Διότι δεν συνεμορφώθην
Τι άραγε έχει χαραχθεί στη μνήμη μας πιο έντονα για τον Μίκη Θεοδωράκη; Όντας ήδη στο πάνθεον των μεγάλων προσωπικοτήτων της χώρας, τι θα μείνει στο μέλλον; Oι εξορίες στη Μακρόνησο; Τα βασανιστήρια στη Μπουμπουλίνας; Οι αγορεύσεις του ως βουλευτής του ΚΚΕ; Η θέση του ως Υπουργού άνευ χαρτοφυλακίου με τη Νέα Δημοκρατία; Η άδεια που έδωσε να πει το «Άξιον Εστί» ο Ρουβάς; Το άκρως προβοκατόρικο “Μίκι Μάους” του Σιδηρόπουλου ή μήπως ο χαρακτηρισμός «εθνικό μίασμα» που είπε γι’ αυτόν ο Γλύξμπουργκ (κοίτα ποιος μιλάει…); Ανάλογα με τις προθέσεις του καθενός κάτι διαφορετικό. Ανάλογα με το ποιο συμπέρασμα θέλει να βγάλει ο καθείς, κάτι άλλο. Ανεξάρτητα τι (θέλουμε να) θυμόμαστε από τα παραπάνω, κυρίως σε όλους μένει αυτό για το οποίο είναι γνωστός σε ολάκερη την υφήλιο· το μουσικό του έργο (θυμίζουμε πως πολλά εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα υιοθέτησαν τις μελωδίες του). Ήταν άλλωστε ο πρώτος που πάντρεψε την ελληνική λαϊκή μουσική με τη λόγια ποίηση.
Οι ενστάσεις μπορεί να είναι πολλές αναφορικά με την πολιτική πορεία και τις παλινωδίες του. Όμως, ο Θεοδωράκης είναι ίσως ο μοναδικός Έλληνας που του αρμόζει ο χαρακτηρισμός «μεγαλύτερος από τη ζωή» και αυτό πολλοί δεν το χώνεψαν και ούτε θα το χωνέψουν ποτέ. Η πληθωρικότητά του δεν χωράει ούτε στην αριστερά, ούτε σε θώκους, ούτε καν στην ίδια τη χώρα του. Η μουσική και τα τραγούδια του δεν μπορούν να σκεπαστούν από τίποτα. Ενδεικτικά θυμόμαστε μερικά.
Βρέχει στη φτωχογειτονιά (1960, στίχοι: Τ. Λειβαδίτης)
Το τραγούδι που ερμηνεύει καταπληκτικά ο Μπιθικώτσης, ακούγεται στο φιλμ «Συνοικία το όνειρο». Η ταινία δείχνει μια φτωχή, παρακμιακή Αθήνα, στην οποία μικροαπατεώνες ελπίζουν σ’ ένα καλύτερο αύριο. Κατά την πρώτη προβολή της προκλήθηκαν επεισόδια, καθώς η αστυνομία εμπόδισε την είσοδο του κόσμου στις αίθουσες. Στη συνέχεια λογοκρίθηκε γιατί σύμφωνα με τον Υφυπουργό Τύπου «δυσφημούσε την εικόνα της ευημερούσας Ελλάδας»…
Δραπετσώνα (1960, στίχοι: Τ. Λειβαδίτης)
Έχει εξαιρετικό (ψυχιατρικά κυρίως) ενδιαφέρον πως σε μια χώρα που για έναν ολόκληρο αιώνα ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων της ή ήταν πρόσφυγες ή έγιναν μετανάστες, αναπτύχθηκαν τόσο έντονες ρατσιστικές και ξενοφοβικές τάσεις. Το δυτικό τμήμα του λιμανιού του Πειραιά, δέχτηκε το 1922 ένα μεγάλο μέρος των προσφύγων που ήρθαν από τη Μικρά Ασία. Η Δραπετσώνα αποτελεί έναν ύμνο για όλους όσους κατοίκησαν εκεί και μας θυμίζει όλα όσα κάποιοι θέλουν να ξεχνάνε ή ν’ αλλοιώνουν, σχετικά με την ιστορία αυτού του τόπου. Η έμπνευση ήρθε στον Μίκη καθώς οδηγούσε προς τα στούντιο της Columbia. Σταμάτησε επί τόπου το αμάξι (πάρα τρίχα να τρακάρει) και σημείωσε πρόχειρα τη μελωδία σε ένα πακέτο τσιγάρων!
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες (1960, ποίηση: Γ. Ρίτσος)
Ένα χρόνο πριν ο Abel Meeropol γράψει το “Strange fruit” εμπνευσμένο από τη φωτογραφία δυο λιντσαρισμένων Αφροαμερικανών που κρέμονταν από ένα δέντρο, ο Γιάννης Ρίτσος κλεισμένος στη σοφίτα του για δυο μέρες, έγραψε τον “Επιτάφιο” εμπνευσμένος και αυτός από μια φωτογραφία. Τον Μάιο του 1936 οι χωροφύλακες προσπαθώντας να ελέγξουν τη μαζική απεργία που γινόταν στη Θεσσαλονίκη, σκοτώνουν εν ψυχρώ 12 απεργούς και τραυματίζουν άλλους 280. Η τραγική εικόνα της μάνας που «καταμεσίς του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της», αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για να γράψει ο –ξεχασμένος από τα Νόμπελ– ποιητής τον “Επιτάφιο”, μέρος του οποίου μελοποίησε χρόνια αργότερα ο Θεοδωράκης.
Της ξενιτιάς (Φεγγάρι μάγια μου 'κανες) (1962, στίχοι: Ε. Θαλασσινός)
Μετά το “Στείλε ουρανέ μου ένα πουλί να πάει στη μάνα υπομονή” θα έπρεπε ο Θεοδωράκης να κλείσει το θέμα πόνος-ξενιτιά-φτώχια. Τι άλλο να μελοποιήσει μετά από αυτό και πόσο καλύτερα;
Το γελαστό παιδί (1963, ποίηση: B. Behan, απόδοση: Β. Ρώτας)
Όταν το 1922 είχαμε την μικρασιατική καταστροφή, στην άλλη άκρη της Ευρώπης οι Ιρλανδοί πολεμούσαν για την ανεξαρτησία τους. Ο Michael Collins ήταν ένας από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς ηγέτες του αγώνα τους και Πρόεδρος της προσωρινής Ιρλανδικής Κυβέρνησης. Η δολοφονία του ενέπνευσε τον ποιητή B. Behan να γράψει (σε ηλικία 13 ετών!) το “The laughing boy”. Αργότερα το ποίημα μετέφρασε ο Βασίλης Ρώτας, για να το κάνει τραγούδι στα στόματα εκατοντάδων χιλιάδων ο Θεοδωράκης.
Θα σημάνουν οι καμπάνες (1966, μουσική: Μ. Θεοδωράκης, στίχοι: Γ. Ρίτσος)
Στις παρελάσεις της 28ης Οκτωβρίου του 2011 σε όλη τη χώρα προκληθήκαν επεισόδια από τον αγανακτισμένο κόσμο που αποδοκίμαζε την παρουσία της πολιτικής ηγεσίας. Σε μια τέτοια έκρυθμη κατάσταση τι μπορείς να κάνεις, όταν μάλιστα συμμετέχεις με στολή; Η Φιλαρμονική του Δήμου Πατρέων στο τέλος της παρέλασης (εκτός προγράμματος) επέλεξε να παίξει τις “Καμπάνες” αναδεικνύοντας το μεγαλείο του τραγουδιού.
Το σφαγείο (Το μεσημέρι) (1971, στίχοι: Μ. Θεοδωράκης)
Το άκουσα πρώτη φορά σε μια γιορτή της 17ης Νοέμβρη ως μαθητής. Μου άρεσε πολύ η μελωδία, αλλά δεν κατάλαβα πλήρως τους στίχους. Γραμμένο για τις «ωραίες μέρες» που πέρασε ο Θεοδωράκης στα κρατητήρια με τον Ανδρέα Λεντάκη. Πόσο ανατριχιαστικός μπορεί να είναι ακόμα και σήμερα ο –κατά τ’ άλλα– απλοϊκός στίχος «τακ τακ εσύ, τακ τακ εγώ»;
Διότι δεν συνεμορφώθην (1971, στίχοι: Μ. Θεοδωράκης)
Την περίοδο που ήταν τρόφιμος στις φυλακές Ωρωπού, ο Μίκης δίνει στον διοικητή του σωφρονιστικού ιδρύματος μια επιστολή μαζί με τις αιτήσεις 28 κρατουμένων προς τον Ερυθρό Σταυρό. Όλο το πακέτο γυρνά πίσω στον Μίκη με την επισήμανση: “Επιστρέφονται, διότι δεν συνεμορφώθην προς τις απαιτήσεις”. Διαβάζοντας αυτή την πρόταση και με όλο τον πάκο στα χέρια, ο Μίκης ξεκινά και γράφει το τραγούδι. Όπως γλαφυρά λέει και ο ίδιος: «Και το μεσημέρι, το βράδυ κατεβαίνουμε στο εστιατόριο, τους τραγούδησα το καινούριο τραγούδι και μάλιστα εμήνυσα στο διοικητή ότι έχει και πνευματικά δικαιώματα, γιατί ο πρώτος στίχος είναι δικός του».
Ο Λεβέντης (1974, στίχοι: Ν. Περγιάλης)
Ηχογραφημένο στο Λονδίνο στα μαύρα χρόνια της επταετίας, με την ανεπανάληπτη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη. Ανάταση ψυχής!
Ποιος τη ζωή μου (1974, στίχοι: και Μ. Ελευθερίου)
Σύμφωνα με τον στιχουργό, ο στίχος «που πήγε αυτός που ξέρει να μιλά», αναφέρεται στους ανθρώπους που μπορούσαν να κάνουνε κάτι και εξαφανίστηκαν. Σε αυτούς που αν είχαν τη δυνατότητα και τις ευκαιρίες να αναδειχτούν σε ηγετικές μορφές, θα μπορούσαν να βοηθήσουν τη χώρα. Για έναν τέτοιο άνθρωπο που πέθανε στα 28 του χρόνια και είχε γνωρίσει ο Ελευθερίου μιλά και ο στίχος: «Για κάποιον μες τον κόσμο είν’ αργά…».
Δρόμοι παλιοί (1975, ποίηση: Μ. Αναγνωστάκης)
Το “People are strange” των Doors μαζί με το “Δρόμοι παλιοί” κάνουν φοβερό συνδυασμό για νυχτερινό περπάτημα στο ψιλόβροχο με walkman (!), σε μια άγνωστη πόλη που μόλις σε άφησε το τρένο στην άκρη της.
Την πόρτα ανοίγω το βράδυ (1977, στίχοι: Τ. Λειβαδίτης)
«Την πόρτα ανοίγω το βράδυ / τη λάμπα κρατώ ψηλά
να δούνε της γης οι θλιμμένοι / να ’ρθούνε, να βρουν συντροφιά».
Αλήθεια, σαράντα χρόνια μετά άλλαξε κάτι για τους θλιμμένους της γης;
Και λίγα ακόμα για συμμόρφωση!
Καημός (1961, στίχοι: Δ. Χριστοδούλου)
Ο Αντώνης (1966, στίχοι: Ι. Καμπανέλλης)
Όμορφη πόλη (θα γίνεις δικιά μου) (1966, στίχοι: Γ. Θεοδωράκης)
To τραίνο φεύγει στις οκτώ (1968, στίχοι: Μ. Ελευθερίου)
Λίγο ακόμα (1971, ποίηση: Γ. Σεφέρης)




