Η αστυνομική λογοτεχνία ως μία εκ των καλών τεχνών
«Ου»… Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι από τις Δέκα Εντολές που παρέδωσε ο ίδιος ο Θεός στον Μωυσή (τον παλιό τον αυθεντικό), οι επτά ξεκινάνε με ένα «ου», είχε απηυδήσει προφανώς ο επουράνιος Πατέρας με το δημιούργημά του, το οποίο αποδείχθηκε αντιδραστικό και ότι -όπως και κάθε φυσιολογικό παιδί- «δεν θέλει ου» (για να θυμηθούμε αλήστου μνήμης ατάκα έλληνα πολιτικού), και υπήρξε λίαν ανυπάκουο από την πρώτη-πρώτη κιόλας στιγμή, τότε που έφαγε εκείνο το απαγορευμένο μήλο. Ούτε η φονική δραστηριότητα άργησε και αυτή να ξεκινήσει, με τον Κάιν να μαχαιρώνει πισώπλατα τον αδελφό του τον Άβελ και τον Θεό σε ρόλο πρώτου ανακριτή να στριμώχνει τον Κάιν «ποῦ ἔστιν ῎Αβελ ὁ ἀδελφός σου;», ο οποίος αντανακλαστικά έκανε στην αρχή τον ανήξερο, «οὐ γινώσκω· μὴ φύλαξ τοῦ ἀδελφοῦ μου εἰμὶ ἐγώ;», ωστόσο τα στοιχεία εναντίον του ήταν συντριπτικά, η λίστα των υπόπτων ήταν μάλλον μικρή, οπότε το έγκλημα διαλευκάνθηκε γρήγορα και ο πρώτος δολοφόνος καταδικάστηκε με συνοπτικές διαδικασίες σε μια κατάρα και ένα σημάδι που ταλαιπωρεί τα τέκνα του μέχρι και σήμερα.
Έκτοτε η εντολή «ου φονεύσεις» έγινε πραγματικό κουρέλι ανά τους αιώνες παρά την βαριά ηθική απαξία που πάντοτε εμπεριείχε η παραβίασή της, η οποία αποκλήθηκε ακόμη και «μαμή της Ιστορίας», κι αν εννοείται ότι εν γένει την καταδικάζουμε απ’ όπου κι αν προέρχεται, αν διαπραχθεί κατά συρροή κι εξακολούθηση σείοντας μπαϊράκια ιδανικών ανώτερων και ιερών και όσιων ο φονιάς μπορεί και να καταλάβει λαμπρή θέση ήρωος στις δέλτους της Ιστορίας (που βρίθουν από διάφορους τιμημένους –κτόνους και -φάγους).
Και κάπως έτσι, δίπλα από την μούσα Κλειώ της Ιστορίας, έπιασαν δουλειά και όλες οι υπόλοιπες Μούσες, κατά μία ευρεία οπτική όλη η ανθρώπινη Τέχνη κρύβει στον πυρήνα της μια κάποια ηθική «εκτροπή», μία παραβίαση ενός «ου», ένα έγκλημα, κι από κει και πέρα την διερεύνηση και την αισθητικοποίηση ακόμη του ποιος, πως και γιατί, του whodunit, του howdunit και κυρίως του whydunit (για να χρησιμοποιήσουμε και την συντεχνιακή αργκό του αστυνομικού μυθιστορήματος).
Μπορεί λοιπόν η ‘καλή’ (που έλεγε και ο Ντε Κουίνσι) τέχνη της δολοφονίας να έχει πίσω της αιώνες αιματηρής δράσης, το ίδιο το αστυνομικό μυθιστόρημα όμως άργησε να εμφανιστεί στο προσκήνιο (ας αγνοήσουμε εδώ με μια ευμενή συγκατάβαση νεόκοπες απόπειρες οικειοποίησης του μύθου του Οιδίποδα ως πρώτου… αστυνομικού, απόπειρες οι οποίες μου θυμίζουν γραφικότητες άλλων χώρων που θέλουν να βαφτίσουν τον Όμηρο πρώτο ράπερ, τον Καζαντζίδη ροκά και γιατί όχι, πάνκη τον… Αλκιβιάδη – δική μου η τελευταία δημιουργική προσθήκη).
Και η ίδια η αστυνομία άλλωστε με την θεσμική μορφή που όλοι γνωρίζουμε είναι φαινόμενο της νεωτερικής εποχής, όταν πλέον έπαψαν οι άνθρωποι να έχουν εμπιστοσύνη στην εξ άνωθεν απονομή του δίκαιου, έστω μέσω των «ελέω Θεού» αντιπροσώπων του επί της Γης, κι εκάμανε επανάσταση, πέρασαν διαφωτισμό, επινόησαν την επιστημονική μέθοδο και βάλθηκαν έτσι να καταλάβουν και να εξηγήσουν τον κόσμο. Στον νέο δε αναδυθέντα αστικό κόσμο των μεγαλουπόλεων και της αλλοτριωμένης εργασίας, οι ειδήσεις για τις ζωές (ή εν προκειμένω) τους θανάτους των άλλων ήταν ένα είδος διασκέδασης (και τότε αλλά και τώρα), ευθέως ανάλογη με την σοκαριστική επίδραση των ανατριχιαστικά γλαφυρών περιγραφών «αποτρόπαιων» εγκλημάτων από τους προπάτορες του Σόμπολου. Και αφού η πραγματικότητα ως γνωστόν παράγει λιγότερες ιστορίες απ’ όσες έχουμε ανάγκη να καταναλώσουμε, κάποια στιγμή άρχισαν και να επινοούνται (δεν είναι τυχαίο ότι τους πρώτους βιότοπους ανάπτυξης του αστυνομικού μυθιστορήματος αποτέλεσαν οι εφημερίδες, βλέπε π.χ. και τον δικό μας πρωτομάστορα του είδους Γιάννη Μαρή).
Κάπου εδώ είναι νομίζω το σημείο όπου πρέπει θρηνολογήσουμε καταγγελτικά για το γεγονός ότι για χρόνια το αστυνομικό θεωρούνταν από την υψηλή διανόηση δεύτερης ποιότητας, ευτελής λογοτεχνία ή ‘παραλογοτεχνία’, απόψεις πάντως διόλου άτοπες στα πλαίσια των καιρών εκείνων, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι και το ίδιο ακόμη το μυθιστόρημα επίσης δεν θεωρούνταν Τέχνη (σε αντίθεση π.χ. με την κηπουρική). Ο Μπόρχες από την μεριά του είχε γράψει κάπου ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα δεν έχει ανάγκη από υπεράσπιση (σε αντίθεση ίσως με την παραλογοτεχνία για την οποία ενδύθηκε συνηγορικό μανδύα ο Πέτρος Μαρτινίδης), ίσως κατά έναν τρόπο ο αργεντινός προφήτης να είχε οσμιστεί τα μαζικώς επερχόμενα.
Γιατί σήμερα πλέον το αστυνομικό είναι είδος κυρίαρχο και πανταχού παρόν, ένα genre με αναρίθμητα κλαδιά και παρακλάδια τα οποία δύσκολα μπορούν να χωρέσουν σε ένα στεγανό κουτάκι. Αν μπεις δε σε ένα οποιοδήποτε βιβλιοπωλείο («καλό» ή μη) τα αστυνομικά στοιβάζονται σε ανοικονόμητες και διαρκώς ανανεούμενες ντάνες πολυσέλιδων τούβλων (με την τελευταία τάση βέβαια να παρατηρείται ειδικά στην χώρα, όπου για τον ‘μέσο’ αναγνώστη το μέγεθος μετράει, ακόμη και στο βιβλίο, έτσι να χορταίνει το μάτι και να νιώθει ότι έπιασε τόπο η επένδυση – οπότε πώς να μην επιτάσσει σπουδαίος -κατά τον εαυτό του- έλληνας συγγραφέας σε εγχειρίδιο για επίδοξους συγγραφείς ότι έναν βιβλίο πρέπει να περιέχει τουλάχιστον 100.000 λέξεις για να αξίζει τον κόπο). Ένα φαινόμενο το οποίο φυσικά δεν περιορίζεται στην χώρα μας, πιάνει ολόκληρο τον Δυτικό Κόσμο όπου η ζήτηση για ιστορίες μοιάζει ακατάσχετα ακόρεστη και φυσικά υπερβαίνει και τον κόσμο του βιβλίου (π.χ. στην Γερμανία η μανία είναι τόση που δεν υπάρχει περίπτωση να ανοίξεις την τηλεόραση, ειδικά το βράδυ, και να μην πέσεις σε κάποια αστυνομική σειρά ή ταινία, ειδικά το «Tatort» («Τόπος του εγκλήματος») είναι εδώ και δεκαετίες πραγματικός θεσμός, τόσο που έχει αποκτήσει... παραρτήματα σε ένα σωρό γερμανικές πόλεις και χωριά ακόμη).
Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με ένα πραγματικό ποπ φαινόμενο, μέρος πλέον αναπόσπαστο και διαδραστικό μιας ευρύτερης «ποπ κουλτούρας», όπως αποκαλείται, της τόσα δύσκολα οριζόμενης και περιοριζόμενης (παρά μόνο ίσως φαινομενολογικά), με όλα όσα συνεπάγεται αυτό. Κατά μία έννοια το αστυνομικό έχει διατηρήσει έτσι την λαϊκότητα και την μαζικότητά του, μπορεί μεν να έχουμε ξεφύγει από τα ΒΙβλία ΠΕΡιπτέρου, οι εκδόσεις όμως παραμένουν φτηνές (πολλές φορές σε χαρτί μετριότατης ποιότητας λίγο καλύτερα από το ψαρόχαρτο της Βαρβακείου) και με ημερομηνία λήξης (πως συμβαίνει αντίστοιχα με το ποπ τραγούδι, που στην καλή περίπτωση ακολουθεί τον αναπόδραστο κύκλο «επιτυχία, αγνόηση, αναβίωση, νοσταλγία, και μετά ξανά και οριστικά λήθη»;). Μια μαζικότητα βέβαια η οποία αναπόφευκτα έχει αυξήσει την προσφορά («γράψε κι εσύ ένα αστυνομικό επειδή μπορείς») και κατά έναν… διαλεκτικό τρόπο και τον αριθμό των ‘σκουπιδιών’. Αν αποδεχτούμε την καθολική ισχύ του νόμου του Στέρτζον (εκείνου του αμερικανού συγγραφέα ο οποίος υπερασπιζόμενος την επιστημονική φαντασία από τις συνήθεις επιθέσεις των κριτικών, ανταπάντησε ότι ναι, το 90% των ιστοριών που δημοσιεύονται είναι για πέταμα, αλλά αυτό ισχύει για κάθε είδος), καθίσταται όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσεις το στάρι από την πολλαπλασιαζόμενη ήρα. Πόσο μάλλον στον ελληνικό ενδογαμικό λογοτεχνικό χώρο, με τα περίσσια δημόσια «καλοτάξιδα» και τα ιδιωτικά μαχαιρώματα και την κριτική να παλινδρομεί μεταξύ αφασικού λογιοτατισμού και απροκάλυπτης δημοσιοσχεσίτικης διαπλοκής (ακόμη κι αν πολλές φορές ξεφυλλίζοντας και μόνο μπορεί να καταλάβεις την αβασάνιστη, χωρίς αγωνία για την γλώσσα και το ύφος πρόχειρη γραφή, ή να πέσει το μάτι πάνω σε… μαργαριτάρια όπως εκείνου του συγγραφέα που απέδιδε το «Κορίτσι με το Μαργαριταρένιο Σκουλαρίκι» του… Βαν Γκογκ, και κάπου εκεί σκέφτομαι ότι μια δόκιμη μετάφραση του crime fiction θα έπρεπε να ήταν η… «εγκληματική λογοτεχνία»).
Η ποπ όμως έχει κι ένα άλλο χαρακτηριστικό το οποίο ίσως να ενοχλεί όσους φαντασιώνονται την Τέχνη σαν φύσει και θέσει ‘ανατρεπτική’ ή τουλάχιστον ‘εναλλακτική’: η ποπ είναι εξ ορισμού και de facto ‘κατεστημένο’, ένας Κανόνας (γι’ αυτό και ανέκαθεν μου φαινόταν οξύμωρος ο όρος indie pop). Πολλές έχουν διατυπώσει την άποψη ότι το αστυνομικό είναι το σύγχρονο «κοινωνικό» μυθιστόρημα, έχει γίνει σχεδόν κοινός τόπος από την καθ’ υπερβολή αυτοαναφορική επανάληψη, και σίγουρα έχει βάση στην πραγματικότητα της εποχής, της οποίας λέγεται πάλι ότι είναι το θερμόμετρο (ή η ακτινογραφία;), αν και πολλές φορές έχει φορτωθεί σε έργα που δεν αντέχουν να σηκώσουν το βάρος αυτό, δεν αρκεί γι’ αυτό το απλό «θίξιμο» (με την καλή ή την κακή έννοια) ενός κοινωνικο-πολιτικού ζητήματος (σύμπτωμα ίσως της επέλασης των σοβαροφανών ταξιαρχιών της διανόησης στον χώρο αυτό –αλλά και την ποπ ευρύτερα- που ίσως κατά βάθος να αισθάνονται άβολα με την «ψυχαγωγική λογοτεχνία» και μέσα από σοβαροφανή υπερανάλυση, αναφορές, παραπομπές, διδακτορικά, diskurs και «υποκείμενα» να προσπαθούν να της προσδώσουν ένα κάποιο παραπάνω ‘κύρος’). Γιατί εν τέλει, όπως γνωρίζει η καθεμιά μας από την ιατρική της εμπειρία, ούτε η ακτινογραφία, ούτε ακόμη περισσότερο το θερμόμετρο αποτελούν αξιόπιστα διαγνωστικά εργαλεία.
Από την άλλη, μια ιδιαιτερότητα του αστυνομικού είναι ότι αποτυπώνει έναν τρόπο προσέγγισης του κόσμου φύσει και θέσει «συντηρητικό». Όχι τόσο ή μόνο από μορφολογική σκοπιά, με τις πολύ συγκεκριμένες συμβάσεις, τους περιορισμούς και τα ισχυρά στερεότυπά του (που ομολογουμένως στα χέρια ενός ταλαντούχου δημιουργού μπορεί να δράσουν έως και… απελευθερωτικά), αλλά περισσότερο στον στόχο που ρητά ή άρρητα τίθεται εξαρχής, και σε μια σαφής ηθική στάση (η οποία δεν θα πρωτοτυπήσω αν πω ότι συνεπάγεται και μια αισθητική). Όσο κι αν πολλοί συγγραφείς έχοντας την επίγνωση αυτής της ‘αντινομίας’ τσαλακώνουν και λερώνουν τους ήρωες τους, όσο κι αν κάποιες φορές αφήνεται αιωρούμενη η εντύπωση ότι με την τελική κάθαρση δεν ήρθε η λύτρωση, απλά κόπηκε ένα μόνο κεφάλι της Λερναίας Ύδρας, το αιτούμενο σε κάθε αστυνομικό είναι εν τέλει ένα: η αποκατάσταση της τάξης και ενός κάποιου διασαλευθέντος ηθικού κώδικα (προσωπικού ή νομικού), με όλα τα κομμάτια του παζλ να βρίσκουν τη θέση τους και όλοι οι κρίκοι να μπαίνουν σε μια ορθολογικά άρρηκτη αλυσίδα αιτίου-αιτιατού. Νομίζω ότι αυτή μπορεί να είναι και μία εξήγηση για την μαζική απήχηση του αστυνομικού. Γιατί μπορεί όλους(;) να μας… ενώνει το γνωστό σύνθημα, ωστόσο η απαίτηση για Τάξη και Ασφάλεια είναι διάχυτο στην κοινωνία και μάλιστα πέρα από πολιτικο-ιδεολογικές διαγραμμίσεις (ενδεικτικό δεν είναι το πως καταφέραμε τελικά να ανάγουμε ένα υγειονομικό-ιολογικό πρόβλημα σε ζήτημα αστυνομικού ελέγχου;). Και αυτό σε συνδυασμό με ένα ολοένα και πιο τοξικά μανιχαϊστικό ασπρόμαυρο πνεύμα (όσο κι αν αυτό ξορκίζεται στη θεωρία), ένα σκληρό «πορνό» της αγανάκτησης και της ‘Κοινοτοπίας του Καλού’ με στόχο την πολυπόθητη ηθική ανωτερότητα (ας μην πω ‘πλεονέκτημα’ που έχει και συγκεκριμένες πολιτικές συνδηλώσεις).
Η ζωή όμως (ευτυχώς;) δεν είναι μια αστυνομική ιστορία. Και όσο μεγάλη κι αν είναι η ανθρώπινη ανάγκη για βεβαιότητα και τάξη και σαφή μοτίβα και εξηγήσεις και γραμμικές εξισώσεις, ο κόσμος μας εκεί έξω κυβερνάται από νόμους της τυχαιοκρατίας, της σχετικότητας και της αβεβαιότητας, είναι εντροπικός και μη-γραμμικός και χαώδης και ακατανόητος, και αν η Τέχνη θέλει να τον προσεγγίσει με κάποιο τρόπο τότε πρέπει να είναι και αυτή ανοιχτή, αμφίσημη, μη-γραμμική, εντροπική. Χωρίς ‘κανονικότητες’…
Μετά απ’ όλα αυτά (μήπως τελικά υπερ-αναλύσαμε κι εμείς;), πιστεύω ότι δεν θα παρεξηγηθώ αν σιγοτραγουδήσω, μέρες που είναι, summertime, and the… readin’ is easy, γυρνώντας δε πίσω τον χρόνο στον καιρό των απαλών ονύχων πολλά αστυνομικά τα έχω συνδέσει με άμμο, ζέστη και θορυβώδη τζιτζίκια, τώρα γράφοντας αυτές τις γραμμές με βλέπω στη βεράντα του οικογενειακά νοικιασμένου ‘ρουμ’ με ένα βιβλίο στο χέρι, μπορεί να ήταν ακόμη-ακόμη και ένα περιοδικό ‘ΚΟΥΙΖ’ με σταυρόλεξα, το οποίο όμως πάντα είχε και προς επίλυση έναν αστυνομικό γρίφο. Μπορεί όμως να ήταν κάποιος Σέρλοκ Χολμς (ίσως η πιο ποπ φιγούρα στην αστυνομική λογοτεχνία, πιο γνωστή κι από τον ίδιο της τον δημιουργό τον –σερ- Άρθουρ Κόναν Ντόιλ), «Το σήμα των τεσσάρων» που το είχα δει σε σειρά τότε στην ΕΡΤ και με είχε στοιχειώσει η διαβολική εικόνα του μικρόσωμου μαλλιαρού κουτσού με το δηλητηριασμένο με κουράρε φυσοκάλαμο, ενώ εξίσου τρομακτικό με την ατμόσφαιρα ομίχλης, καταχνιάς και μεταφυσικών «μυστικών του βάλτου» ήταν «Το σκυλί των Μπάσκερβιλ», ο Σέρλοκ όμως δεν μάσαγε (σνίφαρε όμως) από τέτοια σκιαχτικά, «fog matters to you and me, but it can't touch Sherlock Holmes, dogs bark and he knows their breed, and knows where they went last night» τραγουδάνε οι (ποπ) Sparks στο «Sherlock Holmes» (στο σημείο αυτό δεν μπορώ να αντισταθώ να αναφέρω την απόλυτα καλτ διασκευή του μαυροσαββατικού «Paranoid» ως «Der Hund von Baskerville» από το γερμανικό schlager ντουέτο των Cindy & Bert).
Σίγουρα εκείνος ο μικρός Αντώνης με την αγάπη του για τους μαθηματικά σχεδιασμένους γρίφους και την επιστημονική επαγωγική σκέψη θα κρατούσε και κάποιο βιβλίο από την περίφημη κιτρινόμαυρη σειρά του «Λυχναριού», πιθανότατα όμως ήταν κάποια από τις πολυάριθμες πειρατικές εκδόσεις που κυκλοφορούσαν ανενόχλητες την δεκαετία του ’80 και τις προμηθευόμουν σε ένα από τα τοπικά πρακτορεία εφημερίδων της Τρίπολης, με απίθανα άσχετα εξώφυλλα και τίτλους (θυμάμαι το «Έγκλημα στο Εξπρές Οριάν» μεταφρασμένο ως «Έρωτας και θάνατος σμίγουν τα μεσάνυχτα»). Γιατί σίγουρα ήταν κάποια Αγκάθα (ή μήπως Άγκαθα;) Κρίστυ, δεν την προσπερνάς την θεία Αγκάθα όταν ασχολείσαι με το αστυνομικό κι ας μην έχει κοινωνικο-πολιτικούς προβληματισμούς (ωστόσο στο υπόβαθρο αναδεικνύεται πολλές φορές το βρετανικό αποικιοκρατικό πνεύμα των καιρών της), η σχεδόν γεωμετρικά στημένη πλοκή και ο τρόπος με τον οποίο ειδικά ο Πουαρό αποκαθιστά στην κλασική σύναξη των υπόπτων στις τελευταίες σελίδες μια σχεδόν… νευτώνεια τάξη του κόσμου ασκούν μια αναπόδραστη γοητεία (και αν πρέπει να μνημονεύσω κάποιο από τα έργα της Μεγάλης Κυρίας, ίσως αυτό να ήταν το «The A.B.C. Murders» («Η υπογραφή του δολοφόνου») με το ευφυή δολοφόνο να προσπαθεί να καλύψει τον φόνο σε κυνική αλληλουχία ή το «Lord Edgware Dies» («Στοίχημα με το Διάβολο») όπου μια πλαστοπροσωπία ξεσκεπάζεται με το μπέρδεμα μεταξύ του αρχαίου Πάρη και του… Παρισιού).
Πιθανότατα να ήταν και κάποιος Γιάννης Μαρής (στις χαρακτηριστικές εκδόσεις με τα λευκά εξώφυλλα της «Ατλαντίδας»), ίσως κι αυτόν να τον είχα γνωρίσει μέσα από την μικρή οθόνη, «Την εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη» ή τον «Θάνατο του Τιμόθεου Κώνστα», με την Μιμή Ντενίση να δείχνει μερικά από τα πιο αστραφτερά δείγματα έλλειψης ταλέντου. Για χρόνια ήταν σχεδόν ο μοναδικός εγχώριος εκπρόσωπος του είδους, το οποίο άργησε να πιάσει ρίζες στα μέρη μας, μια καθυστέρηση την οποία ας μην σπεύσουμε να την αποδώσουμε στην γνωστή αβασάνιστα και συμπλεγματικά χρησιμοποιούμενη «καθυστέρηση» του τόπου μας σε σχέση με την «προηγμένη Δύση», ίσως έχει μεγαλύτερη σχέση με την κοινωνική εικόνα αλλά και ρόλο του αστυνομικού στην Ελλάδα, ο οποίος για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού ενσαρκωνόταν μέσα από τον «θα σε τυλίξω σε μια κόλλα χαρτί» νωματάρχη της επαρχίας, τον απηνή διώκτη αριστερών ιδεών και μακριών μαλλιών χωροφύλακα μέχρι αργότερα τους βασανιστές της χούντας και τους ‘μπάτσους’ της καταστολής. Κάπως έτσι η διαβόητη ‘Τάξη και Ασφάλεια’ γινόταν -και κατά βάση γίνεται ακόμη- αντιληπτή περισσότερο σαν μια επιβολή εξουσίας και επίδειξη ισχύος με ισχυρές δόσεις ενίοτε γραφικότητας και κωμικότητας (ειδικά όταν είναι συνδυασμένη με μια μνημειώδη ανικανότητα μπροστά στο σοβαρό οργανωμένο έγκλημα) παρά ως αποκατάσταση ενός κάποιου Δικαίου (συμπληρωματικά στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθεί η άποψη του Δημοσθένη Κούρτοβικ, αφοριστική μεν αλλά με σημαντικό εξηγητικό δυναμικό, ότι το αστυνομικό προϋποθέτει μια στέρεα συγκροτημένη κοινωνική δομή και τάξη η οποία να διασαλεύεται και τελικά να αποκαθίσταται, συνθήκη ανύπαρκτη σε μια χώρα σαν την Ελλάδα, με μια κοινωνία ‘χύμα’, με την διαπλοκή και την διαφθορά κρατικά κανονικοποιημένη και αποδεκτή και με το ηθικό, το παράνομο και το ανήθικο να σχηματίζουν… λαοοκόντεια συμπλέγματα). Η μοναδικότητα αυτή του Μαρή οδήγησε τα πρόσφατα χρόνια πολλούς επιγόνους του σε μια άρση του σε ένα βάθρο μάλλον αναντίστοιχο με την καθαυτή αξία των έργων του, τα οποία ναι μεν έχουν τις αρετές τους, αποτυπώνουν το κλίμα της εποχής με τολμηρό τηρουμένων των αναλογιών τρόπο, ωστόσο, οι ιστορίες του και οι γρίφοι του είναι πολλές φορές απλοϊκοί, με πολλά τυποποιημένα μοτίβα, η παραστρατημένη νεαρά δεσποινίδα, ο αντιπαθής γόης-ρεμάλι-πλουσιόπαιδο και ο δολοφόνος με το ένοχο παρελθόν στην Κατοχή και (spoiler alert!) το επώνυμο με κατάληξη –όγλου, και με αρκετά λάθη, ονόματα να αλλάζουν μέσα στην ιστορία, έστω κι αυτά ήταν έως και αναπόφευκτα αν αναλογιστούμε ότι ο άνθρωπος γραφιάς σε εφημερίδα ήταν, στην πρέσα των προθεσμιών και της ταχύτητας. Και γι’ αυτά όμως και παρολ’ αυτά, ο πρωταγωνιστής του, ο αστυνόμος Μπέκας καθιερώθηκε, πέρασε στα λαϊκά χείλη, παρωδήθηκε (βλέπε Χάρρυ Κλυνν), αναβιώθηκε, και μετά από κάποιες δεκαετίες σχεδόν μετενσαρκώθηκε και έγινε αστυνόμος Χαρίτος στα βιβλία του Πέτρου Μάρκαρη, του ανθρώπου ο οποίος φέρει ίσως την μεγαλύτερη ευθύνη (με την καλή και την κακή έννοια) για την άνθηση του αστυνομικού στην χώρα μας. Από τα πολλά πλέον έργα του Μάρκαρη ομολογώ ότι προτιμώ τα πρώτα του, το «Νυχτερινό Δελτίο» ή την «Άμυνα ζώνης», μπορεί να έχουν κι αυτά τα χαριτωμένα λαθάκια τους (π.χ. το πτώμα που «η ακαμψία έχει κάνει ασήκωτο», για το οποίο όμως η ιατροδικαστής αποφαίνεται «αυτός ο άνθρωπος είναι νεκρός γύρω στους τρεις μήνες») έχουν όμως χαρακτήρες, δυνατή πλοκή και ένα ιδιότυπο χιούμορ, το οποίο πάντως με τα χρόνια γινόταν όλο και πιο προβλέψιμα σαρκαστικό, εύκολα καταγγελτικό και λογιο-αστικά υπεροπτικό, ειδικά από την στιγμή που τα βιβλία του γνώρισαν επιτυχία στις γερμανόφωνες χώρες και ο ίδιος αισθάνθηκε ίσως ότι έπρεπε να παίξει τον ρόλο του ανατόμου-εξηγητή της εξωτικής αυτής ‘τεμπελικής’ κοινωνίας του Νότου καταλήγοντας τελικά να επαναλαμβάνεται σε μια ατελείωτη αφόρητη σειρά από στερεότυπες και κοινότοπες απεικονίσεις (ήταν η εποχή που προτιμούσα να τον διαβάζω στα γερμανικά και περίμενα μάλιστα με μεγάλο ενδιαφέρον πως θα μεταφραζόταν ο τίτλος «Περαίωση», μια πραγματικά ακατανόητη/αδιανόητη έννοια εκτός Ελλάδας – τελικά μεταφράστηκε ‘Zahltag’, ημέρα πληρωμής δηλαδή).
Ένα κατά κάποιον τρόπο ανάλογο ρόλο, από την άλλη όχθη και εντελώς διαφορετική ιδεολογική οπτική, φαίνεται να ανέλαβε ο Wolfgang Schorlau, με τα στρατευμένα του μυθιστορήματα στα οποία η υπόθεση κάποιες φορές μοιάζει προσχηματική και κατασκευασμένη ώστε να (μετα)φέρει την άποψη, τόσο ώστε ενίοτε να φαίνονται οι αρμοί της προγραμματισμένης πλοκής. Όπως π.χ. «Το μεγάλο σχέδιο», μια προσέγγιση της ελληνικής κρίσης ως απότοκο όχι ενός τυροπιτά που δεν έκοβε αποδείξεις ή ενός αργόσχολου δημόσιου υπάλληλου αλλά μιας σκανδαλώδους σωτηρίας ιδιωτικών τραπεζών και μεταφοράς χρέους από τους λίγους στου πολλούς ή το ακόμη πιο ενδιαφέρον (και αυτό επίσης με ελληνική εμπλοκή) «Ξένα νερά» όπου ασχολείται με το διαρκώς υποτροπιάζον νεοφιλελεύθερο φετίχ των ιδιωτικοποιήσεων, και εν προκειμένου του νερού (μιας που πιάσαμε Γερμανία, κάπου έψαχνα να βάλω και την σημείωση ότι δεν με ενθουσιάζει ιδιαίτερα το… nazisploitation αστυνομικό ούτε του πολύφερνου εσχάτως Volker Kutcher ούτε ακόμη πιο πολύ του Φίλιπ Κερ).
Για να γραφτεί τούτο το αφιέρωμα χρειάστηκε να επιστρέψω πολλές φορές στην βιβλιοθήκη, σκαλίζοντας τα κάπως πιο κρυμμένα και καταχωνιασμένα πίσω από διπλές σειρές ράφια της, μαζί με σκέψεις ματαιότητας περί κτήσης υλικών αγαθών, ειδικά μπροστά σε σειρές βιβλίων τα οποία έχω την ενοχλητική βεβαιότητα ότι ποτέ δεν θα ξαναδιαβάσω (η μοίρα πολλών βιβλίων και ουχί μόνο των αστυνομικών), όπως π.χ. ολόκληρο το ράφι που καταλαμβάνουν τα ανοικονόμητα σε μέγεθος (στις ελληνικές τους εκδόσεις τουλάχιστον) βιβλία του Τζο Νέσμπο (ή Νέσμπε όπως διορθώνουν εσχάτως οι νορβηγο-καθαρολόγοι). Ο τύπος σίγουρα δεν είναι ο πρώτος του σκανδιναβικού νουάρ (ή της «σκανδιναβικής λαίλαπας» όπως λέγεται συχνά με δύσκολα κεκαλυμμένη φθονερή διάθεση εδώ στον Νότο), του ευρύτατης απήχησης αυτού υπο-είδους το οποίο αντλεί από τον υπαρξιακό ζόφο που διαπερνούσε τα έργα ενός Μπέργκμαν ή ενός Στρίντμπεργκ, εκμεταλλεύεται το βόρειο κλιματολογικό νουάρ πλεονέκτημα, την σπανιότητα του φωτός, την λευκότητα του χιονιού πάνω στο οποίο ‘γράφει’ πιο εμφατικά το κόκκινο του αίματος, και την φαινομενικά άσπιλη τακτοποιημένη «λευκότητα» των κοινωνιών πάνω στην οποία ‘γράφει’ πιο έντονα το έγκλημα και η παραβίαση της τάξης. Πιθανότατα επίσης να μην είναι κι ο καλύτερος του είδους (κάτι που έτσι κι αλλιώς είναι θέμα γούστου, εδώ μπορεί να έβαζα στο τραπέζι και τον Γκούναρ Στόλεσεν, ειδικά με τα «Μαύρα πρόβατα» του και τον ντετέκτιβ με το τιμημένο όνομα Βαργκ). Είναι όμως εκείνος που μετά τον Στιγκ Λάρσον διαμόρφωσε (και τυποποίησε) τον κώδικα της μαζικής απήχησής του. Τα δε βιβλία του δεν τα αφήνεις εύκολα από το χέρι όταν τα ξεκινήσεις, σε κρατάνε από το χέρι και σε παρασέρνουν στον δικό τους παγωμένο κόσμο, κι ας κουράζουν κάποιες φορές με την προβλέψιμα απρόβλεπτη ανατροπή πάνω στην ανατροπή (λες και υπάρχει ένας …Nesbo-generator), κι ας είναι πολλές φορές γραμμένα με το ένα μάτι στραμμένο στο σινεμά και την μικρή οθόνη όπου βρίσκεται εσχάτως το σύγχρονο μιντιακό χρυσορυχείο, άλλωστε η διάδραση λογοτεχνίας και κινηματογράφου δεν είναι ούτε τόσο πρόσφατη όσο θεωρείται (δεν ήταν «κινηματογραφικοί» οι Χάμετ και Τσάντλερ, οι αγιοποιημένοι του hardboiled, ή ο ‘αντιπρόσωπος’ τους στην Γαλλία Μανσέτ, τα βιβλία του οποίου είναι σαν να βλέπεις να εκτυλίγεται γαλλο-αμερικάνικο νουάρ των 70s;), ούτε και εξ ορισμού αρνητική (η ποπ δεν είναι που τρέφεται ακριβώς μέσα από την διάδραση, την ώσμωση και την ανατροφοδότηση μεταξύ όλων των τεχνών;). Το τελευταίο του μάλιστα έργο (2020) το «Βασίλειο» φαίνεται να λαμβάνει ποιοτικές δάφνες ακόμη κι απ’ όσους συνήθως κοιτάνε την ποπ λογοτεχνία με μια κάποια σκαντζίλα. Χωρίς τις συνήθεις του υπερβολές (μέσα σε 694 σελίδες έχει μόλις …6 δολοφονίες, peanuts για Νέσμπο), θα έλεγε μάλιστα κανείς ότι σχεδόν …σιμενονίζει με την εστίαση του σε μια κλειστή κοινότητα, την εμβάθυνση σε χαρακτήρες και την ψυχολογικά λεπτομερή ανίχνευση των μυστικών που τους βαραίνουν. Δεν έχει και Χόλε πρωταγωνιστή, θα ομολογήσω ότι κάπου έχω βαρεθεί τον Χάρι (μακράν το πιο ντετεκτιβίστικο όνομα παγκοσμίως) με την αυτοκαταστροφή του, την αυτολύπησή του και τους μάλλον ετοιματζίδικους δρόμους στους οποίους οδηγεί τον δημιουργό του. Αν και ενίοτε συμμερίζομαι τα μουσικά του γούστα (ειδικά την… αντιπάθεια του για τον Father John Misty), τα βιβλία του Νέσμπο(ε) άλλωστε βρίθουν μουσικών αναφορών (ο ίδιος ως γνωστός έπαιζε και σε ροκ συγκρότημα, όχι ιδιαίτερων αξιώσεων πάντως).
Η παρουσία της μουσικής στα αστυνομικά είναι ιδιαίτερα συχνή, ειδικά στα χρόνια της ποπ κουλτούρας, είτε ως ηχητική «επένδυση» είτε ως αναφορές κλεισίματα του ματιού στον υποψιασμένο αναγνώστη. Θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε ολάκερο κείμενο στο θέμα αυτό, ας περιοριστούμε όμως στο παρόν στην περίπτωση του Ίαν Ράνκιν ο οποίος με σκοτσέζικη υπερηφάνεια μνημονεύει συχνά αγαπητά μας ονόματα όπως οι Mogwai ή οι Arab Strap, ενώ ιδιαίτερη μνεία αξίζει «Ο κρυφός πυρήνας των Ερυθρών Ταξιαρχιών» του Δημήτρη Μαμαλούκα (του οποίου «Ο μεγάλος θάνατος του Βοτανικού» είναι από τα καλύτερα δείγματα ελληνικού νουάρ) στις σελίδες του οποίου περνάει το παραγνωρισμένο αλλά σπουδαίο ιταλικό progressive της δεκαετίας του ’70, με αναφορές σε ονόματα όπως οι Le Orme, οι Latte e Miele, οι Banco del Mutuo Soccorso και πολλά άλλα ακόμη. Ωστόσο, σπάνια η μουσική έχει ενταχθεί τόσο οργανικά στην πλοκή καταλαμβάνοντας θέση πρωταγωνιστή όσο στα βιβλία της δικής μας συνεργάτας και φίλης Χίλντας Παπαδημητρίου. Ειδικά το βιβλίο με το οποίο έκανε την εμφάνισή του ο δικός της Χάρης (ο Νικολόπουλος το επώνυμο) «Για μια χούφτα βινύλια» θα είναι αυτό που σίγουρα θα συμβουλευτεί ο φιλοπερίεργος με ροπή προς τις σκονισμένες γωνιές της Ιστορίας ιστορικός του μέλλοντος ο οποίος θα θελήσει να μελετήσει τον παράξενο και περίκλειστο κόσμο των μουσικόφιλων συλλεκτών βινυλίου ο οποίος σκιαγραφείται στο βιβλίο αυτό με εναργή ζωντάνια και αγάπη.
Επιστρέφοντας το βλέμμα στην βιβλιοθήκη, δεν θα μπορούσα να αγνοήσω την μακρά νουάρ σειρά της ‘Άγρας’, και ειδικά τη σειρά των βιβλίων του Ζωρζ Σιμενόν η οποία προβλέπω -καλά να ’μαστε- θα επεκτείνεται για καιρό ακόμη, όσο ζούσε γαρ ο σπουδαίος αυτός Βέλγος (και ουχί Γάλλος πάθαινε κι αυτός ότι και ο… Πουαρό) έγραφε σε πυρετιασμένη συχνότητα φτάνοντας σε αδιανόητους αριθμούς παραγωγικότητας, χωρίς τούτο κατά παράδοξο τρόπο να μειώνει την ποιότητα. Μια κατηγορία μόνος του ο Σιμενόν, πραγματικό ‘ποπ’ φαινόμενο των καιρών του, με την σιμενονίτιδα στα 30s να φτάνει σε εντυπωσιακά ποσοστά… επιπολασμού, με απίστευτη απήχηση, χωρίς όμως υποκλίσεις στο κοινό γούστο, χωρίς περίτεχνα στημένες πλοκές ή προκλητικά αινίγματα, πολλές φορές γνωρίζουμε την λύση από την πρώτη κιόλας σελίδα. Και με ένα αμίμητο στυλ, στεγνό, χωρίς πολλά επίθετα και καλολογικά στοιχεία, με λέξεις όμως ανελέητης ευστοχίας, έτσι που όταν θέλει να περιγράψει π.χ. το κρύο σε ένα παραθαλάσσιο ψαροχώρι της Μάγχης να σε κάνει πραγματικά να κρυώνεις μέχρι το κόκαλο, να ανοίγεις το βιβλίο και από μέσα σχεδόν βγαίνει ομίχλη. Πιο κοντά σε μια ηθολογική ηθογραφία χωρίς ηθικολογία είναι η προσέγγισή του, ο Σιμενόν δεν φοράει τήβεννο αδέκαστου Κριτή, δεν φορτώνει το Κακό στο ένοχο μαύρο πρόβατο της κοινωνίας που κάποια στιγμή μοιραία θα συλληφθεί και θα απομακρυνθεί από το κοπάδι των λευκών, αλλά το… απεντοπίζει σε ολόκληρο τον ευυπόληπτο κοινωνικό ιστό, με το ανησυχητικό συμπέρασμα ότι ενίοτε κανείς δεν είναι απόλυτα αθώος. Αν ήταν να διαλέξω ένα μυθιστόρημά του το οποίο να εκφράζει αυτό ακριβώς το πνεύμα με μοναδική δύναμη, θα ήταν το σχεδόν μέχρι ασφυξίας καφκικό «Ο Ανθρωπάκος από το Αρχαγγέλσκ».
Λίγο παραδίπλα στον Σιμενόν βρίσκεται, σε εμφανώς πιο συμμαζεμένη έκταση, πιο ολιγογράφος και πρόωρα χαμένος ο Ζαν-Κλωντ Ιζζό, με προεξάρχουσα φυσικά την αποκαλούμενη «Τριλογία της Μασσαλίας» και από δίπλα διάφοροι μιμητές όπως ο Μορίς Ατιά (με την ευκαιρία σε ποιον να αποδώσουμε κατάρα για την μανία με τις τριλογίες; Μήπως στον… Αισχύλο;). Άλλη πάστα συγγραφέας ο Ιζζό, πιο συναισθηματικά μεσογειακός, με αισθητικά ξεχειλίζουσα γραφή, μυρωδιές, γεύσεις, μουσικές με την επίγευση μιας πίκρας, και με συμπρωταγωνίστρια μια πόλη η ψυχή της οποίας σκιαγραφείται στα βιβλία με τρόπο μοναδικό, ξέρω άνθρωπο που πήγε Μασσαλία με οδηγό τα βιβλία του (κι ας μην είναι η Μασσαλία πόλη για τουρίστες παρά μόνο για μετανάστες). Ξεφυλλίζω τα μαυρισμένα από τη χρήση βιβλιαράκια (από τα πραγματικά ελάχιστα αστυνομικά στα οποία έχω επιστρέψει), μαζί επανέρχονται και τα ονόματα, ο Μοντάλ, η "μυθική Λολ", η Ναϊμά, ο Μουράντ, ο Ουγκό και ο Μανού, φυσικά ο Φονφόν και η Ονορίν, αναζητώ φράσεις υπογραμμισμένες (και με στυλό πάντα όπως κάνω συνειδητά), "αλήθεια δεν υπάρχει, μόνο ιστορίες". Κάποτε μάλιστα πριν από χρόνια, θελήσαμε να διοργανώσουμε με μια ελευθέρας βοσκής αριστερή ομάδα μια βραδιά αφιερωμένη σε αυτόν. Φανταζόμασταν να βάζαμε ένα καζάνι όπου θα έβραζε μια μπουγιαμπέσα πλούσια και πηχτή, το παστίς θα έρεε άφθονο, θα αναζητούσαμε το ταξίδι μέσα από τις γεύσεις και τις μουσικές, από τη δριμεία αλμύρα μιας δυνατής αντσουγιάδας μέχρι την απλή και όλο μνήμη θαλπωρή ενός ψωμιού με τριμμένο σκόρδο και ντομάτα. "Έχω ανάγκη να καταβροχθίσω φαγιά, λαχανικά, κρέατα, ψάρια, γλυκά ή λιχουδιές. Να πλημμυρίσω από τις γεύσεις τους. Δεν έχω βρει κάτι καλύτερο να αποκρούσω το θάνατο". Ποτέ δεν τα καταφέραμε. «Δεν είναι κάτι που μπορεί να εξηγηθεί, Φαμπιό. Αυτό είναι το τραγικό με τη ζωή».
Αισθάνομαι πια ότι κείμενο αρχίζει να αποκτά ανοικονόμητη έκταση, οπότε με την επίγνωση του κινδύνου να αφήσω πολλά βιβλία και συγγραφείς απέξω, θέλω να μνημονεύσω έτσι στα πεταχτά (αλλά διόλου υποτιμητικά):
- τον εξαιρετικό Λοράν Μπινέ και την «Έβδομη λειτουργία της γλώσσας», βιβλίο το οποίο μπορεί να περιέχει επιθεωρητή, κυνηγητά, μυστήρια και φόνους, τυπικό αστυνομικό όμως δεν το λες, περισσότερο ένα μυθιστόρημα οργιάζουσας φαντασίας και μεταμοντέρνας τεχνικής, όπου ο Μποργκ και ο Μακενρόου (ναι, οι τενίστες) (συ)μπλέκονται με τον Ντελέζ, τον Αλτουσέρ, τον Ντεριντά, τον και Έκο
- και μιλώντας για Ουμπέρτο Έκο (έκο έκο έκοοο), δεν θέλω να παραλείψω την κυρία Έλις Πίτερς, και τα μυθιστορήματά της με τον αδελφό Κάντφελ, τα οποία διαδραματίζονται τον 12ο αιώνα και τα οποία με την μεσαιωνική ατμόσφαιρα με ύποπτους (και μη) μοναχούς, αβαεία, σκοτεινούς διαδρόμους όπου αντηχούν ψαλμωδίες και γίνονται φόνοι έδωσαν έμπνευση στον Ουμπέρτο να σχεδιάσει το επικό «Όνομα του Ρόδου» (αν κρατούσα ένα από τα βιβλία της αυτό θα ήταν «Ο αγρός του κεραμοποιού»)
- κι αν μέχρι τώρα δεν έχουμε διασχίσει τον Ατλαντικό (όχι τυχαία, νομίζω ότι στις πολιτισμικές μου επιλογές ανήκω μάλλον στους… «Μένουμε Ευρώπη), αν διάλεγα κάτι πέραν των κλασικών και γνωστών θα ήταν το «Στη λίμνη» του James Sallis, όχι φυσικά επειδή ο συγγραφέας είναι πρώην μουσικοκριτικός, αλλά για τον τρόπο (μπορεί να τον έλεγε και κάποιος σιμενονικό) με τον οποίο αναπαριστά την ζωή μιας μικρής αμερικάνικης πόλης εκεί στον Νότο κάπου κοντά στο Μέμφις και τα εν δυνάμει φονικά συλλογικά μυστικά της.
- κι επίσης θέλω οπωσδήποτε να υπάρχει μια αναφορά στον Μεχμέτ Μουράτ Σομέρ και στην σειρά του «Σκοτεινή Ιστανμπούλ», κι ας μην πρόκειται για κάποιον σπουδαίο συγγραφέα, με τα βιβλία του όμως έχω διασκεδάσει πολύ, ένα εύκολο επίθετο θα ήταν ότι είναι «αλμοδοβαρικά ντελιριακά», η πρωταγωνίστρια του είναι μια σαραντάχρονη τραβεστί, καλλιεργημένη και θαρραλέα (και μουσικόφιλη), η οποία «είναι σε θέση να παλέψει σαν θηρίο παρά τα στενά φορέματα και τις ψηλοτάκουνες γόβες», εκτοξεύει θυμόσοφες ατάκες όπως «όποιος ψάχνει, ή ψωμιά βρίσκει ή ψωλιά» και γενικά περνάς καλά και γελάς κιόλας, όχι κάτι πολύ συνηθισμένο σε αυτό τον χώρο όπου και εδώ κυριαρχούν τα βαριά πεπόνια (ας σημειώσουμε εδώ επίσης αντιστικτικά στην αβάσταχτη αυτή βαρύτητα, την ευπρόσδεκτη ελαφρύτητα της Μιράντας Βατικιώτη).
Και μπορεί «η ζωή να μην είναι μυθιστόρημα, ή τουλάχιστον έτσι θέλετε να πιστεύετε» (κατά την εναρκτήρια πρόταση του προαναφερθέντος βιβλίου του Μπινέ) σαν την πραγματική πραγματικότητα (sic) όμως δεν έχει. Και μπορεί τα βιβλία απομνημομονευτικού τύπου, τα «βγαλμένα από την ζωή» τυπικά να μην θεωρούνται μυθιστορήματα με την στενή έννοια του όρου, που στα αγγλοσαξονικά τα βάζουν στα ράφια ως ‘non-fiction’ που όμως είναι και εξ ορισμού λίγο ή πολύ fiction (και όχι μόνο λόγω της αναξιοπιστίας της βιωμένης μνήμης) είναι και αυτά μυθιστορηματικές αναπλάσεις και αναδημιουργίες (πέρα του ότι πληρούν και την βασική επιταγή του Stephen King «να γράφεις για ό,τι γνωρίζεις καλά»). Οπότε δικαιούμαι να συμπεριλάβω εδώ το κλασικό «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε (από τα πιο επιδραστικά -με την καλή και την κακή έννοια- για την σύγχρονη δημοσιογραφία), το απνευστί συναρπαστικό, σχεδόν ψυχολογικό δράμα «Στο μυαλό των σίριαλ-κίλλερς (Η ψυχολογία στην υπηρεσία της Δίωξης Εγκλήματος)» του Τζον Ντάγκλας, ενός πρώην profiler στο FBI («αν θέλεις να καταλάβεις τον καλλιτέχνη, κοίτα το έργο του») αλλά και το επικό και απρόσμενο από όποια άποψη κι αν το δεις έργο του Βασίλη Παλαιοκώστα «Μια φυσιολογική ζωή – Δράσεις και αποδράσεις ενός επικηρυγμένου» (για το οποίο έχουμε γράψει αναλυτικά εδώ). Γιατί κάποιες φορές, η ζωή τελικά μπορεί να ξεπερνά την τέχνη...




