Lovely, vinyl, bicycle days
Πρέπει να προσπαθήσεις πολύ για να χαθείς στη Θεσσαλονίκη. Χτισμένη αμφιθεατρικά και έχοντας ένα τεράστιο θαλάσσιο μέτωπο, σε οποιοδήποτε διαμέρισμα το Δήμου και να βρεθείς, όταν βγεις σ’ έναν κάθετο δρόμο, θα δεις την παραλία και θα προσανατολιστείς. Το γεγονός ότι υπάρχουν ελάχιστοι διαγώνιοι οδοί, κάνει την βόλτα ακόμα πιο εύκολη.
Όμως, παρόλη την ευκολία της περιήγησης, το κέντρο μιας μεγαλούπολης θα είναι πάντα κάτι άγνωστο και σαγηνευτικό για ένα γυμνασιόπαιδο που ακόμα δεν έχει περπατήσει μόνος του τα στενά της. Για όλους μας υπήρξε μια αφορμή, μια πρόφαση για ν’ ανακαλύψουμε το κέντρο. Για κάποιους ήταν οι επισκέψεις στους θείους, για κάποιους τα ποδοσφαιράκια, για κάποιους το πρώτο ραντεβού, για κάποιους τα καινούργια παπούτσια. Για μένα ήταν τα δισκάδικα!
Σε όλη τη δεκαετία του ’80 η συντριπτική πλειοψηφία των σχολείων της Θεσσαλονίκης είχε δύο βάρδιες. Αυτό σήμαινε πως τη μια εβδομάδα ήμασταν πρωινοί και την επόμενη απογευματινοί (ήταν πίκρα όταν τέλειωνες Παρασκευή απόγευμα και ξεκινούσες Δευτέρα πρωί). Όταν λοιπόν αρχίζαμε μεσημέρι, είχαμε όλη την πολυτέλεια να κάνουμε μια βόλτα πριν χτυπήσει το κουδούνι. Ειδικά αν είχε καλό καιρό, το ποδήλατο ήταν ο ιδανικός τρόπος για ν’ ανακαλύψεις κάποια μυστικά της πόλης. Βρισκόμαστε πάντα σε μια εποχή που για να ακούσεις τα αγαπημένα σου συγκροτήματα την ώρα που ήθελες, έπρεπε να αγοράσεις βινύλια ή κασέτες και αυτά τα έβρισκες –αποκλειστικά– στα δισκοπωλεία.
Έμαθα την πόλη με το ποδήλατο, ψάχνοντας δισκάδικα (τα οποία ευτυχώς ήταν πολλά) τις μέρες που δεν έβρεχε και ήμουν απογευματινός. Είχα φτιάξει έναν τουριστικό χάρτη στο μυαλό μου με μοναδικά σημεία ενδιαφέροντος αυτά τα μαγαζιά. Πιάνοντας την παραλία σε ένα δεκάλεπτο ήμουν στον Λευκό Πύργο και από εκεί όδευα όπου μύριζε βινύλιο.
Η Νόρα στην Εθνικής Αμύνης, η Λένα στην Εγνατία, ο Άλκης στην Αγίου Δημητρίου, το Studio 52 στον πεζόδρομο της Ναυαρίνου, το Rock 100 στην Παύλου Μελά, το Be Bop στην Π. Π. Γερμανού, το Billboard στην Προξένου Κορομηλά, το Stereodisc στην Πλατεία Αριστοτέλους, ο Πάτσης στην Τσιμισκή, το Blow Up στην Αριστοτέλους, το Ηχόχρωμα αρχικά στην Ιταλίας και μετά στην Τσιμισκή (ίσως το μεγαλύτερο δισκοπωλείο της Θεσσαλονίκης), η Συννεφούλα στην Αετοράχης, το πρώτο Rollin Under στο διαμέρισμα της Εξαδακτύλου, λίγο αργότερα ο Λωτός στην Καστριτσίου και βέβαια το πιο αντεργκράουντ δισκάδικο που υπήρξε ποτέ στην πόλη, ο Σούτσος την περίοδο που είχε εγκατασταθεί στην Ιασωνίδου σ’ ένα υπόγειο πάρκινγκ αυτοκινήτων (!) και κάποια ακόμα που δε θυμάμαι πως λέγονταν, ήταν σημαιούλες του χάρτη μου.
Ήταν μαγικό να χάνεσαι στα στενά μιας (τότε) άγνωστης πόλης, στη συνέχεια να κοιτάς τη θάλασσα για να βλέπεις που στο καλό είσαι, μετά να ξαναχάνεσαι κ.ο.κ. Στην Εγνατία και την Τσιμισκή ζόριζε λίγο η κατάσταση, με τους δίσκους κρατημένους από μια πλευρά του τιμονιού, ειδικά αν ήσουν “in the middle of the road”, αλλά άξιζε τον κόπο (η λέξη ποδηλατοδρόμος δεν υπήρχε ούτε στα λεξικά τότε). Παρέα πάντα με το γουόκμαν ν’ ακούς τις κασέτες με τα ακρωτηριασμένα τραγούδια που είχες γράψει τις προηγούμενες μέρες από το ραδιόφωνο.
Δεν υπήρχαν ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές για να αποθανατίσουμε το κάθε τι, ούτε κινητά για να καταγράψουμε τις στιγμές εν κινήσει. Ωστόσο, οι αναμνήσεις δεν σβήστηκαν και αναδύονται στην επιφάνεια με το πρώτο ερέθισμα. Θυμάμαι ακριβώς πριν 30 χρόνια να οδηγώ το γκρι αγωνιστικό μου Kalkhoff και στο τιμόνι να κρέμεται το “Lovely” των Primitives. Ευτυχώς που δεν πήρα τοις μετρητοίς τους στίχους από το “Crash”, γιατί με το ποδήλατο θα ήταν ιδιαίτερα επώδυνο…
Δεν λέω ποτέ τη γνωστή επωδό «αυτές ήταν εποχές», γιατί και τότε υπήρχαν δυσκολίες όπως και σήμερα. Το μόνο σίγουρα διαφορετικό ήταν πως εκείνα τα χρόνια δεν χρειαζόμασταν την πρόφαση της Record Store Day για να επισκεφτούμε δισκοπωλεία και να καταναλώσουμε μουσική. Πεινούσαμε διαρκώς!




