To whom it may concern
Όλα τα πρόσωπα τα οποία αναφέρω στο κείμενο που ακολουθεί είναι υπαρκτά, απλώς μπορεί να μη ξέρω τα ονόματα τους ή να μην τα θυμάμαι, ή είναι φιλικά που αν με διαβάσουν θα αναγνωρίσουν τους εαυτούς τους. Τα δε γεγονότα έχουν συμβεί έτσι και χειρότερα.
Πρόλογος
Πριν 15 χρόνια περίπου δυστυχώς πέταξα στα σκουπίδια το ημερολόγιο που κρατούσα από το 1990 μέχρι που έφυγα από την Θεσσαλονίκη.
Το πέταξα όχι επειδή γενικά πετάω, κάθε άλλο, είμαι οριακά hoarder. Όταν το ξεφύλλισα μετά από χρόνια αυτά που έγραφα, τα αρκετά εντυπωσιακά πράγματα που έκανα ως έφηβη, ο ενθουσιασμός μου, κυρίως η μουσική που ήταν παντού, λες και η ιστορία της ζωής μου ως τότε ήταν ένα κολάζ από στίχους, όλα αυτά δηλαδή που θα έπρεπε να είναι υπέροχα, τα συνόδευε μία θλίψη.
Κι έτσι κάπου στα 30s μου υποσχέθηκα στον εαυτό μου πως δεν θα την αφήσω ξανά να νοιώσει έτσι.
Πώς έτσι;
Μπερδεμένη, πιεσμένη, ανεπαρκής.
Θα μου πείτε εφηβεία είναι αυτή, ήσουν και ίντι, πώς ήθελες να νοιώθεις;
Τέλος πάντων, το μετάνιωσα γιατί δεν ξανακράτησα ημερολόγιο. Βέβαια τώρα έχουμε τα socials μας για προσωπικό αρχείο, αν και ωραιοποιημένο. Το ημερολόγιο όμως έχει αυτή την ψυχοθεραπευτική ιδιότητα, βγάζεις από μέσα σου πράγματα που δεν θες ή δεν είσαι έτοιμη να μοιραστείς.
Με αφορμή αυτό το θέμα λοιπόν επισκέφτηκα μια τελευταία φορά και το ημερολόγιο και τον νεότερο εαυτό μου που ίσως δεν εκτίμησα τότε όσο της άξιζε.
Γιατί όμως;
Μουσική άκουγα πάντα, μεγάλωσα ανάμεσα σε μαγνητοταινίες, κασέτες και δίσκους, σε συναυλίες ούτε που θυμάμαι από πότε με πήγαιναν οι γονείς μου, γενικά το όλο περιβάλλον μου ήταν θα έλεγα ‘εναλλακτικό’. Ο κόσμος μου ήταν ένα bubble μέσα στο οποίο μπαινόβγαιναν άνθρωποι που δεν είχαν προκαταλήψεις, δεν μου πολυμιλούσαν για ‘ταυτότητες’ γιατί δεν υπήρχε λόγος, δεν πίστευαν στην ανταγωνιστικότητα και τους ‘στόχους’, απέρριπταν το ‘αγορίστικο-κοριτσίστικο’, και το ροζ-κουφετί ήταν απαγορευμένο χρώμα. Και μου έμαθαν και κάτι πολύ σημαντικό: να μην φοβάμαι τίποτα και κανέναν και να έχω την δική μου άποψη. Δηλαδή να είμαι ο εαυτός μου, ό,τι και αν θέλω να είναι αυτό.
Και κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να βγω στον έξω κόσμο και να ανακαλύψω πως τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Αγαπητό μου ημερολόγιο (μέρος 1ο)
Τον Μάρτιο του 1992 ήρθαν οι Charlatans στην γειτονιά μου και εγώ πήγα για πρώτη φορά σε συναυλία μόνη μου, για την ακρίβεια με δύο φίλες μου, χωρίς γονείς.
Πρώτη συναυλία μου, πρώτη φορά ‘κάγκελο’ (ούτε καν είχε), πρώτο σέτλιστ, να μην πολυλογώ, καταλαβαίνετε, μία πολύ σημαντική μέρα στη ζωή μου που θυμάμαι από τη μία τόσο καθαρά και από την άλλη σαν όνειρο. Αυτή η ανάμνηση δυστυχώς περιέχει και μία στιγμή που δεν έχω καταφέρει να διαγράψω, ή ίσως επίτηδες έχω κρατήσει για 33 χρόνια.
Δεκαπέντε χρονών και κάτι ψιλά κι εγώ και οι δύο φίλες μου, μπροστά-μπροστά γιατί αυτό έκανε στις συναυλίες ο κουλ μεγάλος μου ξάδερφος, και γύρω κόσμος, σαν εμένα και μεγαλύτερος, περισσότερα αγόρια, φαντάστηκα πως μοιραζόμασταν τον ίδιο ενθουσιασμό. Δεν είχα ακόμη αντιληφθεί το ανταγωνιστικό που περιέχει η όλη φάση και η Θεσσαλονίκη είναι μικρή, σαν μια παρέα.
Αυτό που δεν περίμενα είναι ότι ο από πίσω μου θα μου πιάσει τον κώλο. Είμαι αρκετά ντροπαλός άνθρωπος μέχρι να παραβιαστούν τα όρια μου. Και ήδη στα 15 ήμουν έτοιμη να αντιμετωπίσω όποιον το έκανε. Θυμάμαι απλά να έρχομαι μούρη με μούρη με 2-3 ‘αγόρια’ να τα πω ή άντρες, δεν είμαι σίγουρη γιατί τότε μου φάνηκαν ‘μεγάλοι’, τώρα μάλλον θα μου φαίνονταν παιδάκια. Φυσικά δεν πήρε ευθύνη κανείς. Φυσικά και γέλασαν στα μούτρα μου και άρχισαν να πειράζουν και τις φίλες μου. Αφήστε που δεν γύρισε και κανένας να μας βοηθήσει, και λέω κανένας γιατί δεν θυμάμαι άλλες ή μεγαλύτερες γυναίκες γύρω μου.
Αποφασίσαμε τελικά να απολαύσουμε την πρώτη μας συναυλία και τον Tim Burgess ακριβώς μπροστά μας και να τους αγνοήσουμε.
Σας πάω τώρα σχεδόν 3 δεκαετίες στο μέλλον, εγώ να χορεύω με την παρέα μου στο XOYO του Λονδίνου μπροστά στον Erol Alkan αφού είχαμε δει τους Factory Floor και μαντέψτε…
Αυτή τη φορά πετάχτηκα και φώναξα ταυτόχρονα. Μεταξύ wtf! και ελληνικών χαρακτηρισμών, ένας από τους φίλους μου έπιασε τον τύπο με το μπλε πουκάμισο ο οποίος -ξαναμαντέψτε- γέλασε στα μούτρα μας. Αποφασίσαμε να μην τρέχουμε στα security και να συνεχίσουμε την βραδιά μας, ο ένοχος εξάλλου εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα. Και εγώ έμεινα να αναρωτιέμαι, είμαι 40+, πότε θα σταματήσει αυτό…
Η απάντηση είναι ποτέ.
Και δεν είναι μόνο ο τύπος που θα πιάσει ό,τι του γουστάρει, ο εφαψίας στο secret gig του Beck που αναχαιτίσαμε με την φίλη μου, που τόσα λεφτά έδωσες ρε φίλε, συγκεντρώσου στον καλλιτέχνη, είναι ο κάθε τύπος που είχε και έχει ακόμη γνώμη για το πόσο μικρή ή μεγάλη είμαι για να σταθώ μπροστά, θα με σπρώξει για να χωθεί στη θέση μου (δύσκολο, αλλά επιμένουν), που θα μου κάνει ταυτόχρονα mansplain το όλο περιβάλλον και το τι είναι ΟΚ σε μια συναυλία γιατί μάλλον δεν ξέρω (μέχρι που πέρυσι στους Ride άκουσα το φοβερό ‘this is the front, you’re in the wrong place’), που θα μου αρπάξει το σετ-λιστ από τα χέρια (αυτή την ιστορία την έχω γράψει σε άλλο κείμενο), που θα παίξει τον ρόλο του ως το στερεότυπο που παριστάνει ότι δεν είναι. Εναλλακτικοί είμαστε άλλωστε, δεν είμαστε σαν τους ‘άλλους΄.
Έφταιγε μετά η αγανακτισμένη κοπέλα στο comeback των Afghan Whigs στο Koko που έχωσε επική μπουνιά στον ανυπόφορο τύπο δίπλα μας;
(H αντίδραση του Dulli έχει αποθανατιστεί στο Bootleg, αν ενδιαφέρεστε σας το στέλνω).
Και μετά έρχεται το κλασσικό «πρέπει να αποδείξω ότι είμαι εδώ για τους σωστούς λόγους» . Μάλλον υπάρχει σε όλες τις καταστάσεις της ζωής γενικά ένα πρωτόκολλο τέτοιο, στο γραφείο, στη σχολή, μπροστά στη σκηνή, πίσω από τη σκηνή, πάνω στη σκηνή.
Αυτό πάλι…
Πάνω στη σκηνή έχω βρεθεί λίγες φορές και οι πρώτες ειδικά δεν ήταν και τόσο ευχάριστες.
Οι εμπειρίες μου πάνω κάτω ξεκινούσαν με την αναμενόμενη αμφισβήτηση, αν ξέρω όντως να παίζω το όργανο που κρατάω και να του αλλάξω χορδή αν χρειαστεί.
Και όταν χρειάστηκε και εγώ από την πίεση έβαλα λίγο τα κλάμματα, ο «φίλος» που μου δάνεισε την δική του κιθάρα για να μην καθυστερώ μου είπε: ‘αν δεν έχεις αρχίδια μην παίζεις σε συγκρότημα’.
Ήμουν σχεδόν δεκαεφτά και όντως δεν είχα αρχίδια. Ούτε τώρα έχω και δεν ήθελα και ποτέ να έχω, I’m good.
Και για να ολοκληρώσω τα της σκηνής, κυρίως προτιμώ να βρίσκομαι τριγύρω της.
Από μικρή έχω αυτή τη συνήθεια, χόμπι αν θέλετε, είμαι από αυτές που θα πάνε να μιλήσουν στο μετά. Που περιμένει δίπλα στη σκηνή, έξω από τον συναυλιακό χώρο, έξω από την πίσω πόρτα, δεν με πτόησε ποτέ βροχή, κρύο ή καύσωνας, έχω προσκληθεί backstage, on stage, σε τουρ. Και πολλές φορές είναι business με pleasure (να ναι καλά το MiC μας) και πραγματικά χαίρομαι που έχω τόσες ιστορίες να πω και τόσες ωραίες αναμνήσεις από τόσα αγαπημένα μουσικά άτομα, όου… μισό… έχω και την άλλη την ιστορία. Πάμε πίσω στα 90’s.
Κάποτε ένας αγαπημένος φίλος και πραγματικός επαγγελματίας μου έκανε την τιμή να μου εμπιστευτεί μία μικρή δουλίτσα που ήξερε ότι θα μου άρεσε και μπορούσα να κάνω. Να βοηθήσω με κάποιο πολύ αγαπητό (ακόμη) στην Ελλάδα συγκρότημα. Απλά πράγματα δηλαδή, να μείνω στο after για ό,τι χρειαστεί, να τους πάμε μια βόλτα (ως το Residents), να τους γυρίσουμε στο ξενοδοχείο κτλ.
‘Όλα πήγαιναν καλά, μέχρι που μέλος του γκρουπ, αυτό με την ωραία φωνή, τα μπέρδεψε λιγάκι , ήπιε και αρκετές μπύρες και θεώρησε ότι ήμουν εκεί για άλλους λόγους. Θα ομολογήσω ότι με σόκαρε αυτό, αν και γέλασα όταν ενοχλημένος που τον αγνοώ, μου πέταξε ένα χαρτάκι με το νούμερο του δωματίου του και έφυγε, το μόνο σουβενίρ που δεν έχω κρατήσει και το μετανιώνω. Πέραν της απογοήτευσης γιατί πίστευα ότι σε αυτό το scene οι άνθρωποι είναι αλλιώς, η Θεσσαλονίκη όπως είπα είναι μικρή και ο κόσμος μιλάει …άντε να εξηγήσω εγώ τώρα την επόμενη μέρα τι ακριβώς συνέβη.
Ήμουν 19 και μάλλον αφελής.
Στα 90’s θεωρητικά ήμασταν τα πάντα, τα παραδοσιακά ‘masculine-feminine’ πρότυπα έμοιαζαν να καταρρέουν. Η Θεσσαλονίκη η δική μου ήταν σούπερ, η κανονικότητα μπορεί να καταπίεζε αφόρητα ώρες ώρες αλλά βρίσκαμε τρόπους να υπάρχουμε έξω από αυτή, μέσα στα τέλεια μπαρ και κλαμπ μας, στα δισκάδικα που ακόμη αγαπάμε, με το ΜΤV και το Super channel μας, τα ΝΜΕ μας και τα FACE μας, τα rave μας, το indie και το grunge μας και ό,τι άλλο θες. Και μέσα σε αυτά γυναίκες στις οποίες μπορούσα να δω τον εαυτό μου, γυναίκες που μιλούσαν και για εμένα, με τα τραγούδια τους και το image τους.
Θεωρητικά.
Γιατί στην πραγματικότητα η κανονικότητα τα διαπερνάει όλα, και τα subcultures μας και τα bubbles μας και χώνεται βαθιά και τα διαλύει όλα αν την αφήσουμε. Και το «τι θέλουν εδώ αυτές» δεν ήταν ασυνήθιστο.
Ατάκες όπως:
- Του μπαμπά της είναι οι δίσκοι (και της μαμάς μου είναι μερικοί)
- Ποιος σου τα έμαθε αυτά; (ο μπαμπάς, η μαμά και η δορυφορική του Κούβελα)
ήταν συνηθισμένες.
Όπως το να μου ανοίγουν άσχετοι αιφνιδιαστικά την σακούλα του δισκάδικου να δουν τι πήρα. Έκανα πως δεν με ένοιαζε, καμιά φορά γελούσα κι όλας, αλλά με κούραζε όλο αυτό το assessment του αν και πόσο κουλ είμαι για να με κάνουν παρέα, λες και το ζήτησα.
Και το βασικό ερώτημα, ποιον αλήθεια προσπαθούσα να εντυπωσιάσω;
Αγαπητό μου ημερολόγιο (μέρος 2ο)
Πέρασαν λοιπόν τα χρόνια, και μια μέρα του 2015 νομίζω, ο καλός μου φίλος μου πρότεινε να γράψω και κανένα κείμενο για το MiC, ‘τους μιλάς που τους μιλάς, τα γράφεις που τα γράφεις στο FB σου…’
Ωραία, γιατί όχι, μου αρέσει να γράφω γενικά, δεν γράφω ποτέ στα ελληνικά, τι καλύτερο θέμα από αυτό που αγαπώ τόσο πολύ!
Αναπόφευκτα γράφοντας για μουσική, γράφω και για τον εαυτό μου, λίγο ή περισσότερο.
Και προσπαθώ να κρατάω στο μυαλό μου τους δικούς μου κανόνες, και να θυμάμαι πάντα ότι γράφοντας ένα κείμενο ζητάω τον χρόνο όσων με διαβάζουν και δεν θέλω να τους τον σπαταλάω.
Αλλά όσο και αν χαίρομαι όταν με διαβάζουν ή όταν λαμβάνω ωραία μηνύματα -ειδικά από ανθρώπους που δεν έχω γνωρίσει προσωπικά- δεν έχω καμία απολύτως ανάγκη να ακούσω πόσο διαφορετικά γράφω από άλλες γυναίκες ή πώς γράφουν συνήθως οι γυναίκες ή αν είναι ΟΚ ή όχι να μου αρέσει ο τάδε από τους τάδε και να το γράφω στο κείμενο και αν μου είναι εύκολο να κάνω συνεντεύξεις με άντρες γιατί μου λένε ΟΚ γιατί είμαι όμορφη.
Δηλαδή δεν είμαι εγώ σοβαρή αν πω πόσο ωραίος είναι ο Μπρετ στη σκηνή αλλά λίστα με τις πιο ωραίες τραγουδίστριες σε εξώφυλλα είναι οκ να κάνουμε.
Δεν έχω μάθει για ποιο λόγο έχω καλές σχέσεις και με μουσικούς που δεν είναι στρέιτ άντρες, θα έτυχε.
Όταν μου ανατέθηκε η συνέντευξη του αγαπημένου μου συγκροτήματος που θα ερχόταν στην Αθήνα μετά από 30 χρόνια, κάποιος από τους διοργανωτές (;) του φεστιβάλ ρώτησε τους αρχισυντάκτες μας να του πουν ποια είναι αυτή, γιατί γράφει τόσα πολλά και γιατί δεν βρήκανε κάναν άλλον. Δεν τον γνωρίζω προσωπικά, ούτε θυμάμαι το όνομα του, αλλά είμαι σίγουρη ότι πολύ εύκολα θα μπορούσε να επικοινωνήσει μαζί μου με οποιαδήποτε απορία του να του την λύσω. Φαντάζομαι έτσι θα κάνει με όλες τις συνεντεύξεις που αφορούν τέτοιες διοργανώσεις. Ή μπορεί και όχι.
Βασικά η απάντηση είναι πως ήμουν το κατάλληλο άτομο για αυτή τη συνέντευξη.
Τεχνικές επιβίωσης:
Κάνε την χαζή: χμ, δεν νομίζω ότι μπορώ.
Μην τα παίρνεις προσωπικά: ε αφού σε εμένα τα λένε.
Xιούμορ: αν και παίρνω τον εαυτό μου πολύ στα σοβαρά, είναι ένας καλός τρόπος να αποφύγω όλα αυτά τα ‘διδακτικά’ mansplaining και μαζί και το gatekeeping από όπου και αν προέρχεται.
Δεν είναι εξάλλου η άποψή μου η μόνη αλήθεια. Για παράδειγμα αν κάτι είναι υπο- ή υπερεκτιμημένο είναι άποψη και εξαρτάται και από το πλαίσιο μέσα στο οποίο το βάλεις. Προσωπικά προτιμώ να μην ‘θάβω’ παρά την όποια κριτική κάνω και ασχολούμαι κυρίως με αυτά που μου κινούν το ενδιαφέρον. Με έχουν αποκαλέσει και ‘κυρία 10/10’, δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Δεν είναι γυναικεία μαλθακότητα ή ανικανότητα, αλλά μου έχει ‘χρεωθεί’ ως γυναικείο χαρακτηριστικό, μην πω κουσούρι.
Είναι και κάτι άλλο που με απασχολεί χρόνια τώρα ως αναγνώστρια. Διαβάζουν μουσικά περιοδικά και άνθρωποι που δεν είναι στρέιτ άντρες (λευκομπέζ χρώματος) και ίσως κάποιες προσεγγίσεις συναδέλφων να φαίνονται λίγο προκατειλημμένες ή αν θέλετε, αρρενωπές.
Για παράδειγμα οι γυναίκες μουσικοί, όπως κάθε μουσικός που δεν είναι γυναίκα, δεν χαλάνε τις φωνητικές τους ικανότητες φορώντας κραγιόν, ΟΚ είσαι ακόμη και με μικρόφωνο, δεν το ενοχλεί το μακιγιάζ (το έχω δοκιμάσει).
Ούτε γράφουν χειρότερη μουσική αυτόματα όταν αλλάζουν γκαρνταρόμπα ή χρώμα μαλλιών ή σεξουαλικές προτιμήσεις ή αν δεν κάνουν αποτρίχωση. Καμιά φορά είναι συμπτώσεις αυτά. Και βέβαια γούστα. Σου άρεσε ο πρώτος δίσκος π.χ. πιο πολύ από τον δεύτερο, ή σε απογοήτευσε ο τελευταίος τους, οκ, το ‘τότε που ήταν γλυκούλα και ξύριζε τις μασχάλες της’, άσχετο, ‘ε τώρα αυτή μας το παίζει σέξι και λέει και fuck σε δυο τραγούδια’, πάλι άσχετο.
Εδώ θέλω να πω και για τα καλούπια στα οποία δεχόμαστε να μπαίνουμε οι ίδιες μας.
Θυμάμαι λίγο πριν αρχίσει η συναυλία της Siouxsie και των Banshees, εγώ γύρω στα δεκαεφτά με παρέα μπροστά, όλο μου το σόι πίσω καθισμένο και μια (μάλλον εικοσάχρονη) κοπέλα δίπλα μου να μου φυσάει στα μούτρα τον καπνό της και να λέει φωναχτά ‘την Σούζι για να την καταλάβεις πρέπει να είσαι τουλάχιστον 20’, και κάτι για τα ‘άσχετα’ που μαζευτήκαν εδώ μπροστά.
Όλα αυτά συνέβησαν γιατί εγώ σε κρίση ενθουσιασμού έλεγα στην παρέα για τους Slowdive που πήραν το όνομά τους από το…’Slowdive’. ‘Αυτή δίπλα με είπε άσχετη’, είπα στην μαμά μου όταν ήρθε να μας χαιρετήσει. ‘Πες κι εσύ η μαμά σου λέει δεν είσαι’.
Πιο πρόσφατα σε συναυλία Ride (πάλι) στην Οξφόρδη, γυναίκα από το fanclub με αποκάλεσε cunt γιατί μου τα είχε κρατημένα από μια άλλη φορά που της είχα πει να μην εμποδίζει τον κόσμο να έρχεται μπροστά (δεν είναι ρεζερβέ το κάγκελο). Παρόμοιο περιστατικό εξελίχθηκε σε συναυλία των Suede.Εννοείται πως δεν δικαιολογώ καμία γυναίκα που συμπεριφέρεται έτσι, ειδικά σε άλλη γυναίκα (αφήστε και την αμφιλεγόμενη χρήση του cunt).
Παρόλα αυτά προσπαθώ να κρατάω την ψυχραιμία μου γιατί η πατριαρχία καλά κρατεί και διαιωνίζει τα στερεότυπα των γυναικών που δεν μπορούν να είναι φίλες μεταξύ τους, γιατί είναι ανταγωνιστικές και ζηλεύουν η μία την άλλη και εμείς τα χάφτουμε και τα αναπαράγουμε δυστυχώς καμιά φορά και είναι τόσο εύκολο να πέσεις στην παγίδα όταν πρέπει να αγωνίζεσαι συνεχώς και για τα πάντα. Και όσο πιο πολύ το κάνεις, τόσο πιο πολύ η ίδια ανισόρροπη δύναμη σε πολεμάει, σε αποκαλεί κάτι καινούριο σε κάθε γενιά και κουράζεσαι…
Λίγο sisterhood παραπάνω λοιπόν θα βλάψει μόνο την πατριαρχία, win – win.
Να δώσω όμως και τα εύσημα στους μουσικόφιλους που συνεισφέρουν στα safe spaces που δημιουργήσαμε και δημιουργούμε για να μοιραζόμαστε, στους άγραφους κανόνες (το etiquette που λέμε), σε αυτούς που δεν σπρώχνουν και εκτοπίζουν γυναίκες ως πιο εύκολο στόχο γιατί θυμήθηκαν ότι τελικά θέλουν να πάνε μπροστά και γενικά σε όσους δεν συμπεριφέρονται σαν να είναι 1991 αλλά σε γήπεδο. Και στους παλιόφιλους των crew που με έχουν φροντίσει, σώσει από κεφαλοκλειδώματα, μου έχουν δώσει λίστες, passes, όχι μόνο σε μένα φυσικά, στο όποιο συναυλιακό παρεάκι τόσα χρόνια έχω συμπεριληφθεί, γιατί και οι φανς είμαστε fun καμιά φορά ανεξάρτητα του αυτοπροσδιορισμού μας.
Αν έχω μαλώσει με μη στρέιτ άντρα σε συναυλία; Βεβαίως και νομίζω πως θυμάμαι και όλα τα περιστατικά, ας πούμε 5 σε 35 χρόνια.
The future is here
Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, πάνω που ήρθε επιτέλους η πιο απελευθερωτική φάση της ζωής μου, οι ορμόνες ξαναχτυπάν και φέρνουν νέα δεδομένα.
Πρακτικά ζητήματα τα οποία είχα καταφέρει μετά από χρόνια οργάνωσης να αντιμετωπίζω, όπως η τουαλέτα όταν είσαι μπροστά και χωρίς παρέα, γίνονται ακόμη πιο περίπλοκα.
Δεν αρκούν πια τα «δεν θα πιω μπύρα», «δεν θα πιω τίποτα, ούτε νερό», εκτός αν μου το δώσει ο σεκιουριτάς στο μικρό το ποτηράκι , «θα βάλω και σερβιέτα και ταμπόν μαζί» κτλ κτλ.
Πλέον το «κατουριέμαι» και το «μου ήρθε περίοδος» μπορούν να συμβούν οποιαδήποτε στιγμή, χωρίς προειδοποίηση, πιω δεν πιω, κάθε πέντε λεπτά και κάθε δύο εβδομάδες αντίστοιχα. Πάντα εκτιμούσα όσες/όσους/όσα μου κρατούσαν για λίγο τον χώρο για να τρέξω σε περίπτωση ανάγκης. Έχω κάνει και καινούριες φιλίες έτσι.
Αλλά το καταφέρνω και αυτό μέχρι στιγμής, παράδειγμα το πρόσφατο τριπλό λάιβ Bis/Jesus Jones/EMF, κάγκελο από τις 7 έως τις 11 με 2 ποτά και 4 σπριντ στην τουαλέτα. Άξιζε.
Και ας πούμε ότι το κατάφερα το πρώτο μέρος της συναυλίας. Ε δεν θα πάμε και από το merch; Εννοείται, αντρικό S, χμ, μισό, να το δω επάνω μου… με τι κοιλιά ξύπνησα σήμερα; Μήπως να το πάρω Μ τελικά γιατί σε αυτή την ποιότητα θα μου κάθεται πιο καλά; Για πιάσε και το L να το δω, είμαι ψηλή.
Τι έχει συμβεί με τα μπλουζάκια τελευταία…
Τη μία μέρα έχω κοιλιακούς (να ‘ναι καλά τα 20 χρόνια πιλάτες δηλαδή) την άλλη μία φούσκα, σήμερα φοράω αυτό το ρούχο, αύριο το πρωί θα μου κουμπώνει;
- ‘Εγώ έκανα και κώλο [με την προ εμμηνόπαυση], άλλο πρωτόγνωρο’.
- ‘Κι εγώ ίσως, δεν ξέρω, μάλλον’.
- ‘Εκεί δηλαδή που ‘κάθεται’ το μπλουζάκι. Κάθεται αλλιώς!’
- ‘Ναι καλέ, σωστότατο!!’
H γιατρός μου πάντως μου λέει πως περνάμε δεύτερη εφηβεία.
Ας την απολαύσουμε λοιπόν, πηγαίνοντας στις συναυλίες μας, αγοράζοντας μπλουζάκια σε τυχαία νούμερα για να έχουμε πάντα κάτι να φορέσουμε, γράφοντας ό,τι νιώθουμε για τον καινούριο δίσκο των τάδε, τραγουδώντας, χορεύοντας, κλαίγοντας , και κυρίως not giving a fuck πια για όλα τα παραπάνω και αυτά που δεν ξέχασα αλλά παρέλειψα και πόνεσαν αρκετά.
ΥΓ: Ως GenΧer βλέποντας σήμερα μπάντες σαν τα Lambrini Girls και τα Dream Wife να φωνάζουν από την σκηνή για τις ανισότητες που όχι απλά υπάρχουν ακόμη αλλά βάζουν στη μπούκα ακόμη περισσότερες ομάδες που τολμάνε να υψώνουν την φωνή τους (π.χ. trans άτομα), από τη μία χαίρομαι, από την άλλη σκέφτομαι πως έφτασα 50 και ακόμη μιλάμε για τα ίδια. Από το ‘Girls to the front’ της Kathleen Hanna στο ακόμη πιο συμπεριληπτικό πλέον ‘Bad Bitches to the front’ της Rakel Mjoll, τι άλλαξε τελικά;
Γυναίκα ως γνωστόν δεν γεννιέσαι, γίνεσαι.
Και αν η γενιά μου είχε στη διάθεση της πιο πολλούς αυτοπροσδιορισμούς δεν ξέρω τι άλλο θα με εξέφραζε.
Τότε είπα απλά όχι σε κάθε στερεότυπο και κάπως έτσι συνεχίζω.




