Η φωνή στην έρημο
Ξέρω είναι κλισέ αυτό που θα πω, αλλά είναι από τα λίγα που δε μου φαίνεται ότι κακώς υπάρχουν. Η ανθρώπινη φωνή είναι το πιο ωραίο, το πιο πλούσιο, το πιο καλό μουσικό όργανο. Είτε σε συνδυασμό με το λόγο είτε όχι, οι συγκινήσεις, τα ρίγη και τα δάκρυα που μπορεί να προκαλέσει είναι πολλαπλάσια απ’ όσο μπορούν τα τεχνητά μουσικά όργανα. Ίσως να οφείλεται αυτό στο γεγονός ότι βγαίνει από τα σπλάχνα μας, ότι το όργανο τελικά είναι το ίδιο το σώμα που επιστρατεύει και συντονίζει τις μικροκινήσεις και ενέργειες για να προκληθεί ο ήχος. Έτσι λοιπόν το σώμα γεννά, άλλα σώματα λαμβάνουν και τραντάζονται. Αυτός είναι λοιπόν ο στόχος της φωνής, να τραντάξει, να συνταράξει, να συγκινήσει, από μέσα προς τα έξω. Σωματικά. Γι’ αυτό και αδυνατώ να καταλάβω το άλλο κλισέ περί «καλής» φωνής. Και πια είναι δηλαδή η καλή φωνή κυρίες και κύριοι; Μήπως είναι μια κοινώς αποδεκτή συνηθισμένη από όλους χροιά της που έχουμε μάθει να αναγνωρίζουμε ως καλή; Είμαι σίγουρος. Όμως ας το παραδεχτούμε, η τριβή με την τέχνη αποκτά τεράστια σημασία και ποιότητα όταν καταφέρνουμε να υπερπηδάμε αυτού του είδους τα εμπόδια συνήθειας και βολέματος. Στην προκειμένη περίπτωση πιστεύω ότι δεν υπάρχει κακή φωνή και ότι κάθε φωνή μπορεί να βρει το δικό της δρόμο προς την εκφραστικότητα. Ανάλογα με το τι θα επιδιώξει ο καθείς, δύναται να εκπαιδευτεί για αυτό. Μια φωνή που εύκολα συγκαταλέγεται στις «κακές», έχει απλώς άλλες δυνατότητες (πολύ συχνά άγνωστες) που σαφώς μπορούν να εξερευνηθούν και να γίνουν τέχνη.
Ένα μουσικό αφιέρωμα στη φωνή, έτσι γενικά, είναι κάτι σχεδόν χαοτικό, δηλαδή δεν ξέρεις από πού να το πιάσεις ούτε και είναι εύκολο να αναπτυχθεί. Οι επιλογές είναι άπειρες. Γι’ αυτό και εγώ θα προτιμήσω να εστιάσω όχι απαραίτητα μόνο σε τρανταχτά παραδείγματα σήματα κατατεθέν (και σε τέτοια όμως), αλλά σε τελείως προσωπικές αρέσκειες που όμως θεωρώ ότι υπηρέτησαν με τον καλύτερο τρόπο το μεγαλείο της φωνής στη μουσική, πέρα από αμετακίνητες νομοτέλειες, νόρμες και κανόνες. Η δύναμη των φθόγγων είναι τεράστια. Μπορεί να προκαλέσει πολλά πράγματα στο σώμα και στο νου. Είναι άσχημο να την περιορίζουμε. Είναι κακό να περιορίζουμε την φωνή.
Πρώτος και καλύτερος σε αυτή την αναφορά δε μπορεί παρά να είναι ο Demetrio Stratos, ένας καλλιτέχνης που η σύντομη πορεία του αλλά και η φυσιογνωμία του αποκαλύπτουν μια σχεδόν μαγική δημιουργική προσωπικότητα η οποία αποφάσισε κάποτε να μην περιοριστεί και να εξερευνήσει τις δυνατότητες της φωνής του ως το final frontier, ίσως δηλαδή ως εκεί που δεν είχε πάει κανείς πιο πριν. Ο Stratos έπλασε τη φωνή του, τη γύμνασε, επιδίωξε να την εκτοξεύσει σε ένα κόσμο όπου η ποιητική και η εκφραστικότητα είναι δύο λέξεις όχι γραφικές, όχι κενές νοήματος αλλά η πεντακάθαρη πραγματικότητα. Και το έκανε χωρίς να κατατάξει τον εαυτό του σε μια κλειστή ελίτ καλλιτεχνών-αβανγκαρντιστών, χωρίς να αυτοπροβάλλεται ως κάτι ξεχωριστό. Ήταν ένας απλός τραγουδιστής μιας υπέροχης λαϊκής (rock) μπάντας. Ένας τραγουδιστής όμως, έτη φωτός μακριά από το σταριλίκι, ένας τραγουδιστής ο οποίος έκανε παραπάνω από σωστά τη δουλειά του. Ένας εργάτης που εξάντλησε τις δυνατότητες μέσα από τον αυτοσχεδιασμό (και όχι μόνο), στράγγιξε τα ηχοχρώματα και τα όρια των χορδών του μέχρι τελικής πτώσεως. Κυριολεκτικά. Αυτός ήταν ο Demetrio Stratos.
Μιλώντας για όρια δεν μπορώ να μην θυμηθώ την Junko στο καπάκι. Είναι απορίας άξιο με πιο τρόπο η Junko προστατεύει το λαρύγγι της και κατ' επέκταση τη φωνή της. Η τύπισσα είναι μουρλή. Μπορεί να τσιρίζει αδιάκοπα για ένα μισάωρο ας πούμε. Σίγουρα θα χει συμβουλευτεί οριλάδες ειδικούς για να μάθει πώς να το κάνει αυτό χωρίς να τραυματίζεται ή θα παίρνει τίποτα ειδικά χαμέμηλα και μαντζούνια. Δε γίνεται αλλιώς, νιώθεις το γδάρσιμο στ’ αυτιά σου εν πρώτοις και κατόπιν ταυτίζεσαι και το νιώθεις και στο λαρύγγι. Δύσκολα πράγματα … κι όμως η Junko των θρυλικών Hijokaidan καταφέρνει να προκαλέσει ακόμα και με την σκέτη τσιρίδα (ειδικά έτσι) ένα αδυσώπητο ποιητικό συμβάν. Η φωνή γυμνή στην πιο ωμή έκφανσή της καταδυναστεύει το χώρο, τον βιάζει, τον κάνει να πάλλεται. Και κάνει συνεχώς και αδιάκοπα το ίδιο πράγμα η Junko. Και (ω τι θαύμα!) δεν είναι κακό αυτό. Ξέρει να χειρίζεται εκτός της φωνής της και τους ρυθμούς και με κατασκευαστικό αλλά και με εννοιολογικό τρόπο. Με μια παρόμοια λογική όπως ο γλύπτης Brancusi ο οποίος μερικές φορές χρησιμοποιούσε τα είδη έτοιμα γλυπτά του τοποθετώντας τα με διαφορετικό τρόπο στο χώρο για να δημιουργηθεί μια νέα σύνθεση, έτσι και η Junko ουρλιάζει και τσιρίζει με τον ίδιο τρόπο κάθε φορά πάνω σε ένα διαφορετικό πλαίσιο. Άλλοτε πάνω σε ροκ μπάντα, άλλοτε πάνω σε ηλεκτρονικά, άλλοτε μόνη, γλύφει στο χώρο με όχημα τη φωνή.
Ένα άλλο σημαντικό κεφάλαιο είναι ο Σπύρος Σακκάς. Για να τον θεωρήσω σημαντικό και να τον αναφέρω στο κείμενο αυτό δε μου χρειάζεται τίποτα άλλο (κι ας έχει εργαστεί με πάρα πολλούς μεγάλους συνθέτες) εκτός από το δεύτερο μέρος του έργου "Ορέστεια" του Ξενάκη, όπου η φωνή του είναι ο πρωταγωνιστής. Το κομμάτι αυτό είναι ένα ρυθμικό φαινόμενο, το απόλυτο μάθημα για κάθε επίδοξο φωνητικό αυτοσχεδιαστή μιας και αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η φωνή είναι κάτι που οργανώνεται αφαιρετικά και δημιουργεί σχήματα στο χώρο. Ανυψώνεται και καταβαραθρώνεται, σβήνει και ουρλιάζει, γίνεται ψίθυρος, γίνεται κοφτερό σπαθί. Όλα αυτά με μέτρο, με ένα ρυθμικό κυματισμό που απελευθερώνει τον ακροατή από τα στεγανοποιημένα δεδομένα του, τον αρπάζει και τον μεταφέρει στον πνευματικό κόσμο. Ομιλούν τα φαντάσματα άγνωστων αρχαίων οντοτήτων μέσα από τον αέρα που περνά από τις φωνητικές χορδές. Ο φορέας τους, αφήνει την ηδονή να εισχωρήσει στο είναι του, να τον ανυψώσει από το έδαφος και τελικά να δοκιμάσει και τη δική σου ετοιμότητα απέναντι σε αυτή την ηδονή. Συντονισμός όλων.
Ο Baudelair θα ήταν περήφανος για την μεταφορά σε μουσική του ποιήματός του «Οι Λιτανείες του Σατανά» από την Diamanda Galás. Από την πρώτη φορά που το άκουσα ήμουν σίγουρος ότι εδώ κάτι ξεχωριστό συμβαίνει γιατί έχουμε μια άκρως επιτυχημένη σύνδεση της ποίησης (του λόγου) και του μουσικού αυτοσχεδιασμού με πρωταγωνιστή την ανθρώπινη φωνή. Η Diamanda είναι μοναδική γιατί και αυτή από νωρίς αρνήθηκε να παίξει ένα ακαδημαϊκό παιχνίδι υψηλής καλλιτεχνίας. Έχοντας διδαχθεί από μεγάλους μουσικούς της κλασικής (δουλεύοντας μαζί τους), όπως ο Vinko Globokar, πήρε αυτά που χρειαζόταν από το χώρο αυτό και προχώρησε στο να ανοίξει τον δικό της προσωπικό δρόμο. Να τραγουδήσει τα μπλουζ και τα γκόσπελ έχοντας τις παραπάνω αποσκευές έτσι ώστε, να γίνει μια παντοδύναμη λαϊκή οπερετική τραγουδίστρια αναγνωρίσιμη από μίλια μακριά. Οι "Λιτανείες του Σατανά" παρόλο που δεν έχουν καμιά άμεση αναφορά στα spiritual και τα gospel και παρόλη την αγριότητα και τα εφέ που τις διακρίνει, αισθητικά στέκονται άνετα μέσα σε αυτό το λαϊκό ρεπερτόριο (όπως και οτιδήποτε άλλο έχει κάνει). Nα ναι η θρησκευτική-δαιμονική αυτανάφλεξη; Σίγουρα είναι και ο πολύ ξεκάθαρος στόχος της που τη βοηθά να μεταφέρει οτιδήποτε σε ένα σαφές γιγαντιαίο αισθητικό σώμα που η ίδια του 'χει δώσει πνοή. Ένας χώρος φλεγόμενος, μανιασμένος άγριος και σκοτεινός, όμως στο μεδούλι του ακραία ποιητικός. Είπαμε ο Baudelair εγκρίνει.
Ο Χρύσανθος είναι ειδική περίπτωση. Διαθέτει μια φωνή (και το χειρισμό αυτής) η οποία είναι ότι πιο κοντά σε αυτό που θα λέγαμε εξωγήινο. Κατ' αρχάς είναι σίγουρο ότι την πρώτη φορά που θα την ακούσει κανείς δεν θα καταλάβει το φύλο. Μια φωνή ερμαφρόδιτη και τελικά απόκοσμη που παρόλο που κουβαλά μια βαριά κληρονομιά, αυτή του ποντιακού πολιτισμού, καταφέρνει και να ξεφεύγει από αυτόν, να είναι τόσο ιδιόμορφη και «αλλού», να μεταφέρει ένα ατόφιο, τρισμέγιστο δράμα, έτσι ώστε να στέκεται μόνη, να σ’ αφήνει στήλη άλατος.
Δε μπορώ να μην αναφέρω και τον Αντώνη Κυρίτση, έναν ηπειρώτη τραγουδιστή (από τις μεγάλες μου αδυναμίες), τον οποίο κυρίως γνωρίζουμε από τις συνεργασίες του με τον Πετρολούκα Χαλκιά. Το ξεχωριστό χαρακτηριστικό του Κυρίτση είναι ότι η φωνή του έχει μια λεπτότητα, μια χροιά ζεστή και ευαίσθητη όντας παράλληλα «ανοιχτή» και εξωστρεφής. Δυναμική αλλά ελαφριά πολύ μακριά από κάποιες αγριογκαρήδες που μπορεί να πετύχει κανείς εύκολα στα διάφορα σκυλοπανηγύρια (τα οποία καμιά φορά σαφώς μπορεί να είναι και λίκνα σπουδαίων καλλιτεχνών).
Από κει και πέρα η βαλίτσα πάει μακριά. Οι σπουδαίοι καλλιτέχνες της φωνής είναι πάμπολλοι αλλά θέλω να δηλώσω μεγάλος φαν μερικών ακόμα όπως της μεγάλης Yma Sumac που έκανε οπερετική exotica που μοιάζει με θέατρο αηδονιών. Του ηθοποιού Άρη Ρέτσου που τον άκουσα σε παράστασή του (Αντιγόνη) να παίρνει πάνω του όλους τους ρόλους συμπεριλαμβανομένου και του χορού! Ακούστε τον να βγάζει πολλαπλές φωνές ταυτόχρονα οι οποίες συντονίζονται κάνοντας χρήση μιας ειδικής τεχνικής και αποσβολωθείτε. Η υπέροχη jazz τραγουδίστρια Patty Waters, ακόμα και η Σαβίνα Γιαννάτου. Άντε να σταματήσω τώρα γιατί θα σηκωθεί ο Caruso και η Callas και θα με δείρουν.
Έντεκα επιλογές «τραγουδιών».
1. Demetrio Stratos – O Tzitziras O Mitziras
Καντο και συ αν σου βαστάει
2. Junko – Empty Void
Μόνη στο κενό και το σκοτάδι
3. Naked City – Leng Tch’e
Σε τούτο το άσμα του John Zorn ο ιάπωνας Yamatsuka Eye ξεδιπλώνει με την πυρακτωμένη φωνή του το δράμα του βασανιστηρίου των εκατό κομματιών.
4. Xenakis – Kassandra (Spyros Sakkas)
Μεγάλη μουσική.
5. Diamanda Galás – Litanies of Satan
Μπορεί να ακουστεί γραφικό αλλά ρε παιδί μου είναι αλήθεια… μια φωνή από την κόλαση.
6. Diamanda Galás – Hee Shock Die
Και εδώ ακούμε τη Diamanda να «πεθαίνει» από υστερικά γέλια.
7. Νίκος Ξυλούρης, Χρύσανθος, Χριστόδουλςο Χάλαρης – Του Θάνατου Παράγγειλα
Αγέρωχοι άγγελοι.
8. Αντώνης Κυρίτσης – Κάτω στα δασά τα πλατάνια (από το cd "Έλληνες και Ινδοί 3-Τα Ηπειρώτικα")
9. Yma Sumac – Chuncho
Ανάμεσα στις υγρές φυλλωσιές του τροπικού απογεύματος, περπατά η ξωθιά κι αφήνει τη λεπτοκαμωμένη της σκιά να ρίξει το βάρος της πάνω στο χώμα του εσπερινού παραδείσου και τότε την ακολουθούν τα μυστικά του εσωτερικού του. Οι άγνωστες φωνές χωρίς σώμα, όντα ήχου, όπως η Ουγιουλάλα του Μίχαελ Έντε.
10. Άρης Ρέτσος –Αντιγόνη
11. Σαβίνα Γιαννάτου/Νίκος Τουλιάτος – Ο λόξυγκας των θρήνων
Ιδού τι θα πει free improvisation.
Α, α … Ξέχασα… όταν άκουσα πρώτη φορά Antony ή Anohni πως τονε/τηνε λένε, είχα πάθει πονόδοντο.




