ένας δίσκος πρό(σ)κληση για ένα ‘πραγματικό’ μουσικό ταξίδι ανακάλυψης. Ενεργητικά και παθητικά.

Αντώνης Ξαγάς

 

Alexandre Desplat - The Phoenician Scheme OST (ABKCO)

Το ‘Φοινικικό σχέδιο’ [2025 Γερμανία /ΗΠ, 101λ] είναι μαύρη κατασκοπική θριλερική κωμωδία του Γουές Άντερσον, όπου το σασπένς περνάει μέσα από τις μινιμαλιστικές συνθέσεις του Ντεσπλά. Οι ωρολογιακοί μηχανισμοί και οι αναμονές, το μέτρημα των κτύπων και ο συνδυασμός πομπώδους ύφους και φαρσικών πνευστών, ο μη-αφηγηματικός χαρακτήρας, τα κουδουνίσματα, το μπάντζο, το μαντολίνο, το μεταλλόφωνο και τα έγχορδα, όλα στήνουν ένα σάουντρακ υπαινικτικό και ύπουλα κωμικοτραγικό.

Έτερο ενδιαφέρον στοιχείο ότι ο Ντεσπλά αναμετράται στο σάουντρακ με ιερά τέρατα της μουσικής. Από τη μια οι μεγάλοι κλασικοί μουσικοσυνθέτες [Στραβίνσκι, Μπετόβεν, Μπαχ, Μουσόργκσκι] κι από την άλλη οι τζαζ ορχήστρες των Gene Krupa και Glenn Miller, το σεστέτο του Fuasi Abdul-Khaliq, η φολκ-κλέτσμερ παράδοση... είναι συμπληγάδες που θα μπορούσαν να συντρίψουν τις συνθέσεις του Αλέξανδρου, αλλά αυτός περνάει ανάμεσά τους αλώβητος και βγαίνει στο φως.

Κώστας Καρδερίνης

 

Bassvictim – Forever (VOTB)

Ζήτησα από την τεχνητή μου φίλη μια παραγγελία με δέκα υλικά: α) αλλοπρόσαλλα γυναικεία φωνήματα· β) διπλό στρώμα σα να παίζουν δυο διαφορετικά τραγούδια (αγαπημένη μου ασχολία εδώ και δεκαετίες, να βάζω ταυτόχρονα δυο άσχετα και να βγαίνει ένα πλήρως σχετικό – εδώ το κάνουν μόνοι τους)· γ) να έχει ηλεκτρισμό και ηλεκτρονισμό· δ) να τα καταφέρνει σε αυτό που οι 99 στους 100 ηλεκτρολόγους αποτυγχάνουν, τις μελωδίες· ε) επανάληψη και εμπέδωση· στ) αλλά και το ίδιο το τραγούδι να παραμορφώνει, να υπονομεύει και ενίοτε να ακυρώνει τον εαυτό του. Επίσης ζ) αν αφαιρεθούν τα σύνθια να μοιάζει παιδικό, άντε καθαρό και ξάστερο ποπ τραγούδι, η) ενώ αν εισαχθούν κιθάρες να είναι σαν από κορίτσια της οργής θ) αλλά προπαντός να είναι πνιγμένο σε πλήκτρα διόλου πληκτικά. Και ι) να σε στείλει ρεαλιστικά ή εικονικά στο δρόμο, να μη σε χωράει το μέσα.

Κι εκείνη μου έστειλε τον δίσκο που χάρηκα περισσότερο, στον τρίτο του ντουέτου της αγγλοπολωνής συνθέτριας/τραγουδίστριας Maria Manow και του αγγλοαμερικανού «παραγωγού» Ike Clateman. Στο πεδίο των σχολίων μού έγραψε με το γνωστό της ύφος, «γιατί δεν μου είπες από την αρχή ότι θέλεις electroclashικά πράγματα, ανορθόδοξες ενορχηστρώσεις και ανεβοκατεβαστές, με δόσεις από πρώιμους πλην παραπαίοντες Stereolab κι εκείνη την Ισλανδή, από ποπ σάουντρακ για σειρές ή παιχνίδια manga, από επιταχυμένες γιαπωνέζικες μπάντες σαν εκείνες που άρεσαν στον Momus και τα αντιδραστικά παιδιά των Asobi Seksu;».

ΥΓ. Μπορεί τα απανταχού ονόματα συγκροτημάτων και εξώφυλλα να πάνε από το χειρότερο στο χείριστο, όμως ακόμα βρίσκεται περιεχόμενο που ύπουλα και ωραία σε εθίζει, ακόμα και σε εξαπατά να το ακούσεις σαν κάτι σημερινό, κι ας είναι χιλιοακουσμένο, όπως όλοι και τα πάντα.

Λάμπρος Σκουζ

 

DITZ - Never Exhale (Ανεξάρτητη κυκλοφορία)

Ο πιο πολυπαιγμένος για το 2025. Μαύρος, παραμορφωμένος, πειραματικός. Κάνουν κάτι νέο ή διαφορετικό οι DITZ σε αυτό το ηχογράφημα; Όχι ιδιαίτερα, στα γνωστά μονοπάτια του post-punk κινούνται, ίσως με λίγο πιο σκληρό ήχο, ίσως με συνθέσεις πιο ενδιαφέρουσες, απομακρυσμένες από verse / chorus / verse δομές. Έχουν μια σκοτεινιά, μπορεί και να σ' αρπάξει χωρίς να το περιμένεις. Έχουν μια ανεξαρτησία, δοσμένοι στο DIY. Κι έναν χαρισματικό frontman που χαρακτηρίζεται από ένα gender fluidity, αλλά και όχι κυρίως. Τις επιρροές τους θα τις εντοπίσετε εύκολα, Sonic Youth και Fall, Gang of Four και Wire, Nine Inch Nails και Slint. Βρίσκονται σε αέναη περιοδεία, ασταμάτητοι, τον συγκεκριμένο δίσκο τον έγραψαν από 'δω και από 'κει, στις πόλεις της Ευρώπης. Διαβάζοντας το μέλλον μέσα απ' το πρίσμα του ροκ μύθου θα προέβλεπα για την περίπτωσή τους μια ακύρωση περιοδείας στις ΗΠΑ, στα χνάρια του Ian Curtis ή του Richey Edwards. Ελπίζω όχι. Εμείς εδώ τους αναμένουμε για την δεύτερη εμφάνισή τους, καιρού επιτρέποντος.

Σταύρος Σταυρόπουλος

 

Djrum – Under Tangled Silence (Houndstooth)

8 χρόνια του πήρε του Λονδρέζου Felix Manuel να ολοκληρώσει το τρίτο του άλμπουμ “Under Tangled Silence”, το οποίο ουσιαστικά είχε ξεκινήσει να υλοποιείται πριν καν κυκλοφορήσει το προηγούμενο, αλλά ένας μετασχηματιστής ρεύματος που κράσαρε, έκαψε τη μητρική του λάπτοπ του και τον ανάγκασε να (επαν)ανακαλύψει τόσο το άλμπουμ όσο και τον εαυτό του.

Αν η Alice Coltrane, οι Underworld και ο Shackleton ήταν ένα ωραίο παρεάκι και με κάποιο τρόπο τακιμιάζανε, κάπως έτσι θα έπρεπε να ακούγονταν, πατώντας ισόποσα στα βρετανικά αστικά techno, dubstep και jungle beats, το idm, τη spiritual free jazz και την ambient. Με βάση το πιάνο και την κλασσική του παιδεία σ’ αυτό και προέκταση τα αναμφισβήτητα, πλουραλιστικά skills του ως dj και παραγωγός, ο Djrum μας χάρισε ένα κομψοτέχνημα για πολλές ώρες ακροάσεων που όσο πολύπλοκο κι αν ακούγεται, καταφέρνει επιδέξια και αλχημικά να ισορροπήσει και να ενώσει όλα τα υλικά, με τρόπο που όχι μόνο βγάζει νόημα αλλά ικανοποίει και πλήρως τόσο τις διανοητικές όσο και τις συναισθηματικές ανάγκες του ακροατή. Κομμάτια σαν το “Sycamore” σίγουρα δε γράφονται κάθε μέρα και προσωπικά νιώθω την ανάγκη να ευχαριστήσω το καμένο τροφοδοτικό γιατί όταν την έκανε τη ζημιά κάπως θα έκαψε και τα πηνία του δημιουργού του και τον οδήγησε σε τέτοια επίπεδα σύλληψης. «Προχωράμε στη ζωή, αλλάζουμε δέρμα, γινόμαστε ο εαυτός μας» είχε πει η Patti Smith και αυτή η φράση ήταν που τριγυρνούσε στο κεφάλι του Felix όσο πάλευε να φτιάξει το “Under Tangled Silence”. Κατά κάποιο τρόπο το ακούς και στο άλμπουμ όλο αυτό.

Θάνος Σιόντορος

 

Felix Kubin - Der Tanz Aller (Futura Resistenza)

Ο γεννημένος στο Αμβούργο ηλεκτρονικός συνθέτης Felix Knoth ξεκίνησε να ηχογραφεί στη δεκαετία του 1980. Ανακατεύτηκε με το Neue Deutsche Welle αλλά "ήταν πολύ νέος για να συμμετάσχει", όπως αναφέρεται στο βιογραφικό του. Αργότερα έφτιαξε την πειραματική μπάντα Klangkrieg ενώ από τα τέλη των 90s κυκλοφορεί τη μουσική του με το όνομα Felix Kubin. Το φετινό άλμπουμ του 'Der Tanz Aller' ('Ο χορός όλων') είναι ένα εξαιρετικό δείγμα της μουσικής ιδιοφυΐας του, ένα ηλεκτρονικό ανακάτεμα πειραματισμού και αφαιρετικότητας, avant-garde και μοντέρνας σύνθεσης, με μια υποψία Residents να αιωρείται στην ατμόσφαιρα. Το δυο κομμάτια που έχω περάσει στο jukebox μου είναι το 'Mach dich frei!' και το 'Eine Amoebe auf dem Mond' με το μπάσο κλαρινέτο. Αριστούργημα!

Βασίλης Παυλίδης

 

Helloween - Giants & Monsters (Reigning Phoenix Music)

Δεν βγήκαν καλύτεροι και σημαντικότεροι δίσκοι, από το 17ο στούντιο άλμπουμ τούτων των Γερμανών; Φυσικά και βγήκαν. Αλλά για όσους τους αγάπησαν (σε κάποια, έστω, από τις φάσεις τους), για όσους «πολέμησαν» στους σκληρούς εμφύλιους που ξέσπασαν στις τάξεις τους, για εκείνους που έζησαν αληθώς πέτρινα χρόνια –όταν σε αντιμετώπιζαν με χαμογελάκια ακόμα και σε μεταλλάδικα στέκια, σαν έσκαγες με μπλουζάκι Helloween– το 'Giants & Monsters' δεν γίνεται να ιδωθεί διαφορετικά, παρά ως μικρό μουσικό θαύμα ειρήνης και ευημερίας.

Όταν θάφτηκε, δηλαδή, το τσεκούρι του πολέμου και ενοποιήθηκαν οι «Κολοκύθες» ως ένα κάπως παράδοξο χέβι μέταλ γκρουπ με τρεις τραγουδιστές (Kai Hansen, Michael Kiske, Andi Deris), κανείς δεν περίμενε καινούριους δίσκους αξιώσεων. Ήταν μια εξέλιξη που έκλεισε παλιές πληγές –οι οποίες κρατούσαν από καιρούς που οι άνθρωποι τσακωνόμασταν για τη μουσική– δίνοντας την ευκαιρία σε παλαιότερους και νεότερους να λάβουν μέρος σε φεστβαλικά γλέντια σαν κι εκείνο που απολαύσαμε κι εμείς στην Πλατεία Νερού το 2023, στο πλαίσιο του Release Athens.

Το γεγονός λοιπόν ότι, μετά από τόσα χρόνια και τόσες περιπέτειες, κατόρθωσαν να ξανακάτσουν όλοι μαζί και να ξαναφτιάξουν τραγούδια σαν το "Giants On The Run", το "A Little Is A Little Too Much" ή το "Into The Sun", συνιστά άθλο. Γιατί μπορεί να πάνε χρόνια, πια, που το κεντροευρωπαϊκό power έχει κορεστεί, όμως στα χέρια της παρέας που το πρωτοσκάρωσε τέσσερις δεκαετίες πριν εξακολουθεί ν' αποτελεί πεδίο δόξης λαμπρό. Όπου, ακόμα και υπό το κράτος μιας γραφικότητας η οποία δεν λέει να ξεπεραστεί (βλέπε π.χ. το εξώφυλλο του δίσκου), o μέταλ όγκος δύναται να συγκατοικήσει με ολάκερα ξέφωτα μελωδιών, με μπαλάντες που αξιοποιούν το μελό, schlager υπόστρωμα μιας μη-ροκ εν ρολ Γερμανίας και με μια ξεδιάντροπα ποπ αισθητική, στην οποία οι Helloween παραμένουν οι καλύτεροι του χώρου τους.

Χάρης Συμβουλίδης

 

Julia Rover - Co z Tobą? (The Very Polish Cut Outs)

Η χρονιά κλείνει για μένα μουσικά όπως ξεκίνησε. Τα Χριστούγεννα του 2024 ανακάλυψα την Πολωνή Julia Rover μέσα από το πρώτο της EP, Co z Tobą?, και έναν χρόνο μετά ακούω τη δουλειά της με τον ίδιο ενθουσιασμό, επιβεβαιώνοντας ότι της αξίζει το καλύτερο «Κάτι Καλό».

Η μουσική της ήταν εκείνη που με κέρδισε από το πρώτο άκουσμα: μια μίξη cold wave και italo, με έντονες retro αναφορές, απόλυτα ταιριαστή τόσο με τη φωνή της όσο και με την άγνωστη σε μένα γλώσσα.

Μπάσο και synths συνθέτουν μια σκοτεινή, γνώριμη ατμόσφαιρα, η οποία όμως αποφεύγει τη μίμηση και καταλήγει σε ένα αποτέλεσμα που ακούγεται φρέσκο και απολύτως σύγχρονο.

Η Julia Rover δείχνει ότι γνωρίζει πολύ καλά τις επιρροές της και, το σημαντικότερο, πώς να τις μετατρέπει σε προσωπικό ήχο.

Νάνσυ Σταυρίδου

 

Kae Tempest – Self Titled (Island Records)

Το Kae Tempest το παρακολουθώ από την εποχή του ‘Everybody Down’. Εκείνη την περίοδο πριν τη μετάβαση της υπέγραφε τα άλμπουμ της ως Kate Tempest. Το τραγούδι που είχα κολλήσει ήταν το ‘The Truth’ το οποίο υπάρχει μόνο στην έκδοση του cd. O ποιητικός του λόγος, η απαγγελία του, η δυναμική στάση του ανάμεσα σε έναν μάτσο αντρικό κόσμο, η μουσικότητα του και το κυριότερο τα πολύ ωραία τραγούδια του που δεν είναι ακριβώς χιπ χοπ ή ραπ, ούτε όμως ηλέκτρο ή συμπονετική ποπ για τα παιδιά στο πάρκο αλλά εμπεριέχουν όλα αυτά με κρατούσαν σε σύνδεση μαζί του.

‘Για τη Σύνδεση’ λέγεται και το τελευταίο βιβλίο του (εκδόσεις Κείμενα, μτφρ. Ισμήνη Θεοδωροπούλου) όπου μιλάει για τη δύναμη της δημιουργικότητας. Γράφει για το πώς χάνει και βρίσκει το νήμα της ζωής της μέσω της τέχνης. Συμπεριληπτικά όλα όσα λέει στο βιβλίο της, τα βρίσκεις και στα τραγούδια του ‘Self Titled’.

Η φωνή του έχει αλλάξει. Έχει τόσο σημασία όταν τα κομμάτια γίνονται ομορφότερα; Σε ορισμένα αφήνει την απαγγελία για να τραγουδήσει. Θεωρώ το ‘Sunshine on Catford’ το πιο ωραίο τραγούδι που άκουσα φέτος. Τώρα που ακούω άλλη μια φορά το ‘Self Titled’ για να κλείσει ωραία η χρονιά, προσθέτω άλλα δύο τραγούδια στα αγαπημένα. ‘Prayers To Whisper’ και ‘I stand On The Line’.

Καλή Χρονιά σε όλους, όλες κι όλα.

You, you, you, you, you and furthermore me and another thing; Us.

Μιχάλης Βαρνάς

 

Kling Klang - Half Life (Wrong Speed Records)

Οι Kling Klang είναι μέρος μιας μικρής σκηνής που μας χαρίζει μερικές από τις καλύτερες μουσικές των τελευταίων χρόνων. Η μπάντα ξεκίνησε πριν από 20 και πλέον χρόνια στο Λίβερπουλ από τον Joe McLauphlin, πριν ενταχθεί στους εκρηκτικούς Part Chimp. To ‘Half Life’ είναι ο δεύτερος δίσκος τους είκοσι σχεδόν χρόνια μετά το ντεμπούτο τους lp ‘The Esthetic of Destruction’ που ακολούθησε το πρώτο τους ep ‘Superposition’ του 2003. Εδώ πλέον προστέθηκε ο ντράμερ των Part Chimp, o Jon Hamilton, για να ισορροπήσει και να εκτινάξει τον αναλογικό ήχο των διάφορων synths όλων των υπόλοιπων μελών. Και οι δύο μπάντες ηχογραφούν στην Wrong Speed Records, που δημιούργησε o Joe Thompson των Hey Colossus αφού έφυγε από την επίσης εκπληκτική Rocket Recordings. Τούτες εδώ οι εταιρίες μαζί με τη σκωτσέζικη Rock Action μας δίνουν μερικά από τα καλύτερα σχήματα μιας σύγχρονης κλασικής ροκ σκηνής της Αγγλίας (heavy, psych και ολίγoν kraut, όπως τούτοι εδώ). Τα τύμπανα αποτελούν ίσως το χαρακτηριστικότερο όργανο του δίσκου ενώ γύρω τους αναπηδούν μελωδίες από διάφορα synths του παρελθόντος. Σε μια χρονιά μεταβατική που κυριάρχησε η αναβίωση των 90ς, οι Kling Klang είναι το καλύτερο soundtrack του μέλλοντος μας.

Βασίλης Παπαδόπουλος

 

La Niña – Furesta (BMG Italy)

Η φράση ‘κάθε (μεσογειακή) χώρα παράγει την Rosalia της’, ίσως είναι λιγότερο αφοριστική από την φράση ‘κάθε χώρα έχει την Rosalia που της αξίζει’, παρότι αυτή η τελευταία είναι που περιγράφει με ακρίβεια τα Ροζαλιανά στη χώρα μας.

Το ‘Furesta’ μπορεί να ιδωθεί μεν ως ένα εναλλακτικό folk άλμπουμ, στο μεταίχμιο της rough τραγουδοποιίας, με στέρεα φωνητική και ρυθμική βάση, είναι όμως παράταιρο ειδικά στην παρούσα συγκυρία το να προσπαθήσει κανείς να αποσπάσει την δημιουργό του από την σφαίρα της ολιστικής meta-pop, η οποία είτε ως τυφώνας, είτε ως γάγγραινα θα κατακτήσει και θα εξοβελιστεί αναπόφευκτα στο αποκορύφωμα της επόμενης τριετίας. Κοινώς, το φαινόμενο La Niña είναι αυτή τη στιγμή όχι απλώς το ιδανικό, αλλά το μόνο άξιο support act για το φαινόμενο Rosalia.

Η trap μουσική σκηνή της Νάπολης αποτέλεσε μέσα στη χρονιά αφορμή για ένα εξαιρετικό μονοθεματικό τεύχος του ιταλικού Rolling Stone, το οποίο ουσιαστικά επανασύστησε την πόλη στους Ιταλούς μέσα από την οπτική του rapper Geolier, που μετράει ακριβώς όσα χρόνια ζωής και ο αιώνας που διανύουμε και του οποίου τον νέο δίσκο περιμένουμε στα τέλη του πρώτου μήνα του 2026. Η Carola δείχνει να βρίσκεται από την άλλη πλευρά, στις παρυφές της Campania και εκτός του σκληρού αστικού ιστού, αλλά όχι τόσο μακριά όσο αρχικά θα πιστέψει κανείς. Κάπου θα συναντηθούν, θεωρώ.

Έως τότε το ‘Furesta’, παρά την ακόρεστη εμβύθιση του στη φύση και στις θείες ιδιότητες της, ακούγεται και είναι σταθερά πειστικό στο να στηρίξει την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει τοπική μουσική που ορμάει στο καθολικά αποδεκτό της pop, χωρίς να ευτελίζεται στις παρυφές του ethnic, και χωρίς (ακόμη) να επαιτεί για ισχυρούς προσκεκλημένους. This is no Real World (ακόμη, ξαναλέμε).

Άρης Καραμπεάζης

 

Loaded Honey - Love Made Trees (AWAL)

Λίγα πράγματα αξίζουν στη μουσική όσο η αβίαστη ρομαντζάδα, μουσική για τον έρωτα που σε βαράει όχι γιατί το ζεις με τους δημιουργούς, αλλά γιατί τη δέχεσαι πρώτα από όλα επειδή εγκρίνεις την πρόθεση μαζί με την εκτέλεση. Οι J Lloyd και Lydia Kitto κάνουν ενα διάλειμμα(;) από το πρότζεκτ των Jungle και φέρνουν τα retro-neo-soul πάθη τους σε μια πιο κλειστή και προσωπική συνθήκη.

Θα είναι άδικο να προσεγγίσουμε τον δίσκο με κριτήριο το αν το ντουέτο μπορεί να επανεφεύρει μια μουσική που παίζεται για εβδομήντα και βάλε χρόνια. Όλα τα 50s στοιχεία, τα περάσματα από τα Philly 70s και το διαχρονικό funk, είναι στο τέλος απλά εργαλεία (εξαιρετικής χρήσης και απόδοσης) που δίνουν στα ζόρια που όλοι έχουμε μέσα μας την ψευδαίσθηση της ηχητικής αρμονίας. Αν το άλμπουμ βγήκε τόσο ανεπιτήδευτα και εύκολα όσο ακούγεται αξίζουν ένα γερό φιλικό χτύπημα στην πλάτη, αν δουλεύτηκε για να μοιάζει έτσι τότε ίσως είναι και καλύτεροι μουσικοί από όσο φανταζόμαστε.

Στα καλύτερά του η σημερινή εκδοχή των Ronnetes, στα απλά καλά του ένα ενδιαφέρον ποπ πείραμα που φωνάζει ότι στο tracklist κρύβονται και περιμένουν τρία-τέσσερα δυνατά hip-hop ρεμίξ και μαζί τους ένας οδηγικός χάρτης για το που θα μπορούσε να πάει το σημερινό R&B αν μπορούσε λίγο να χαλαρώσει από το να σκέφτεται τόσο τον εαυτό του.

Γιώργος Λεβέντης

 

Mark Vernon - Unforced Errors (Vice de Forme)

Τα field recordings παραμένουν σταθερά δημιουργικά, τόσο στον πυρήνα των ιδεών τους όσο και στην διάρκεια της εξέλιξής τους. Έτσι και τα ‘Αβίαστα Λάθη’ του Mark Vernon ενισχύουν την αίσθηση ενός σχεδόν κινηματογραφικού πλαισίου, όπου η ηλεκτρονική μουσική συνυπάρχει με τους καθημερινούς ήχους που μας περιβάλλουν. Ήχοι που αποκλίνουν ελαφρά σχηματίζουν μοτίβα και ατμόσφαιρες, διατηρώντας την αναγνωρισιμότητά τους ενώ ξανατοποθετούνται σε νέες σχέσεις και συμφραζόμενα, αναδεικνύοντας τις δυνατότητες του ηχητικού τοπίου.

Η λεπτομέρεια και η επανάληψη μετατρέπουν ήχους που θα περνούσαν απαρατήρητοι σε υφές και ρυθμούς με ένταση που αναπτύσσεται αργά, κυρίως χωρίς κορυφώσεις, αλλά με συνέπεια. Κάθε κομμάτι ισορροπεί ανάμεσα στην αυστηρή δομή και την ανεπαίσθητη αταξία, δημιουργώντας ένα ηχητικό περιβάλλον που κινείται γύρω σου, σαν αέρας που γεμίζει και αλλάζει τον χώρο.

Μικρές αποκλίσεις ή λεπτομέρειες αναδεικνύουν τις σχέσεις των ακουσμάτων και προσφέρουν στιγμές που ξεχωρίζουν, σαν μικρές εκπλήξεις μέσα σε έναν ήσυχο αλλά συνεχώς μεταβαλλόμενο πλαίσιο.

Το αποτέλεσμα είναι ένα άλμπουμ που αποκαλύπτει σταδιακά τις αλληλεπιδράσεις και τις δυνατότητες των συστατικών του, δημιουργώντας μια σύνθεση που είναι ταυτόχρονα συνεκτική, ζωντανή και γεμάτη κίνηση, αφήνοντας στον ακροατή την αίσθηση ενός κόσμου οικείου αλλά πάντα διαφορετικά ανανεωμένου.

Χριστίνα Κουτρουλού

 

Maruja - Pain To Power (Music For Nations)

"Ας μην είμαστε μόνιμα γκρινιάρηδες, κι εφέτος βγήκαν πολλοί και καλοί δίσκοι" είναι η μόνιμη επωδός μας κάθε τέλη του χρόνου. Να αναφέρω βέβαια ότι ειδικά φέτος, δεν με συγκίνησε ιδιαίτερα κάποια κυκλοφορία. Και παραθέτω αυτήν εδώ επειδή, αν μη τι άλλο, έχει το τσαγανό να κάνει τη φωνή του ακουστή, να προτείνει κάτι που, παρότι δεν θα το έλεγες ακριβώς καινούργιο, τουλάχιστον διαφοροποιείται από το συρμό. Το σχήμα από το Μάντσεστερ αποδεικνύει ότι έρχεται διαβασμένο (μετά από μία σειρά από εξίσου εκρηκτικά eps) και παίζει στα δάχτυλα τις φόρμες, παρότι κινείται στο μεγάλο πια μαντρί του post punk. Οι εμφανίσεις τους είναι εκρηκτικές, ώστε να μετουσιώνονται όπως αξίζει στα κομμάτια τους, με σαξόφωνα που σχίζουν τον αέρα, μια στιβαρή rhythm section που κινείται εν είδει οδοστρωτήρα για την λυσσασμένη κιθάρα, και τέλος μια θυμωμένη φωνή που απογειώνει το όλον. Αξίζει να το ακούσει κανείς, ακόμη κι ενόσω διαβάζει λίστες με τα καλύτερα της χρονιάς και τριτοτέταρτες μετριότητες ανάμεσά τους.

Μάνος Μπούρας

 

Orchestre National De France/Cristian Măcelaru – Ravel, Paris, 2025 (Naïve)

Μια από τις σπουδαιότερες ορχήστρες της Ευρώπης παίζει στις αρχές του 2025 στο Παρίσι τη μουσική ενός από τους σημαντικότερους συνθέτες του 20ου αιώνα (όχι δύσκολα θα λέγαμε και όλων των αιώνων). Οι συναυλίες έλαβαν χώρα σε ένα φεστιβάλ για τον Ravel και εδώ ακούμε 3 ώρες ηχογραφήσεων από εκεί.

Με τις ηχογραφήσεις κλασικής μουσικής τα πράγματα δεν είναι πάντα απλά. Θα πρέπει κανείς να μπορεί να ξεχνάει ότι ακούει ένα έργο που ξέρει εξ αρχής ότι είναι σπουδαίο αν θέλει κάπως να το προσεγγίσει ως ακροατής και ως κριτής δίκαια και όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές δυσκολευόμαστε να καταλάβουμε ότι μια εκτέλεση ενός μεγάλου έργου δεν είναι καλή με αποτέλεσμα να κάνει πολύ κακό στο ίδιο το έργο. Στο πως αυτό αντιμετωπίζεται από τις νεότερες γενιές δηλαδή. Είναι πολύ σοβαρή υπόθεση. Αν όλο και περισσότεροι αφήνονται στην αδιαφορία και στην ευκολία της εποχής θα φτάσουμε σε ένα σημείο, ίσως και σύντομα, όπου όλα αυτά τα μεγάλα πράγματα θα χαθούν.

Αν και άκουσα ήδη μια κακή κριτική για αυτό το δίσκο, έχω να πω ότι εδώ ακούμε κάτι μαγικό και σίγουρα διαφωνώ καθέτως με όποια κακή κριτική η οποία πιθανώς να γίνεται με όρους hi-fi και να μην έχει να κάνει με αυτό που πραγματικά τελείται εδώ. Αν κάποιος ακούσει χωρίς παρωπίδες και όσο το δυνατόν χωρίς ιδεοληψίες, αν ξεχάσει τα πάντα και αφεθεί, θα βυθιστεί στη μαγεία της μεγάλης μουσικής.

Αναστάσιος Μπαμπατζιάς

 

Postcards – Ripe (Ruptured & T3)

Τι ελπίδες έχει η Εθνική Λιβάνου να συμμετάσχει στο επόμενο Mουντιάλ; Μηδαμινές, μια που μέχρι σήμερα ποτέ δεν έχει προκριθεί σε τελική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλου Ποδοσφαίρου.

Τι ελπίδες έχει μια μπάντα από το Λίβανο –που δεν παίζει παραδοσιακή μουσική– να συμμετάσχει σε μια λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς; Ελάχιστες. Αλλά επειδή στο MiC τα πράγματα είναι πιο πιθανά ακόμα και από το ποδόσφαιρο, οι Postcards τα κατάφεραν!

Το συγκρότημα, που είναι ενεργό για περισσότερο από μία δεκαετία και ζει μέσα στην έντονη πολιτική αστάθεια του Λιβάνου, με το τέταρτο άλμπουμ του κατάφερε να μετουσιώσει όλο το άγχος, την οργή και την αβεβαιότητα των μελών του σε μία μουσική που γεννήθηκε χιλιάδες μίλια μακριά τους. Αιθέρια φωνητικά, indie κιθάρες και σκοτεινή ατμόσφαιρα, άλλοτε νωχελική και άλλοτε δυνατή από την πόλη της Βηρυτού. Αλλοτρίωση ή ανάγκη για φυγή και επικοινωνία; Μάλλον το δεύτερο.

Τάσος Βαφειάδης

 

Prolapse - I Wonder When They’re Going To Destroy Your Face (Tapete Records)

Η ανακοίνωση της επικείμενης ζωντανής εμφάνισης των Prolapse ΚΑΙ στη Θεσσαλονίκη, μου έλυσε τα χέρια ως προς το πρώτο σκέλος της ανασκόπησης της απερχόμενης χρονιάς, το οποίο αφορά την ξένη δισκογραφική παραγωγή. Η επανεμφάνιση στη δισκογραφία του αγγλικού συγκροτήματος από το Leicester μετά από είκοσι έξι χρόνια απουσίας, έγινε αρχικά με το ψηφιακό single “On The Quarter Days” τον περασμένο Μάρτιο, το οποίο και επέλεξα για το συγκεκριμένο mixtape. Τον Αύγουστο ακολούθησε το άλμπουμ που περιέχει εννέα συνθέσεις, με την περιορισμένη βινυλιακή έκδοση να συνοδεύεται από επτάιντσο single με μία επιπλέον σύνθεση (η οποία συμπεριλήφθηκε στο “Κάτι Καλό Νοεμβρίου" από τον Βασίλη Παπαδόπουλο) και ένα remix του Hans Joachim Irmler των Γερμανών θρύλων του krautrock Faust. Είναι απορίας άξιο το πως καταφέρνουν, ακόμα και σήμερα, να συνδυάζουν ταυτόχρονα και πετυχημένα τους Fall και τους Stereolab, καθώς τα οργισμένα φωνητικά του υψηλόσωμου Mick Derrick θυμίζουν τον μακαρίτη Mark E. Smith και οι παράξενοι μονόλογοι της λιλιπούτειας Linda Steelyard την αισθαντική Laetitia Sadier, ενώ παράλληλα οι τρεις κιθάρες κόβουν σαν λεπίδες και η ρυθμική βάση απλώνει ένα ογκώδες υπόστρωμα. Εν έτει 2025, ο αυθορμητισμός του ντεμπούτου “Pointless Walks In Dismal Places”, η εκτελεστική δεινότητα του magnum opus “The Italian Flag” και οι ηλεκτρονικές καινοτομίες του κύκνειου άσματος “Ghosts Of Dead Aeroplanes” μπορεί να εκλείπουν, ωστόσο το άριστο ομαδικό πνεύμα και η διάχυτη θετική ενέργεια, αναδεικνύουν ένα δίσκο που στέκεται επάξια στο χώρο του post-punk και στον εναλλακτικό ήχο εν γένει. Ραντεβού λοιπόν στο Rover την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου, αν και ενίσταμαι για την επιλογή του χώρου, καθώς αμφιβάλλω αν θα αισθάνονται άνετα οι επτά μουσικοί επάνω στο μικρό πάλκο. Οψόμεθα...

Ηρακλής Ν. Κοκοζίδης

 

Robert Forster – Strawberries (Tapete Records)

Όσο μεγαλώνουμε, αναζητάμε οικείους ήχους, επιστρέφουμε στη μουσική που μας διαμόρφωσε και μας σημάδεψε. Ειδικά όταν οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν επιτρέπουν την ακρόαση πολλής καινούργιας μουσικής – κυρίως όταν τα ονόματα που τη γράφουν αποτελούνται από τρία-τέσσερα-πέντε σύμφωνα στη σειρά, που κάτι μπορεί να λέει στους αγγλοσάξονες, σε μένα όμως τη μπούμερ μοιάζουν ακατανόητα. Για να μη θίξω το ζήτημα της αισθητικής των εξωφύλλων που μου φέρνουν ναυτία, στην καλύτερη περίπτωση.

Διαλέγω λοιπόν την αναμφισβήτητη λύση ενός παλιού και πολύ αγαπημένου, του Robert Forster, των Go-Betweens, που φέτος μας χάρισε ένα σχετικά upbeat δίσκο, για τα δικά του δεδομένα (και σε σύγκριση με το κατάμαυρο ‘The candle and the flame’ του 2023). Γλυκιές συγχορδίες, ευφυής στιχουργική, θεματολογία που χτυπάει το καμπανάκι σε όσους παλεύουν να ξεπεράσουν απώλειες και δυσκολίες. Δηλαδή μια τραγουδοποιία που γιατρεύει τις πληγές από την εποχή των τροβαδούρων, των τρουβέρων και των ερωτοτραγουδιστών, ποτισμένη με τη γλύκα που επιβίωσε όλων των trend των τελευταίων σαράντα χρόνων. Ένα πνευστό σαν αντίστιξη στους στίχους, σχολιάζει όσα αφηγείται ο Forster. Δεν θα ισχυριστώ ότι είναι ο καλύτερος δίσκος της χρονιάς, μόνο ότι εμένα ο τίτλος του άλμπουμ και του ομώνυμου τραγουδιού που επιλέγω μου θύμισε τις ‘Άγριες Φράουλες’ γνωστού Σουηδού κινηματογραφιστή.

Χίλντα Παπαδημητρίου

 

Sharon Van Etten & Τhe Attachment Theory - Sharon Van Etten & Τhe Attachment Theory (Jagjaguwar)

Σαρονάρα υπέροχη και μοναδική, πάντα καταφέρνεις να μας εκπλήξεις. Κάνεις τους συνεργάτες και τις συνεργάτιδές σου συγκρότημα τρία χρόνια μετά το “We’ve Been Going About This All Wrong” και προχωράς μπροστά μετά το συλλογικό τραύμα της πανδημίας και της κλιματικής αλλαγής, αλλά και την πρωτόγνωρη εμπειρία της γονεϊκότητας. Από σόλο καλλιτέχνιδα γίνεσαι frontwoman συγκροτήματος και βγάζεις ένα άλμπουμ για τα παιδιά που γεννιούνται κανονικά, αλλά δεν ζουν κανονικά. Αυτά που δεν γίνονται κανονικοί ενήλικες, αλλά ζουν με μόνιμη υποδόρια αγωνία. Αυτή την ανησυχία εκφράζει η Sharon Van Etten στο δίσκο: “do you believe in compassion for enemies?”, “who wants to live forever?”, “why can’t you see it from the other side?”. Και δίνει και την απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα και σε αυτή την απελπισία: η μεγάλη απάντηση για τη Ζωή, το Σύμπαν και τα Πάντα δεν είναι «42», αλλά η αγάπη. Όχι η παθητική του «ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», αλλά η ενεργητική, αυτή που «πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει». Και ως εκ τούτου, ουδέποτε εκπίπτει.

Μαριάννα Βασιλείου

 

Sinsuke Fujieda Group - Fukushima (SoFa Records)

Το 'Fukushima' αποτελεί το πρώτο ολοκληρωμένο άλμπουμ του Sinsuke Fujieda Group, την πρώτη μου γνωριμία μαζί τους, αλλά και την μουσική μου πρόταση, πράγμα που με ξάφνιασε γιατί αν και δεν είμαι λάτρης της τζαζ, η ομορφιά του τρύπωσε μέσα μου και ξέρω πως θα με συνοδεύει στο χρόνο. Ο Fujieda (φλαουτίστας, σαξοφωνίστας, συνθέτης, παραγωγός) είναι ο δημιουργικός εγκέφαλος του γκρουπ που ολοκληρώνει τη σύνθεσή του με βιολί, πιάνο, μπάσο, ντραμς και κρουστά, δημιουργώντας έναν πλούσιο και πολυεπίπεδο ήχο, βαθιά συναισθηματικό και με έντονη εσωτερική ενέργεια.
Το πρώτο κομμάτι που ονοματοδοτεί και το άλμπουμ, λέγεται 'Fukushima', που στη σύγχρονη συλλογική μνήμη είναι συνδεδεμένη με το σεισμό, το τσουνάμι και το πυρηνικό ατύχημα, ωστόσο η σημασία της είναι "ευλογημένο νησί/ τόπος" και εδώ λειτουργεί συμβολικά ως μουσική αίσθηση μνήμης, στοχασμού, αντοχής κι ελπίδας. Η εμπνευσμένη ανάπτυξη της μελωδικής γραμμής που ανοίγει με το πιάνο και ο σφιχτοδεμένος διάλογος μεταξύ σαξόφωνου - βιολιού δημιουργεί πλούσιο ατμοσφαιρικό ύφος, προσδίδει ηρεμία και εσωτερικότητα που κορυφώνεται σε ένα τσουνάμι ομορφιάς και αισθήσεων, όταν όλα τα όργανα πια, μπλέκονται μεταξύ τους. Είναι η πύλη που οδηγεί τον ακροατή στα υπόλοιπα κομμάτια του άλμπουμ που διακρίνονται από μεγάλη ποικιλία ύφους, από κλασική τζαζ, φολκ μελωδίες μέχρι groovy ρυθμούς, κάθε κομμάτι μια ξεχωριστή ηχητική εμπειρία, δίνοντας έναν συναρπαστικό χαρακτήρα στο άλμπουμ.
Ένα άλμπουμ φορτισμένο από συναισθηματικές μνήμες, εσωτερική αντανάκλαση (όπως λέει ο ίδιος ο Fujeida), ένα είδος μουσικής προσευχής, που δεν αναφέρεται στην καταστροφή και την απώλεια, αλλά στην αντοχή, την αναγέννηση και την ανάγκη για ηρεμία και εσωτερική γαλήνη. Το λέω πολύ δύσκολα (και δε μ' αρέσει ιδιαίτερα ο όρος) αλλά το θεωρώ instant classic.

Βασούλα Τσιμινάκη

 

Sprints - All That Is Over (City Slang/Sub Pop Records)

Αν κατά τη μακρινή δεκαετία του '80 γνωρίζατε ανάγνωση και διαβάζατε το περιοδικό ‘Ήχος & hi-fi’, τότε θα αντιληφθείτε απολύτως τι εννοώ. Αν πάλι δεν είχατε καν γεννηθεί, ειλικρινά λυπάμαι, αλλά έχω την πεποίθηση ότι ο παρακάτω είναι ο μόνος τρόπος για να περιγράψω αφαιρετικά, πλην όμως με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια, τον "προτεινόμενο" αυτό δίσκο. Λοιπόν: η δισκοκριτική του άλμπουμ "πειραγμένης" garage punk αισθητικής "All That Is Over" των Ιρλανδών Sprints θα βρισκόταν σίγουρα στην αριστερή στήλη της πρώτης σελίδας που εμφανιζόταν ο τίτλος "Ξένη Δισκογραφία". Και μάλιστα, πιθανολογώ πως θα ξεκινούσε με το στίχο “I don’t grow old/I grow unrecognisable”, χτυπημένο αμέσως κάτω από τη φωτογραφία της φροντγούμαν κιθαρίστριας Karla Chubb. Κατόπιν θα ακολουθούσαν τα υπόλοιπα με τη γνωστή ευφορική, αρτίστικη -μα συχνά μη επιδεχόμενη αμφισβήτηση- έκφραση.

Παναγιώτης Αναστασόπουλος

 

Stereolab - Instant Holgrams On Metal Film (Duophonic UHF)

Γιατί το καινούργιο των Stereolab; Διότι είναι ο δίσκος που άκουσα με ευχαρίστηση και για περισσότερο διάστημα μέσα στο 2025, ακόμα και τη στιγμή που γράφω αυτές τις γραμμές. Επιπλέον, διαθέτει “Aerial Troubles”, δηλαδή το πιο όμορφο, εθιστικό και απολαυστικό τραγούδι απ’ όσα άκουσα το ίδιο διάστημα. Τέλος, δίχως να σνομπάρω τα νεώτερα ονόματα – αρκετά είναι αξιόλογα – οφείλω να είμαι εντάξει με τον εαυτό μου και να μην ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι προτιμώ τα ακούσματα με τα οποία μεγάλωσα. Έχω υπάρξει “μπάρμπας που κάθεται με τη νεολαία”, είχε πλάκα για λίγο, αλλά δεν έχει πλάκα πια. Τέλος, στο ερώτημα σχετικά με το πόσο σχετικοί είναι οι Stereolab με το σήμερα, δεδομένου ότι το vintage εξακολουθεί να αποτελεί τάση, τι πιο σχετικό από τον ρετροφουτουρισμό;

Κώστας Μαζιώτης

 

The Charlatans – We Are Love (BMG)

Από το ‘Some Friendly’ - τον πρώτο δίσκο που αγόρασα – ως το ‘We are Love’, για τους Charlatans ήταν τριανταπέντε χρόνια και δεκατέσσερα άλμπουμ δρόμος.‘Ένας δρόμος με αρκετό δράμα και τραύμα για να αλλάξει και η αισθητική και η όλη σχέση τους με την μουσική, αλλά και για να αμφισβητήσουν το νόημα του να συνεχίσουν να υπάρχουν ως ένα από τα πιο iconic συγκροτήματα της γενιάς τους.

Αντιθέτως όμως, οι εντάσεις, τα πάνω και τα κάτω της καριέρας τους, ακόμη και η διπλή απώλεια των Rob Collins και Jon Brooks, έγιναν κινητήρια δύναμη και στην συγκεκριμένη περίπτωση και έμπνευση, και το ‘We Are Love’ είναι αποτέλεσμα και επιβεβαίωση ότι όλα ήταν worth it.

Με κεντρική ιδέα (προφανώς) την ‘Αγάπη’ σε όλες τις μορφές της, σχέσεις, φιλίες και τον ρόλο που έπαιξαν και παίζουν ακόμη, είναι στον πυρήνα του ένα αισιόδοξο άλμπουμ-φόρος τιμής στο παρελθόν και ανοιχτό σε ό,τι μπορεί να φέρει το μέλλον.

Στα έντεκα κομμάτια του περιλαμβάνονται τουλάχιστον έξι από τα καλύτερα που έχουν γράψει ποτέ. Από την μία έχει έναν πολύ γνώριμο Charlatans ήχο, πιο κοντά στα ‘κλασσικά’ της δισκογραφίας τους παρά στα πιο πειραματικά προ δεκαετίας άλμπουμ τους (‘Deeper and Deeper’, ‘Many A Day A Heartache’), από την άλλη κομμάτια με απρόβλεπτη ροή όπως το προσωπικό μου αγαπημένο ‘Appetite’ που σε κάνουν να τα ακούς για καμιά ώρα στο repeat πριν κολλήσουν στο αυτί οριστικά.

Και μετά είναι και το ομώνυμο -τραγούδι της χρονιάς μου - ‘We Are Love’ που συνοψίζει όλα τα παραπάνω και δεν έγινε τυχαία το come back single τους μετά από επτά χρόνια παύσης.

Όπως δεν είναι τυχαίο το ότι κάθε άλμπουμ τους έχει μπει στο UK top 40, ότι αυτή τη στιγμή είναι από τις καλύτερες live μπάντες με έναν ασταμάτητο Tim Burgess μπροστά, ένα κοινό που μεγαλώνει αλλά και ανανεώνεται και κάποιες φανς που ακόμη τους αγαπάνε όσο την πρώτη μέρα.

Μαρία Φλέδου

 

The New Eves - The New Eve Is Rising (Transgressive Records)

Ήρθε μες στο καλοκαίρι, από την παραλία του Brighton, όπου τέσσερα κορίτσια είχαν απλώς δώσει νωρίτερα ως δείγμα δύο τραγούδια και πρόσφεραν για επιδόρπιο άλλα δύο μετά από τον δίσκο τους: ‘The New Eve Is Rising’. Το γενεολογικό τους δέντρο είναι πλούσιο: εγγονές της Patti Smith και της Sandy Denny, κόρες των Slits και των Poison Girls, ανιψιές των Sleater-Kinney και των Go-Go’s, μακρινές ξαδέρφες της Lene Lovich και της Björk - κανείς δεν φυτρώνει στην έρημο, έτσι δεν είναι; Οπότε βρίσκουν εύκολα μια θέση στο ράφι με τα πιο εύηχα του καιρού αυτού, πολύ πιο μπροστά από τις αδελφές διάττοντες αστέρες Wet Leg και τους πεφταστέρες Sniffers.

Καθαρό, καλοπροαίρετο ροκ κάθε εποχής, παιγμένο απλά και συνετά, στο σήμερα αλλά και στο διηνεκές, ο δίσκος αυτός είναι μια απλή άσκηση χωρίς υπερβολές. Κι ας κινείται στα ασφαλή μονοπάτια των τελευταίων σαράντα ετών - εδώ το ζητούμενο δεν είναι ο εντυπωσιασμός, αλλά η συνειδητοποίηση ότι όλα περνούν· ποτέ ξανά δεν θα είσαι νέος, οπότε καλό είναι να κάνεις αυτό που θέλεις χωρίς να δίνεις σημασία στις σειρήνες.

Η αυτογνωσία κρατά το χέρι της καθημερινής ανεξαρτησίας μακριά από βηματοδότες και μαζί πλέκουν ένα παιχνίδι γνώριμων ρυθμών και ωμών φωνητικών. Όχι, δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο.

Δημήτρης Τσιρώνης

 

Yom X Ceccaldi – Le Rythme Du Silence (Komos)

Η συνεργασία του Yom με τα αδέρφια Ceccaldi ήταν η πιο αγαπημένη μουσική υπόκρουση για το 2025.

H στοχαστική τους άσκηση πάνω στον μουσικό διαλογισμό δημιούργησε έναν δίσκο κομψοτέχνημα στον οποίο τα έγχορδα των αδερφών Ceccaldi δένουν άψογα με το λυτρωτικό κλαρινέτο του Yom σε ένα έργο με όμορφες δυναμικές, άψογη χρήση της σιωπής σαν μουσικό όργανο, που δεν χρίζει ανάγκης εύκολων μελωδιών και παραδοσιακής συνθετικής φόρμας. Ένα έργο που σου δίνει την εντύπωση ότι χτίζεται και δομείται την στιγμή που το ακούς. Σε παίρνει μαζί του, σε στροβιλίζει μέσα του και σε ταξιδεύει σε ένα υποδόριο βαθύ μουσικό ταξίδι για εκείνες τις σπάνιες μουσικές στιγμές του 2025 που έβγαζαν νόημα με αυτό το βινύλιο στα ηχεία.

Γιώργος Παπαδόπουλος

 

Yungwebster - II (Sferic)

Κάθε κύμα εμπλουτισμού της ποπ κουλτούρας (με τη διευρυμένη έννοια της διαλεκτικής της Agnès Gayraud) από τα σημαίνοντα κάθε επόμενης γενιάς διατρεχόταν και διατρέχεται πάντα από μία επικοινωνιακά ελκυστική αλλά διανοητικά οκνηρή κριτική περί το αμφίβολο της ποιότητας, της γνησιότητας, της διαχρονικότητας κ.ο.κ. των ίδιων των σημαινόντων με παράκαμψη συνήθως των σημαινομένων. Τουτέστιν, κάθε νέα γενιά είναι ύποπτη ηθικής παρακμής η οποία πάντα οφείλεται σε μία ταινία, μία μουσική, ένα βίντεο γκέιμ κλπ γιατί ο συντηρητισμός μέχρι εκεί μπορεί. Οι εβδομηντάρηδες τα άκουσαν κάποτε για το ροκεντρόλ, εμείς τα ακούσαμε για το ρέιβ και οι εικοσάχρονοι τα ακούνε τώρα για την τραπ. Δεν αλλάζει κάτι. Η μουσική ωστόσο και πάλι θα προχωρήσει, μαζί ή χωρίς εμάς.

Στο περιθώριο λοιπόν ενός ακόμα τσαπατσούλικα εδραιωμένου ηθικού πανικού εναντίον της trap, “και όμως, γυρίζει”. Και όμως στο underground υπάρχουν μικροθύλακες πηγαίας δημιουργίας και αισθήματος κοινοτισμού μεταξύ ράπερς που αναπτύσσουν οικοσυστήματα ζύμωσης ιδεών, επεξεργασίας microbeat και παραγωγής flow. Ο νεοϋορκέζος Yungwebster με τη συνδρομή των φίλων του και συν-παραγωγών στο “II” αποτελεί χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Επηρεασμένος από το βαρύ autotune του Travis Scott και τη μακρά παράδοση πρόσμειξης ambient στη rap, έρχεται να αντιστρέψει το modus operandi περνώντας την trap μέσα από το ambient και τραβώντας το autotune στα άκρα, το οποίο εδώ λειτουργεί περίπου ως μουσικό όργανο που δένει το beat με το ambient και δίνει βάθος στην παραγωγή. Με το συνδυασμό ορχηστρικού ambient, νεφελώδους drone, μουρμουριστών φωνητικών και επιτάχυνσης ή επιβράδυνσης των ρυθμικών μοτίβων που χρησιμοποιεί, ο Yungwebster δημιουργεί στον ακροατή μια κατάσταση υπέροχης ζαλούρας, όπου δεν ξέρεις πού βρίσκεσαι, τι μέρα είναι και πόση ώρα πέρασε από το προηγούμενο κομμάτι. Και πόσα “εύγε” περνάνε την ίδια στιγμή από το μυαλό σου. Έτσι απαντάει το hip hop στους αβαθείς αλαλαγμούς περί μικροαστικών μουσικών (παρότι είμαι βέβαιη ότι, σοφά πράττων, ουδόλως ασχολείται με όλο αυτό το drama ο Yungwebster) και έτσι βγάζει ένας σημερινός εικοσάχρονος τον πιο ξεχωριστό και σε ό,τι με αφορά προσωπικά πολυπαιγμένο δίσκο της χρονιάς, και ανανεώνει ταυτόχρονα ένα ολόκληρο μουσικό ρεύμα. (Ανα)ανακαλύπτοντας το αυθεντικό με τρόπο λαϊκό και σύγχρονο.

Ελένη Φουντή

 

O πίνακας στο εξώφυλλο είναι του Philip Guston, με τίτλο ‘City Limits’ (1969 Λάδι σε καμβά)

05/01/2026
Mic Team

ΠΡΟΣΦΑΤΑ

Τεσσαράκοντα συν ένα τραγούδια από την εγχώρια παραγωγή του 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Yako Trio, Harris Lambrakis, James Wylie Woven

ΔΙΣΚΟΣ

Ανασκόπηση 2025: 21 δίσκοι από την ελληνική παραγωγή

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

Πεντήκοντα (συν ένα) ξένα τραγούδια από το 2025

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

La Niña Furesta

ΔΙΣΚΟΣ

RECOMMENDED

De Montevert Vanner & Ovanner/ Friends & Enemie

De Montevert Vanner & Ovanner/ Friends & Enemies

ΔΙΣΚΟΣ
Da Brasilians Da Brasilians

Da Brasilians Da Brasilians

ΔΙΣΚΟΣ

Sarah top ten cherries

ΘΕΜΑ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia