Τοπικά προϊόντα
Αυτές οι 11 φωνές θα μπορούσαν να είναι τελείως διαφορετικές την περασμένη ή την επόμενη εβδομάδα. Αν το κείμενο είχε γραφτεί τον Αύγουστο ενδεχομένως στη θέση αυτών να βρίσκονταν 11 γάλλοι και τον Οκτώβριο κατά πάσα πιθανότητα θα υπήρχε μια αρίθμηση που ξεκινάει από την Μπίλι Χάλιντει και σταματάει στον Νουσράτ Φατέ Αλί Χαν. Στο μεταξύ όμως και παρότι πιστεύω ότι η Μακεδονία ανήκει στις αρκούδες της, 11 ντόπιες φωνές.
Μαρία Φαραντούρη
Η φωνή της Μαρίας Φαραντούρη έχει κάτι γήινο αλλά όχι χθόνιο. Μπορεί να μεταφέρει όλα τα συναισθήματα χωρίς να τα αφήνει να ξεχειλώσουν. Η θλίψη της δεν γίνεται ποτέ μελό, η οργή της δεν είναι ποτέ άλογη, η τσαχπινιά της δεν εκπίπτει σε πουτανιά. Ακόμα και τώρα, στα εβδομήντα της, που η ερμηνεία της εύλογα αποδίδει μια μητρικότητα που απευθύνεται προς τους ακροατές της, δεν εκπέμπει αυτό το σφιχτό εναγκαλισμό της μανούλας που σε πνίγει, όπως έκαναν άλλες τραγουδίστριες του βεληνεκούς της -η Mercedes Sosa καληώρα. Δεν είναι ότι τραγουδά αποστασιοποιημένα, κάθε άλλο, βρίσκεται μέσα σε κάθε λέξη του τραγουδιού της. Είναι όμως ακριβώς αυτό, μια τραγουδίστρια που δεν καταλαμβάνει όλο το χώρο που της δίνεται, μια τραγουδίστρια που σου δίνει χώρο να υπάρξεις.
Στο ταινιάκι που ακολουθεί η Φαραντούρη δεν είναι ούτε 20 χρονών. Ο τίτλος του φιλμ είναι "Ρωμιοσύνη", βγήκε από την εταιρεία του Τάκη του Περγαντή και σκηνοθέτης δεν αναφέρεται, μόνο ο Βασίλης Ραφαηλίδης ο οποίος έχει κάνει την επιμέλεια παραγωγής. Είναι 14 Μαρτίου του 1966, βρισκόμαστε στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά σε μια κοινή συναυλία Θεοδωράκη-Λεοντή. Η επιλογή του συγκεκριμένου βίντεο έγινε για δύο λόγους. Ο πρώτος, είναι η ορχήστρα. Το ηλεκτρικό κοντραμπάσο του Βαγγέλη Παπαγγελίδη, ο μαέστρος Γιάννης Διδηλής στο πιάνο, ο Εύανδρος Παπαδόπουλος στη τζαζ (έτσι λέγανε τότε στην Ελλάδα τα ντραμς, από τζαζίστες τα είχαν πρωτοδεί άλλωστε), ο σπουδαίος λαϊκός κιθαρίστας και συνθέτης Πάνος Πετσάς και το κλασικό δίδυμο μπουζουκιών, ο Λάκης Καρνέζης με τον Κώστα Παπαδόπουλο. Μόνο που εδώ ο Παπαδόπουλος κρατάει κάτι που μοιάζει με ηλεκτρική κιθάρα, αλλά στα παρακάτω πλάνα φαίνεται καθαρά ότι έχει 8 κλειδιά. Κάποιο παράξενο ηλεκτρικό κιθαρομπούζουκο ίσως; Ο δεύτερος λόγος είναι ότι στο φινάλε εμφανίζεται για μερικά δευτερόλεπτα ο έτερος τραγουδιστής της συναυλίας, ο οποίος έχει επίσης θέση σε αυτή τη λίστα.
https://youtu.be/l7wuRxbLbKE
Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Αυτός ο κουτσαβάκης που είδατε στο φινάλε του προηγούμενου βίντεο να τραγουδάει στίχους του Γιάννη Ρίτσου είναι ο πιο πειστικός έλληνας τραγουδιστής. Τζόρας, καχύποπτος, αλάνι, ο άνθρωπος που τα πρώτα χρόνια δεν τον άφηναν να τραγουδάει, αλλά ήθελαν τα τραγούδια του για άλλους, μπήκε τελικά με τις πάντες στην τραγουδιστική πιάτσα και έκανε άπιαστα πράγματα. Είτε τραγουδούσε «της αγάπης αίματα με πορφύρωσαν» είτε «η λεβεντιά μου να `ν’ καλά, κι από γυναίκες μάτσο», είτε διασκεύαζε έντιμα τα ρεμπέτικα του Μάρκου, είτε, αργότερα, το έπαιζε ιστορία τραγουδώντας τις δικές του καντσονέτες, ο Μπιθικώτσης είχε κύρος και ειδικό βάρος. Όταν σου λέει κάτι, είναι αυτό και δεν μπορεί να είναι αλλιώς. Γι' αυτό οι ακροατές του του συγχωρούσαν τα πάντα, ακόμα και το ότι έχει κάνει περισσότερες αποχαιρετιστήριες συναυλίες από τους Πυξ Λαξ και τους Active Member μαζί. Ξέρω ότι πρέπει να πιάσω το δημόσιο αίσθημα, να πω ότι ήταν λιτός και δωρικός και άλλες κοινοτοπίες, αλλά θα προτιμήσω να θυμάμαι την απίστευτη άρθρωσή του, που συντελούσε στο εξαίρετο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα περισσότερο από τη λιτότητα του ύφους.
Πάμε για τη συνέχεια του προηγούμενου βίντεο
https://youtu.be/KkDJQaixK7s
Μαίρη Λω
Το μακρινό 1946 είναι η χρονιά που έγιναν ξανά στην Ελλάδα ηχογραφήσεις μουσικής, για πρώτη φορά μετά τον πόλεμο και τις καταστροφές του. Ο εμφύλιος είχε ήδη αρχίσει, αλλά αυτό δεν το συνειδητοποιούσαν τότε ούτε καν οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές του. Ανάμεσα στις πρώτες ηχογραφήσεις της εποχής, ένα φωνητικό τρίο από το Παλιό Φάληρο, τρία κορίτσια που πήγαιναν ακόμα σχολείο ή μόλις το είχαν τελειώσει. Το Τρίο Σταρ δεν έκανε κάτι πρωτότυπο, εκ πρώτης όψεως μάλιστα έκανε κάτι φοβερά συνηθισμένο: τρία νεαρά κορίτσια, εντελώς αμερικανάκια, τραγουδούσαν στα ελληνικά ένα σουξέ της εποχής του πολέμου. Εμφανίστηκαν με τον σπουδαίο Ρώσο εμιγκρέ πιανίστα της τζαζ Νίκυ Γιάκοβλεφ στο Ζάππειο και στη ραδιοφωνία. Αυτή η ηχογράφηση σηματοδοτεί δύο μάλλον σημαντικά γεγονότα της ελληνικής πολιτιστικής κίνησης: την πρώτη δημόσια παρουσία της μετέπειτα σπουδαίας ηθοποιού Βέρας Ζαβιτσάνου (συμμετείχε στο τρίο μαζί με την αδελφή της Μαρί) και την πρώτη ηχογράφηση της φωνής της Μαίρης Λω.
Η Μαίρη Λόου (όπως γραφόταν τον πρώτο καιρό το ψευδώνυμό της) συνέχισε με το τραγούδι και συνέχισε με τον Γιάκοβλεφ, τον οποίο παντρεύτηκε λίγα χρόνια μετά. Από την περσόνα της μοντέρνας τραγουδίστριας πέρασε με άνεση στο καθαυτό ελαφρό τραγούδι, τραγουδώντας κυρίως τραγούδια του Γιάκοβλεφ, αλλά και του Μαλλίδη, του Θεοφανίδη, του Χατζιδάκι. Τραγούδησε πολύ για το ραδιόφωνο και εμφανίστηκε κυρίως στα αριστοκρατικά ζαχαροπλαστεία ιδιοκτησίας του πεθερού της, το Πετρογραδ στη Σταδίου 29 και το Ρωσικόν στην Πανεπιστημίου, στο χώρο που αργότερα άνοιξε το πρώτο METROPOLIS.
Αυτή η συγκλονιστική φωνή με τις εξαιρετικές δυνατότητες υπήρξε στις δεκαετίες του '50 και του '60 ό,τι καλύτερο είχε να παρουσιάσει η ελληνική αστική τάξη σε επίπεδο ερμηνείας και μουσικής αντίληψης. Να με συγχωρήσετε αν ακούγομαι ιερόσυλος, αλλά μπροστά της οι διάφορες Τζένες Βάνου και Σοφίες Βέμπο ακούγονται καλές αλλά άχρωμες, σημαντικές αλλά όχι σπουδαίες, εκφραστικές αλλά όχι συνταρακτικές. Δεν είναι μόνο ότι η Μαίρη Λω μπορεί ακόμα και στην τρέχουσα δεκαετία να ξανακάνει σουξέ από το πουθενά, είναι όλη η εκφραστικότητα που διακρίνει τις ερμηνείες της. Εδώ την ακούμε σε ένα τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι και του Λουκά Στρογγυλού όπου η βροχή δε σταματάει στο λιμάνι και μπορείς να νιώσεις την υγρασία ακόμα κι αν ακούσεις το τραγούδι ένα μεσημέρι του Ιουλίου στον κάμπο της Λάρισας
https://youtu.be/08mE48oKaZU
Αργύρης Μπακιρτζής
Δεν υπήρξε ποτέ άλλος τραγουδιστής στην Ελλάδα που να έχει συγκεράσει στη φωνή του το λόγιο και το λαϊκό με αυτόν τον τρόπο. Ουδέποτε υπήρξε ερμηνευτής που να έχει τέτοια συναίσθηση της ιδιαιτερότητας της φωνής του και να παίζει με αυτήν, με έναν τρόπο που σαφώς ανάγεται στην παράδοση της αβανγκάρντ αλλά διατηρεί την απόλυτη γείωση στο καθημερινό τραγούδι, το τραγούδι που μπορεί ο καθένας να σφυρίξει την ώρα που περπατάει ή εργάζεται. Υπήρξε εξαίρετος χορευτής ροκεντρόλ και θαυμαστής του Μίκη Θεοδωράκη, αν και είναι αμφίβολο αν αυτές οι δύο ιδιότητες επηρέασαν την καλλιτεχνική του αρτιότητα. Έχει χλευαστεί ως άφωνος και φάλτσος, έχει κατηγορηθεί ως φλύαρος και κουλτουριάρης, του έχουν καταλογίσει (σε αυτόν και στο συγκρότημά του) ό,τι περνάει από το μυαλό σας. Η μουσική δεν ήταν ποτέ το κύριο επάγγελμά του, τώρα πρέπει να είναι πια συνταξιούχος και γι' αυτό της αφιερώνει περισσότερο χρόνο. Οι ζωντανές παρουσίες του είναι χρόνια τώρα το πιο σύνθετο θέαμα-ακρόαμα που μπορεί να παρακολουθήσει κάποιος στη χώρα μας, ένα αμάλγαμα λόγου και μουσικής που παραπέμπει εξίσου σε μια παρέα ηλικιωμένων που παίζει με τα όργανα και λέει ιστορίες στο καφενείο του χωριού και στα πλέον μεταπροχωρημένα θεάματα της μουσικής πρωτοπορίας. (Βάζω ένα πλέγμα για να αποφύγω τις ρίψεις ζαρζαβατικών, προσεύχομαι να μην έρθει κανείς με μυδράλλιο).
Κυρίες και κύριοι, ο Αργύρης Μπακιρτζής
https://youtu.be/cbMn-J7Er6U
Φλέρυ Νταντωνάκη
Η Φλέρυ Νταντωνάκη ήταν ένα περίεργο εξωτικό πτηνό που βρέθηκε σε έναν κόσμο που δεν μπορούσε να τον καταλάβει και δεν μπορούσε να την ανεχθεί. Μαγική και αποσυνάγωγη ταυτόχρονα, έζησε τη ζωή της όπως την καταλάβαινε, βρήκε τοίχους παντού μπροστά της και δεν κατάφερε να τους ξεπεράσει, μάλλον γιατί έπεφτε πάνω τους με τα μούτρα. Και άφησε το αποτύπωμά της σε ό,τι καταπιάστηκε, ένα αποτύπωμα ειλικρινές και άγριο. Άφησε επίσης πίσω της ερμηνείες που, μ' έναν ύπουλο τρόπο, αντιτίθενται σε κάθε εφησυχασμό. Κι επειδή αυτή η έλλειψη εφησυχασμού ήταν βαθιά βιωμένη και εντελώς ανερμάτιστη, την οδήγησε από νωρίς έξω από την επικοινωνία με τους ανθρώπους, κατόπιν έξω από το τραγούδι, και τελικά έξω από τη ζωή.
Πριν από 20 χρόνια, άρρωστη και ταλαιπωρημένη, αποφάσισε να μας απαλλάξει από τις τύψεις και από τα ερωτηματικά μας. Ή να μεταθέσει και τα δυο σε ένα άλλο επίπεδο.
Στα ρεμπέτικα της τελευταίας περιόδου, μετά τον πόλεμο, υπάρχει μια μεγάλη παγίδα για τους επίδοξους διασκευαστές. Ο λόγος, ακριβώς επειδή οι δημιουργοί γράφουν έχοντας συνείδηση της επιτροπής που λογοκρίνει, είναι κωδικοποιημένος, αφαιρετικός και συχνά έχει χάσματα. Χάσματα που καλύπτει η μελωδία, η ενορχήστρωση, το γρέζι της φωνής. Καμιά φορά η αφαίρεση είναι τόσο έντονη που αν κουνήσεις οποιοδήποτε από τα υπόλοιπα στοιχεία του τραγουδιού, καταρρέει όλο το σύστημα.
Εδώ έχουμε μια περίπτωση όπου ο Μάνος Χατζιδάκις με την πιανιστική, την εκτελεστική του ευαισθησία, κατορθώνει να συγκρατήσει το μεγαλύτερο μέρος από αυτό το υπέροχο, αποπνικτικό τραγούδι του Γιάννη Παπαϊωάννου. Αλλά αυτό συμβαίνει μόνο γιατί ανακάλυψε μια τραγουδίστρια που, όπως έχει γράψει και ο ίδιος, διαθέτει «την τεχνική τελειότητα της Σβάρτσκοπφ και την γήινη αμεσότητα της Νίνου».
Μου έχει τύχει να ακούσω απόπειρες να ερμηνευτεί ξανά αυτή η παρτιτούρα στο πιάνο, και μάλιστα από σπουδαίους και ευαίσθητους μουσικούς, αλλά το αποτέλεσμα δεν λειτουργεί. Και δεν λειτουργεί γιατί δεν υπάρχει ερμηνεύτρια, όση τεχνική αρτιότητα και να επιστρατεύσει, όση λαϊκότητα και να αποπνέει, που να είναι, σαν την Νταντωνάκη, μαγική και αποσυνάγωγη ταυτόχρονα. Και δεν υπάρχει βέβαια κανένας τρόπος, ακόμα κι αν βρεθεί αυτή η τραγουδίστρια, να κατασκευαστεί ξανά η συνθήκη που λέγεται Νέα Υόρκη του 1970.
https://youtu.be/sZm0B8ZCdyk
Κώστας Ρούκουνας
«Γεια σου, Ρούκουνα Κεπούρα», φωνάζει ο Μάρκος Βαμβακάρης στον συντραγουδιστή του όπως τραγουδάνε το "Μαύρα μάτια, μαύρα φρύδια". Δεν ξέρω αν υπάρχει πεδίο σύγκρισης ανάμεσα στον συμπαθή πολωνό τενόρο και στον σπουδαίο έλληνα τραγουδιστή. Ξέρω όμως ότι το Σαμιωτάκι τραγούδησε πράγματα που τον αφορούσαν και πράγματα που δεν τον αφορούσαν, τα τραγούδησε μόρτικα και όσο επαγγελματικά θα τα έλεγε και ένας λυρικός τραγουδιστής.
Επαγγελματίας του πάλκου και του πανηγυριού, αφού έζησε μια επιτυχημένη περίοδο πριν τον πόλεμο τραγουδώντας σμυρναίικα και ρεμπέτικα, βρέθηκε μετά το 1945 να γυρίζει από πανηγύρι σε πανηγύρι κάνοντας μια εξίσου επιτυχημένη (εμπορικά και καλλιτεχνικά) πορεία στο δημοτικό. Ηχογραφούσε μέχρι τα βαθιά γεράματα, στα τέλη των 70s και ίσως στις αρχές των 80s.
Αλλά όλα τα παραπάνω είναι βιογραφικές πληροφορίες και λεπτομέρειες, που δεν έχουν καμιά αξία και κανένα νόημα αν δεν τον ακούσετε σε αμανέ.
https://youtu.be/ppgazKApzDM
Χρήστος Λεττονός
Ο Χρήστος Λεττονός υπήρξε ένας τραγουδιστής πολυεργαλείο. Από το χλευασμό στην πίκρα, από το απόλυτα σοβαρό στο αφάνταστα ελαφρό, διέσχισε ως διάττων την ντόπια μουσική σκηνή. Πρόλαβε να βγάλει τους δίσκους του, να αποτύχει ως μαγαζάτορας, να δουλέψει στις μεταγλωττίσεις και να τα παρατήσει. Κάηκε ζωντανός μαζί με το φίλο του σε πολύ νεαρή ηλικία, αφήνοντας μόνο σπαράγματα μιας πολύ μεγάλης τέχνης που κουβαλούσε μέσα του και που εξέπεμπε γύρω του.
Και, κυρίως, όταν ο Δήμος Μούτσης μας απέδειξε μαθηματικά ότι, ναι, μελοποιείται ο Καβάφης, ήταν εκεί, άμεσος συνεργός.
https://youtu.be/6uLb-k31aLY
Αρλέτα
Υπάρχει κάτι καθησυχαστικό που σε κάνει ανήσυχο άνθρωπο; Μπορεί η ελληνίδα Μπαέζ να γράψει χασάπικο; Αν διασκευάσεις ένα άγριο ηπειρώτικο έχεις μετά το δικαίωμα να κάνεις σουξέ με ένα συρτό στα τρία; Και είναι ποτέ δυνατό να είναι αυτό το συρτό στα τρία το πρώτο lesbian βιντεοκλίπ στην ωραία μας χώρα; Έχετε δει ποτέ τον Νίκο τον Σπηλιά να κλαίει στον ώμο κάποιου, και τι σάουντρακ θα βάζατε σ' αυτή τη σκηνή; Θα έλεγες ποτέ καλό τραγουδιστή έναν άνθρωπο που, όταν το κοινό αρχίσει να τραγουδάει μαζί του στο ρεφρέν, αλλάζει τόνο για να τους μπερδέψει; Έχουν λύκους για κατοικίδια στα Εξάρχεια; Υπάρχει μπαλάντα δωματίου; Ποιος διασκεύασε πρώτος τραγούδι των Los Fabulosos Cadillacs στα ελληνικά;
Σε αυτά τα ερωτήματα και σε πολλά άλλα, δεν θα σας δώσει απάντηση το παρακάτω τραγούδι
https://youtu.be/C3BrPeDbjcg
Σωτηρία Λεονάρδου
Η Σωτηρία Λεονάρδου δεν είναι τραγουδίστρια. Δεν είναι καν ηθοποιός, σεναριογράφος ή ό,τι άλλο κουτάκι ευαρεστηθείτε να χρησιμοποιήσετε για να την βάλετε μέσα. Η Λεονάρδου είναι περσόνα με την αρχετυπική έννοια του όρου, είναι η ακίνητη σοουγούμαν. Μέλος μιας παρέας δημιουργικών ανθρώπων που βούλιαξαν στην πρέζα και στα ψυχοφάρμακα, η Λεονάροδυ επιβίωσε γιατί είχε έρμα. Είναι το φρικιό που εκλογίκευσε τη συμμετοχή της στις συναυλίες του Θεοδωράκη λέγοντας ότι ο Μίκης έγραψε τραγούδια για τον έρωτα και την ελευθερία. Πέρασε από την ελληνική μουσική σα σίφουνας, εξαϋλώνοντας την έννοια του δωρικού και διαλύοντας κάθε ψευδαίσθηση. Γιατί αυτό που αποκόμιζες μετά από κάθε λάιβ ήταν η διάλυση των ψευδαισθήσεών σου για τον έρωτα, τους ανθρώπους, τη φύση. Με μια ερμηνεία που προϋποθέτει εξίσου τη Ρίτα Αμπατζή και τον Linton Kwesi Johnson πορεύτηκε κάνοντας τους λιγότερους δυνατούς συμβιβασμούς και κάτι που μοιάζει με οτιδήποτε εκτός από καριέρα, έτσι κι αλλιώς έχει περάσει τη μισή της ζωή ταξιδεύοντας με όρους και συνθήκες που θα τρόμαζαν το χριστεπώνυμο ακροατήριο της ελληνικής μουσικής.
Κανονικά, ως υπόδειγμα ερμηνείας θα υπήρχε εδώ μια εκτέλεση από το "Θα με δικάσει" του Δημήτρη Λάγιου και του Μιχάλη Μπουρμπούλη, που το απογείωνε εδώ και 20 χρόνια στις ζωντανές της εμφανίσεις. Δεν έχει δισκογραφηθεί από όσο ξέρω, και η μόνη εκδοχή του που πρέπει να υπάρχει είναι σε κάποια εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου αφιερωμένη στο συνθέτη, την οποία βαριέμαι αφάνταστα να ψάξω τη συγκεκριμένη στιγμή μέσα στο μπάχαλο που είναι το αρχείο της ΕΡΤ. Αντ' αυτού, ένα σπουδαίο τραγούδι του Λάκη Παπαδόπουλου που βρήκε στην ερμηνεία της Λεονάρδου ό,τι του είχε λείψει στην ήδη πολύ καλά πρώτη του ηχογράφηση με τη φωνή του δημιουργού του.
https://youtu.be/usbNWTs42nQ
Γιώτα Βέη
Η Γιώτα Βέη είναι αντιτραγουδίστρια του δημοτικού τραγουδιού. Τραγούδησε όσο απλά μπορεί να τραγουδηθεί ένα τραγούδι, χωρίς κτερίσματα, χωρίς φιοριτούρες, χωρίς ποτέ να βγει σε πανηγύρι, όπως ακριβώς τραγουδούσαν οι γυναίκες στην οικογένειά τους και στα χωράφια, έξω από κάθε σύμβαση δημόσιας παρουσίας. Ξέφυγε από το δημοτικό ρεπερτόριο μόνο σε εξαίρετες περιπτώσεις και ήταν πάντοτε εξαιρετική όσο και ιδιόμορφη.
Εδώ, ο Γιάννος
https://youtu.be/jZwEcdeIo2E
Δημήτρης Ζερβουδάκης
Κάπου στα μέσα της δεκαετίας του '80 μια κομπανία από τη Θεσσαλονίκη άρχισε να γράφει δικά της τραγούδια. Διάλεξε ένα άκρως υπαινικτικό όνομα (Νέοι Επιβάτες, ακούγεται καλό για νεανικό σχήμα αλλά είναι και προάστειο της Θεσσαλονίκης που το είχε υμνήσει ήδη ο Τσιτσάνης με το κανονικό του όνομα, Μπαξέ Τσιφλίκι δηλαδή). Οι φωνές του εν λόγω σχήματος βρέθηκαν ελάχιστα χρόνια μετά να συνεργάζονται με τον Γιάννη Μαρκόπουλο αναδεικνύοντας τα φωνητικά τους προσόντα. Ας μείνουμε όμως για την ώρα στο αγόρι της συντροφιάς.
Ο Δημήτρης Ζερβουδάκης διαθέτει μια καλή φωνή, εντάξει μέχρι εδώ, δεν είναι άλλωστε ο μόνος, από καλές φωνές έχουμε γκώσει τα τελευταία χρόνια. Διαθέτει επίσης εκφραστικότητα κι αυτό το μαγικό κάτι που έχουν οι άνθρωποι που σε τραβάνε από το μανίκι όταν τους ακούς, που σε ψήνουν να έχεις συμμετοχή στον μουσικό τους κόσμο και στο καλλιτεχνικό τους όραμα. Πάει καλά, κι αυτό δεν είναι τραγικά πρωτότυπο, το έχουμε ξανασυναντήσει. Τι είναι αυτό που κάνει τη διαφορά στον Ζερβουδάκη; Ειλικρινά δεν ξέρω, και για να είμαι ακόμα πιο ειλικρινής δεν έχω και καμία πρόθεση να ψάξω για να το μάθω. Μου αρκεί που μπορώ να ακούω (ενίοτε και να αφουγκράζομαι) αυτά που έχει να πει σε αυτόν τον πολύχρωμο τραγουδιστικό κόσμο που έχει διαμορφώσει.
https://youtu.be/ap1z-IgTouU




