Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αρχική
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ

Maybe the people would be the times or…

Όταν οι πρώτες νότες του “Alone Again Or” χάιδεψαν στοργικά τα τύμπανά μου, χοροπήδηξα φωνάζοντας στην αδελφή μου: «Πάμε, πάμε, πάμε μέσα!». Τότε πετάχτηκε η Κ: «Μα, δεν ακούτε; Είναι από CD, αποκλείεται να το παίζουν τόσο καλά! Έχουμε χρόνο.» Η αδελφή μου την αγριοκοίταξε και συνέχισε να καλοπιάνει τον πορτιέρη του Ρόδον...

Ήταν 15 Απρίλη του 2005, 20 χρόνια πριν. Πόσο γρήγορα περνάει ο καιρός, που για μένα ήταν ο πρώτος και ο τελευταίος χορός. Ήταν η πρώτη μου συναυλία ξένου καλλιτέχνη (άργησα λίγο, ναι), η πρώτη φορά που πήγαινα στο Ρόδον και η τελευταία φορά που πήγαινα στο Ρόδον.

Η ημέρα είχε ξεκινήσει υπέροχα. Είχα ρεπό, πήγα στη σχολή το πρωί, παρακολούθησα με το ζόρι μία ή δύο ώρες μαθήματος και μετά περάσαμε όλη την ημέρα πίνοντας και συζητώντας για ταινίες και μουσικές στις καφετέριες στο Πασαλιμάνι. Για πρώτη φορά στη ζωή μου συμμετείχα κι εγώ στις συζητήσεις αυτές, πράγμα πρωτοφανές για εμένα – ήμουν εσωστρεφής και μουγκοθόδωρος μέχρι αηδίας. Μιλάμε για ατελείωτες ώρες τσίτα κουλτούρας, για Κιούμπρικ, Φελίνι, Τρυφώ και Γκοντάρ, σε σημείο που νόμιζα πως πρωταγωνιστούσα σε ταινία του τελευταίου. Οι μπύρες έφευγαν η μία μετά την άλλη και οι δέκα που ξεκινήσαμε στον Πειραιά γίναμε έξι που βολοδέρναμε στις μπυραρίες και τα κομιξάδικα των Εξαρχείων. Κατά τις 9 ανακαλύψαμε πως τέσσερις από εμάς είχαμε κανονίσει να πάμε το βράδυ να δούμε τους Love.

Έτσι λοιπόν, καταλήξαμε δύο αγόρια και δύο κορίτσια να κατευθυνόμαστε δυτικά προς το Ρόδον. Αν θυμάμαι καλά, ήμασταν εγώ, η Ρ - μια «μοντού» που την γούσταρε όλη η παρέα, ένα παλικάρι με καφέ γιλέκο που δεν θυμάμαι το όνομά του, και η Κ: μια Ελληνογερμανίδα που αυτοπροσδιοριζόταν ως «χίπισσα». Η Κ ήταν αρκετά εκκεντρική και μου είχε κινήσει την περιέργεια. Είχαμε ανακαλύψει πως αγαπάμε και οι δυο τα 60s, μέναμε και πολύ κοντά στο Μπραχάμι, οπότε κολλήσαμε λίγο – πάντα τελείως φιλικά. Είπαμε, όλοι γουστάραμε τη Ρ.

Λίγο πριν φτάσουμε, η Κ μας είπε πως αρνείται να πληρώσει εισιτήριο και θα προσπαθήσει να μπει τζάμπα. Προσφερθήκαμε και οι τρεις να τσοντάρουμε, αλλά αυτή αρνήθηκε. «Είναι θέμα ιδεολογίας!» είπε κάθετα. Της είπα πως στη συναυλία θα ερχόταν και η μεγάλη μου αδελφή, που ήξερε το παιδί στην πόρτα, και πως θα την βρούμε την άκρη. «Ωραία, τέλεια!» αναφώνησε.

Είχε πάει 10. Η αδελφή μου άργησε να ‘ρθει, αλλά ήρθε. Της εξήγησα την ιστορία με την Κ  και μας είπε φουσκωμένη από αυτοπεποίθηση: «Μην φοβάστε, θα καθαρίσω εγώ!» Πήγε στον πορτιέρη, αγκαλιάστηκαν και τα συναφή (χαμογελάσαμε εμείς από αισιοδοξία), αλλά έπειτα από λίγα λεπτά την είδαμε να προσπαθεί περισσότερο απ’ ό,τι περιμέναμε. «Γνωριζόμαστε τόσα χρόνια και μα-μου-σου-του...» Το παλικάρι δεν μπορούσε να βάλει την κοπέλα μέσα εκείνη την ημέρα.

Τότε η Κ άρχισε να του σέρνει τα εξ’ αμάξης, πως με την στάση του υπερασπίζεται το καπιταλιστικό σύστημα και διάφορες τέτοιες κουταμάρες. Το παιδί την κοίταγε απορημένος. Παρ’ όλες τις προσπάθειές μας να την ηρεμήσουμε, αυτή το χαβά της, ενώ παράλληλα η αδερφή μου συνέχιζε να καλοπιάνει τον πορτιέρη. Τα υπόλοιπα παιδιά είδαν πως δεν έχει νόημα όλο αυτό και μπήκαν μέσα. Τότε λοιπόν, ακούσαμε το “Alone Again Or” από την έξοδο του Ρόδον. Εκεί δεν άντεξα άλλο. Όταν τέλειωσε το τραγούδι και κατάλαβα πως το έχασα, έγινα κόκκινος σαν το «Μικρό Κόκκινο Βιβλίο», έδωσα τα εισιτήριά μας στο παλικάρι, ζητώντας του συγγνώμη και τράβηξα από το χέρι την αδελφή μου μέσα.

Μπαίνοντας νόμιζα πως προσγειώθηκα σε έναν πλανήτη με «Πορτοκαλί Ουρανό» και «Σύννεφα από Μανιτάρια». Ένα τεράστιο χαμόγελο καρφώθηκε στο εικοσιδυάχρονο πρόσωπό μου ενώ ταυτόχρονα κόντεψα να βάλω τα κλάματα – ευτυχώς κρατήθηκα. Η αδελφή μου, που μου κόλλησε την αγάπη της για τα 60s και τα garage, με κοίταζε χαρούμενη που επιτέλους βγήκα από το καβούκι μου και χορεύαμε παρέα. Ήμουν τόσο ευτυχισμένος που καθ’ όλη την διάρκεια της συναυλίας ήθελα να πάω τουαλέτα σαν τρελός αλλά δεν πήγαινα, δεν άντεχα να χάσω και το “Seven and Seven Is”, το οποίο φυσικά παίξανε στο encore, τελευταίο. Η συναυλία ήταν ένα θαύμα για εμένα (και χάλια να ήταν δεν θα το έπαιρνα χαμπάρι γιατί δεν είχα μέτρο σύγκρισης) δεν πίστευα πως έβλεπα τον Arthur Lee, έναν καλλιτέχνη που, μέσα στην άγουρη κρίση μου, τον είχα ήδη μυθοποιήσει..

Στο τέλος του encore, έτρεξα ιδρωμένος προς την τουαλέτα και κάπου στο βάθος είδα την Κ, δεν της μίλησα - δεν προλάβαινα. Όταν γύρισα στην αδελφή μου, με περίμενε μια έκπληξη: είχε πάει και μου είχε πάρει ένα μπλουζάκι. Ήταν σκούρο καφέ, από παχύ βαμβάκι, όχι τσίπικο όπως τα φτιάχνουν σήμερα, και έγραφε “Love with Arthur Lee” με το “Love” σε έντονο κόκκινο χρώμα που ξεχώριζε μπροστά από ένα αφηρημένο πράσινο μοτίβο, όπως ακριβώς ήταν και στα CD της που έκλεβα πού και πού όταν δεν ήταν σπίτι. Ενθουσιάστηκα και το δοκίμασα κατευθείαν, μου ήταν τεράστιο. «Δεν πειράζει, σε λίγα χρόνια θα σου κάνει, θα διπλώνεις και τα μανίκια και θα είσαι τζετ. Άλλωστε, δεν είχε μικρότερο νούμερο» μου είπε. Πίσω στο σπίτι και όπως έπλενα ξεθεωμένος τα δόντια μου, είπα στον καθρέφτη «Ήταν η καλύτερη μέρα της ζωής μου.»

Την Κ την ξαναείδα μετά από μερικούς μήνες, δεμένη σε ένα δέντρο στη σχολή να διαμαρτύρεται μόνη της για την τρύπα του όζοντος, δεν της μίλησα. Λίγες μέρες πριν, είχα μάθει από την Ρ πως η Κ τελικά πλήρωσε το εισιτήριο και έτσι μπήκε στην συναυλία. «Καλά, δεν το ήξερες, είναι ζάμπλουτη, η οικογένειά της έχει κάτι κάστρα στην Γερμανία.» Τσαντίστηκα μαζί της, όχι επειδή τελικά ήταν «γόνος» αλλά επειδή με έκανε να χάσω το αγαπημένο μου άσμα. Άλλωστε τότε δεν είχα καμιά ιδιαίτερη ταξική συνείδηση.

Έπειτα από 10 χρόνια, και πριν από άλλα τόσα από σήμερα, άρχισε να μου κάθεται καλύτερα η μπλούζα. Εν τω μεταξύ, o Arthur Lee πέθανε, το ίδιο και το Ρόδον και η μπλούζα έγινε το αγαπημένο μου ρούχο. Τη φυλάω ως κόρη οφθαλμού, παρότι δεν την φοράω συχνά. Μου θυμίζει πάντα την πρώτη μου συναυλία και, ακόμα περισσότερο, τα πρωτόγνωρα συναισθήματα εκείνης της ημέρας.

Τις προάλλες, σε μία από τις συναυλίες των Last Drive, περιμένοντας την αδελφή μου έξω από το Gagarin, είδα την Κ έπειτα από τόσα χρόνια. Ευτυχώς δεν με είδε γιατί δεν είχα καμία όρεξη για αναπολήσεις. Πήγα στο φουαγιέ και μας πήρα το ίδιο αναμνηστικό μπλουζάκι, το γκρι με την κλεψύδρα που μου θυμίζει το “Time Has Come Today” των Chamber Brothers που πρωτοάκουσα από τους Drive. «Το ίδιο πήρες; Θα είμαστε σαν γραφικά αδέρφια.» μου είπε. «Ε, και; Δεν είμαστε;» της απάντησα.

Αγαπημένο μου μπλουζάκι

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
04/04/2025
Μάριος Καρύδης

RELATED

Various High Fidelity

ΔΙΣΚΟΣ
ΟΛΑ ΤΑ RELATED

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

Jimi Tenor with Cold Diamond & Mink July Blue Skies

ΔΙΣΚΟΣ

Black Books Season 20 Από την τζαζ στην soul και την Motown

ΑΦΙΕΡΩΜΑ

A Martin Scorsese Mixtape Just Say I'm Old-Fashioned

MIXTAPE

“We don't pay mooks” - A Martin Scorsese Mixtape

MIXTAPE

Αόριστες στιχο-μυθίες

ΑΦΙΕΡΩΜΑ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ ΣΥΝΤΑΚΤΗ

RECOMMENDED

Forest Swords Engravings

Forest Swords Engravings

ΔΙΣΚΟΣ
Πειραματισμός στα ...άκρα

Mixtape Πειραματισμός στα ...άκρα

ΘΕΜΑ
Black Flag What the

Black Flag What the...

ΔΙΣΚΟΣ
22ο έτος
  • ΔΙΣΚΟΙ
  • ΘΕΜΑΤΑ
  • ΣΤΗΛΕΣ
  • LIVE REVIEWS
  • BE MY GUEST
  • ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ
  • ΕΙΔΗΣΕΙΣ
  • ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
  • ΣΙΝΕΜΑ - ΘΕΑΤΡΟ
  • ΒΙΒΛΙΑ
  • BAND LIST
  • ΕΛΛΗΝΙΚΑ
  • ΣΥΝΤΑΚΤΡΙΕΣ/ΕΣ
  • AUDIO / VIDEO
  • WEB RADIOS
  • MUSIC BLOGS / SITES
  • BANDCAMP / SOUNDCLOUD
  • LIVE DATES
  • ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Copyright © 2000-2021 MiC, All rights reserved. Designed & Developed by E-Sepia