1910-1950 Chansons και lieder: Το ...καλό γαλλικό και γερμανικό τραγούδι

[Το πρώτο μέρος βρίσκεται εδώ]

Paris 1920sΠαρολ’ αυτά, ένα χαρακτηριστικό των καιρών ήταν μια σχεδόν ανέμελη αθωότητα. Τα κοσμοπολίτικα κέντρα, το Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο ειδικά με το σφρίγος της νέας πόλης ήταν «εκεί που συνέβαινε» (και αγκάθι στο μάτι των συντηρητικών και των ναζί οι οποίοι έβλεπαν τις μητροπόλεις ως κέντρα ακολασίας και παρακμής). Τα βουλεβάρτα με τα καινούργια πολυκαταστήματα ήταν φωτισμένα, τα αυτοκίνητα και τα μετρό έδιναν νέες ελευθερίες επαφής και μετακίνησης, οι νύχτες ξεφάντωναν άγρια σαν να μην υπήρχε αύριο, ποτισμένες σε αλκοόλ, μορφίνη και κοκαΐνη (τα ναρκωτικά της μόδας). Ήταν μια εποχή της υπερβολής, της εκκεντρικότητας κι ενός αχαλίνωτου (παν)ηδονισμού. Και δεν ήταν απλώς μία απέλπιδα αναβίωση της μπελ-επόκ. Και δεν ήταν μόνο, όπως λέγεται συνήθως, μία αντίδραση διαφυγής από την καταθλιπτική πραγματικότητα (αψηφώντας πολλές φορές λογοκρισία και κατασταλτικά μέτρα), μία βύθιση σε μια «Grande illusion» (κατά την ταινία του Ρενουάρ), ή κι ένα ξόρκι της «μυστικής βοής των πλησιαζόντων γεγονότων» (κατά το ποίημα του Καβάφη). Είναι που ακόμη και μέσα στις πιο μαύρες ώρες, η δύναμη της ζωής, ο πόθος για απολαύσεις και έρωτα, η χαρά της δημιουργίας ποτέ δεν στομώνουν. Έτσι τα χρόνια εκείνα οι τέχνες βίωσαν μια μοναδική άνθηση, ειδικά οι μαζικές, το θέατρο, ο νεογέννητος κινηματογράφος, και φυσικά η μουσική. Κάτι που και πάλι μας θέτει εμμέσως το ερώτημα κατά πόσο τελικά η τέχνη κάνει τον άνθρωπο καλύτερο. Η ιστορία μου κουνάει το κεφάλι αρνητικά...

Ο λαός τραγούδι θέλει, φτάνουν τα προβλήματα...
Ο κόσμος λοιπόν τραγουδούσε. Στο δρόμο, στα καφέ, στα καμπαρέ, στα θέατρα, στα music halls. Και χόρευε. Μετά μανίας. Τσάρλεστον της μόδας, με ξέσαλο κούνημα των γοφών και των ποδιών, όλο το σώμα δονούνταν, οι φούστες ήταν κοντές (νομίζατε ότι το μίνι είναι επανάσταση των 60s ε;), μεταξωτές κάλτσες από κάτω και οι ...φαντασιώσεις ελεύθερες. Ένας χορός «αναρχικός», κόντρα στα αυστηρά προκαθορισμένα βήματα των έως τότε χορών.
Και τι τραγουδούσε; Τι άλλο; Χιτάκια που θα λέγαμε και σήμερα! Schlager τα λέγανε οι Γερμανοί, variétés οι Γάλλοι. Με στίχους σατυρικούς, περιπαιχτικούς, αστείους, τρυφερούς, σκληρούς. Με μελωδίες απλές κι ευκολομνημόνευτες, με έμφαση στο ρεφραίν, με ρυθμούς μηχανικούς, συγκοπτόμενους, ήταν το χορευτικό στοιχείο που συνήθως διαφέντευε τα τραγούδια. Ποπ δηλαδή κατά μία έννοια, κι αν ακόμη δεν υπήρχε η έννοια, τα μπετά στα θεμέλια της είχαν πέσει. Η μουσική είχε ήδη μετατραπεί σε εμπόρευμα και το γραμμόφωνο επέβαλε την «παραδοσιακή» διάρκεια των 3 λεπτών, το σινεμά αλλά κυρίως το ραδιόφωνο την έφτανε σε κάθε σπίτι μέχρι και το πιο απομακρυσμένο χωριό, ένα τρομερό όπλο προπαγάνδας, ο «σπεσιαλίστας» του είδους Γκέμπελς το είχε καταλάβει και επιδοτούσε την απόκτηση «λαϊκού» ραδιοφώνου, του περίφημου Volksempfänger (αν θέλετε να δείτε πως μοιάζει, γυρίστε στο οπισθόφυλλο του «Radioactivity» των Kraftwerk).
Όλα αυτά είχαν προκαλέσει μία «φρίκη» στην εστέτ ελίτ, η νέα κοινωνία του μαζικού θεάματος τρόμαζε από τότε τους διανοούμενους, ο διαβόητος Σένμπεργκ π.χ. έβγαζε φλόγες: «αν είναι τέχνη τότε δεν είναι για όλους, αν είναι για όλους τότε δεν είναι τέχνη». Η φωνή τους όμως δεν εισακούστηκε. Και αν τα πρώτα χρόνια επικρατούσαν μελωδίες μεταφερμένες από τον χώρο της οπερέτας, σιγά-σιγά θα αναδειχθούν συνθέτες με το βλέμμα στον καθημερινό άνθρωπο, κάποιοι εκ των οποίων μάλιστα ήταν και σπουδαγμένοι μαθητές των λογίων του ακαδημαϊσμού, συνθέτες οι οποίοι θα γράψουν «φθηνή ποπ» για τον λαό, υπηρετώντας την άποψη ότι η τέχνη δεν μπορεί να παραμένει αδιάφορη στα τεκταινόμενα των καιρών. Ήταν μία τάση η οποία θα πάρει το όνομα «Νέα Αντικειμενικότητα», εξέχον εκπρόσωπος της οποίας ήταν και ο μεγάλος Kurt Weill.

BerlinΖε βουζ εμ εμείς, ιχ λίμπε ντιχ εσείς, και οι δύο όμως ...τζαζ
Μαζί τα εξετάζουμε σε τούτο το άρθρο το γερμανικό και το γαλλικό τραγούδι. Είναι που τούτοι οι δύο λαοί, άσπονδοι γείτονες με κοινή ιστορική ρίζα, έχουν περισσότερες ομοιότητες απ’ όσες θα ήθελαν να παραδεχτούν (τότε, χμμμ και σήμερα). Αυτό ισχύει και στη μουσική. Διαφορές υπήρχαν. Στη λόγια μουσική για παράδειγμα. Απέναντι στις συμφωνικές σιδερόφρακτες ...μεραρχίες ιππικού ενός Βάγκνερ οι Γάλλοι αντιπαρέθεσαν την πλήρη μελωδική απογύμνωση, δίπλα στις «Γυμνοπαιδιές» ενός Satie έβαλαν και τον Debussy, τον Gabriel Fauré και άλλους. Ακολουθώντας κατά έναν παράδοξο τρόπο εκείνη την επιταγή «Il faut méditerraniser la musique» του ...Νίτσε, ο οποίος (ναι!) δεν είχε και σε πολύ μεγάλη εκτίμηση τους συμπατριώτες του.
Στη λαϊκή μουσική οι διαφορές εντοπίζονταν κυρίως σε ιστορικές αιτίες. Από τη μία η Γαλλία είχε να επιδείξει μια πιο συνεκτική παράδοση όντας ενιαία γεωγραφική ενότητα από παλιά, το δε (...καλό) γαλλικό τραγούδι, εκείνο που και σήμερα ακόμη λέγεται chanson, είναι για τη γαλλική ταυτότητα (και την προάσπιση της!) τόσο απαραίτητο όσο η ...μπαγκέτα, το βούτυρο και ο σωβινισμός. Η γειτόνισσα αντίθετα, μέχρι την ενοποίηση του 1871 (η οποία μάλιστα πραγματοποιήθηκε στην καρδιά του γάλλου εχθρού) ήταν ένα παρδαλό χαλί από δεκάδες δουκάτα, κομητείες και κρατίδια (κάποια υπολείμματα μάλλον συγκυριακά επιβίωσαν μέχρι σήμερα όπως το Λιχτενστάιν και το Λουξεμβούργο). Όχι και οι ευνοϊκότερες συνθήκες για να χτιστεί μία ενιαία εθνική ταυτότητα, ακόμη και σήμερα κάποιες διαφορές είναι διακριτές.
Η παγκοσμιοποίηση όμως, η πρώτη και ...αυθεντική των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα, είχε καταλυτικά κι ενοποιητικά αποτελέσματα. Τα νέα μέσα μεταφοράς, οι θαυματουργές τηλεπικοινωνίες, οι πρωτοφανείς δυνατότητες για κινητικότητα και επαφή άμβλυναν τις διασυνοριακές διαφορές διαμορφώνοντας ουσιαστικά έναν ενιαίο πολιτιστικό χώρο. Μαζί κι ένα τραγούδι το οποίο μπορούσε πλέον να διαβαίνει τα σύνορα, κάτι δύσκολο έως αδιανόητο για μια όχι και πολύ μακρινή εποχή.
Οι δε επιρροές έρχονταν κυριολεκτικά από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Από Ρώσους εμιγκρέδες εκδιωγμένους από τους «κομμουνιστάς», από τις αφρικάνικες αποικίες, η πιο καθοριστική όμως κατέφθασε από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Πρώτοι ακούσιοι πρεσβευτές της ήταν οι αμερικανοί στρατιώτες οι οποίοι ήρθαν στην Ευρώπη στα τελειώματα του Α’ Παγκόσμιου πολέμου. Τα επόμενα χρόνια, το Παρίσι κυρίως, θα κατακλυστεί από αμερικανούς, μετανάστες της τέχνης, του ρατσισμού αλλά και του ποτού (ποτοαπαγόρευση, μην ξεχνιόμαστε), κάτι σαν ένας προάγγελος του ...«τρελού θηριοτροφείου στην Ευρώπη». Jazz, foxtrot, charleston, lindy hop, shimmy, όλες οι χορευτικές μόδες διέσχιζαν τον Ατλαντικό ταχύτερα από τα υπερωκεάνια της εποχής και κατέφταναν στα bar americain του Παρισιού και στα ύποπτα καταγώγια του Βερολίνου. Οι δε μαύροι μουσικοί ήταν περιζήτητοι (και σαν εραστές επίσης!), η τζαζ θα γνωρίσει μέρες δόξας, ορχήστρες όπως του Sidney Bechet και του Lud Gluskin περιόδευαν παντού σε γεμάτα θέατρα, παρέχοντας ουσιαστικά το soundtrack για το φρενήρες κέφι των 20s.
Στη Γερμανία όλα αυτά θα τελειώσουν με μια βίαιη SS γκλομπιά το 1933. Μετά λογοκρισία και μπότα, τάξη και ασφάλεια. Και η τζαζ θα πάρει περίοπτη θέση στις τάξεις της «εκφυλισμένης» («entartete») τέχνης. Και όχι μόνο αυτή. Για αιώνες ζωτική φλέβα της πολιτισμικής ζωής της χώρας υπήρξε η εβραϊκή κοινότητα, μια αστική κατά βάση πληθυσμιακή κατηγορία, η οποία έδινε τον τόνο με το ανοιχτό, κοσμοπολίτικο έως και αιρετικό της πνεύμα. Μετά το ‘33 όμως ξεκίνησε μία ολοένα κλιμακούμενη δίωξη, αποτέλεσμα ήταν μία ακατάσχετη έξοδος από επιστήμονες και καλλιτέχνες, όσοι δεν προνόησαν ή δεν τα κατάφεραν να φύγουν εγκαίρως χάθηκαν στα στρατόπεδα του θανάτου. Μία μοναδική αιμορραγία από την οποία η γερμανική πνευματική ζωή νομίζω δεν συνήλθε ποτέ...

Τα τραγούδια που μένουνε...
Ακολουθεί μία επιλογή (προσωπικού γούστου εννοείται) τραγουδιών συνοδευόμενων από κάποια σχόλια-πινελιές, στην προσπάθεια να φωτίσουμε γωνιές οι οποίες μας ξέφυγαν στη πολύ γενική κι αδρή τούτη περιγραφή (εντάξει μουσικό περιοδικό είμαστε, θα μας συγχωρήσετε). Η ανθολόγηση προσπαθεί να καλύψει ολόκληρη την περίοδο, περιέχει όμως και κάποιες ενδεικτικές μεταπολεμικές «ουρές» συνέχειας, έστω κι αν από το 1945 έχουμε να κάνουμε με έναν εντελώς διαφορετικό κόσμο και με μια άλλη ιστορία. Πρόκειται για κομμάτια τα οποία αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν πολύ, κάποια ξεπέρασαν και τα γλωσσικά σύνορα, κι ας μην ήταν αγγλόφωνα, δεν είχε βλέπετε ακόμη επιβληθεί η αγγλοσαξονική πολιτιστική επικυριαρχία. Κομμάτια τα οποία παλεύουν με τη λήθη και προς το παρόν αρκετά τα καταφέρνουν καλά.
Μέσα σε αυτά θα ανακαλύψετε και τραγούδια ακόμη και από την εποχή που ο Αδόλφος ...έπαιζε με την υδρόγειο όπως ο Τσάπλιν στον Μεγάλο Δικτάτορα. Προς επίρρωση των όσων λέγαμε για το τραγούδι που ποτέ δεν σταματά. Γιατί η ζωή συνεχίζεται. Πάντοτε. Και η τέχνη. Και η ποίηση. Ακόμη και μετά το Άουσβιτς...
Αντόρνε (sic) είχες (ευτυχώς) άδικο...

Mistinguett – Mon homme1. Mistinguett – Mon homme (1916)
Η Mistinguett, η Miss Tinguett, μία από τις πρώτες παγκόσμιες σταρ της νέας εποχής, συνδύαζε με αυτό τον μοναδικό γαλλικό τρόπο τον ερωτισμό με την τέχνη σε κάθε της έκφανση (ήταν από τις πρώτες η οποία ασφάλισε τα ...πόδια της για ένα τεράστιο για την εποχή ποσό). Πολυδιάστατη αρτίστα η οποία αναδείχθηκε και ταυτίστηκε με τη σκηνή του Moulin Rouge, του Κόκκινου Μύλου της Μονμάρτρης, σε αυτό το εμβληματικό σκληρό κομμάτι τραγουδά για τον άντρα της, ο οποίος την κακοποιεί και την απατάει από πάνω, αλλά αυτή εκεί, τον αγαπάει...

2. Sylva Berthe- Les roses blanches (1926)
To τριαντάφυλλο (από τα πιο δημοφιλή λουλούδια της γαλλικής τραγουδοποιίας) πρωταγωνιστεί σε τούτο το πανέμορφο δραματικό τραγούδι, μιλάμε για δράμα ολκής, στα ελληνικά ‘60s θα μπορούσε να γυριστεί και ταινία στην ...ΚΛΑΚ φιλμζ, ένα παιδί του δρόμου, φτωχαδάκι, έχει τη μάνα στο νοσοκομείο, κάθε Κυριακή της πηγαίνει ένα λευκό τριαντάφυλλο, μια μέρα δεν έχει σέντσι τσακιστό κι αναγκάζεται να κλέψει, η ανθοπώλισσα τον συλλαμβάνει αλλά συγκινείται από την ιστορία του και τον αφήνει να φύγει. Μόνο που όταν φτάνει στο νοσοκομείο η μάνα έχει πια πεθάνει... Το δάκρυ πέφτει κορόμηλο στο άσμα το οποίο έγραψε ο Léon Raiter και, όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια, το ερμήνευσαν μια πλειάδα τραγουδιστών. Τον αγώνα ταχύτητας σε σουξέ και πωλήσεις αλλά και αντοχής στο χρόνο κέρδισε τούτη η εκτέλεση της Sylva Berthe, η οποία τα επόμενα χρόνια θα «ειδικευτεί» σε τέτοιου τύπου «μάαααανα-γιεεεε μου» τραγούδια (στα πλαίσια του αποκαλούμενου τότε chanson réaliste).

3. Émile Vacher - Reine de Musette (1927)
Στη γειτονιά μου την παλιά είχα ένα φίλο, τον λέγανε Émile, που ήξερε και έπαιζε τ' ακορντεόν, στο Saint Germain des Prés, στην Rive Gauche, στο Montparnasse. Το ακορντεόν, το κατεξοχήν όργανο του δρόμου και των ανθρώπων του έως και σήμερα, αποτέλεσε τη βάση για τούτο το αποκλειστικά γαλλικό μουσικό είδος (χορό βασικά) που ονομάστηκε musette. Και αυτός ήταν ίσως ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του.

4. Josephine Baker - J'ai deux amours (1930)
«Πάμε να δούμε μια καινούργια στριπτιζέζ» διαβάζω σε έναν διάλογο αστυνομικού μυθιστορήματος το οποίο διαδραματίζεται στον μεσοπόλεμο. Ο λόγος γινόταν για την γαλλο-αμερικανίδα Josephine Baker, η οποία βέβαια ήταν πολλά παραπάνω από μια απλή πεταλούδα της νύχτας. Πραγματικό φαινόμενο της εποχής, εξωτική, με το στιλπνό της μαύρο δέρμα έκανε πάταγο με τις εκκεντρικές της παραστάσεις (να την πούμε μήπως Lady Gaga της εποχής;), ήταν και ηθοποιός αλλά και τραγουδίστρια (όχι σπουδαία πάντως). Έχω δύο αγάπες μας λέει εδώ, μην πάει ο νους σας στο κακό, στο Παρίσι και τη χώρα της αναφέρεται...

Arletty - Et Le Reste?5. Arletty & Jean Aquistapace - Et le reste? (1933)
Ένα γοητευτικό παιχνιδιάρικο ντουέτο, η μπάσα ωριμότητα ενός καθιερωμένου τραγουδιστή της όπερας δίπλα στα νιάτα, τη δροσιά, την τσαχπινιά της Arletty. Αστεράκι που θα έλαμπε τα επόμενα χρόνια, ηθοποιός, τραγουδίστρια αλλά και μοντέλο (οι Γάλλοι δεν είχαν ποτέ πρόβλημα με τέτοιες διαχωριστικές γραμμές), χαρακτηριστική parigote, η Arletty θα συμμετάσχει σε κάποιες καθοριστικές ταινίες του γαλλικού κινηματογράφου. Όμως η μοίρα της επεφύλασσε (και) μία άλλη θέση στη συλλογική μνήμη. Μετά τον πόλεμο κατηγορήθηκε για ...ξαπλωτή συνεργασία με τον γερμανό κατακτητή, τα είχε γαρ στην Κατοχή με έναν αξιωματικό της Λουφτβάφε. Κι αν το διάσημο της όνομα τη γλίτωσε από το ξύρισμα και τη διαπόμπευση στους δρόμους, όσα δηλαδή «τράβαγε» η απλή γαλλοπούλα «προδότρα», δεν απέφυγε ωστόσο τη φυλάκιση και τον στιγματισμό, θα αποκοπεί από τη ζωή της πόλης που την ανέδειξε και θα πεθάνει μόνη μες στη μελαγχολία το 1992. Η ίδια θα σχολιάσει δηκτικά την όλη υπόθεση με μια ατάκα η οποία θα γραφόταν στην ιστορία: «Η καρδιά μου είναι γαλλική αλλά ο κώλος μου διεθνής».

6. Fréhel – Où sont mes amants? (1935)
Ένα κορίτσι που μεγάλωσε χαμίνι στον δρόμο και τη φτώχεια, δανείστηκε το καλλιτεχνικό όνομα από ένα ακρωτήρι της γενέθλιας γης της Βρετάνης κι έφτασε μέχρι τις μεγαλύτερες σκηνές, είπε τραγούδια τα οποία σφράγισαν την εποχή, ποτέ όμως δεν κατάφερε να αποτινάξει την αυτοκαταστροφική μελαγχολία και το βάρος των βιωμάτων. Τραγικά προφητικός αυτός ο συγκινητικός ύμνος για τα νιάτα και τους αγαπημένους που χάνονται μέσα στο χρόνο. Τελείωσε και αυτή μέσα στη φτώχεια κατεστραμμένη από το ποτό και τη μοναξιά.

7. Édith Piaf - L’Étranger (1935)
Νομίζω έχουν ειπωθεί τα πάντα για τούτη την γυναίκα, τοτέμ κυριολεκτικά κι έμβλημα του γαλλικού τραγουδιού (κι ας τη λέγανε σπουργιτάκι), η «σαν τριαντάφυλλο» πολύπαθη ζωή της έγινε οσκαρική ταινία και τα τραγούδια της αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του DNA της γαλλικής κληρονομιάς. Κι όλα αυτά τα κατάφερε μια γυναίκα γέννημα-θρέμμα της σκληρής εργατικής τάξης και με τραγούδια τα οποία ζωντάνευαν τρυφερά σκληρές ιστορίες από το περιθώριο. Η ακμή της ήρθε τη δεκαετία του ’50 (όταν παλιοί φίλοι και θαυμαστές έλεγαν ότι είχε γίνει «ψεύτικη», ότι είχε προδώσει τον εαυτό και την τάξη της), αυτό είναι ένα κομμάτι από την πρώιμη περίοδό της, γραμμένο από την σπουδαία και παραγνωρισμένη Marguerite Monnot, ήταν κι αφορμή για τη γνωριμία τους και η αρχή μιας μακράς συνεργασίας, τα περισσότερο σπουδαία κομμάτια της Piaf ήταν έργα της Monnot.

Marie Dubas - Mon Legionnaire8. Marie Dubas - Mon Legionnaire (1936)
Για το σκληρό της αγόρι, που είναι και λεγεωνάριος στη Λεγεώνα των Ξένων τραγουδάει εδώ η Marie Dubas. Τραγούδι ταυτισμένο με την Piaf φυσικά, αλλά ήταν η Dubas που το είπε πρώτη σε μία εκτέλεση η οποία μ’ αρέσει πολύ (σσσς, μυστικό μεταξύ μας, γενικά δεν είμαι οπαδός των ερμηνειών της Piaf). Δημοφιλέστατες και οι δύο κυρίες στις εποχές τους, αλλά ο χρόνος πως τα φέρνει, η μνήμη της μίας έμεινε αθάνατη, η άλλη χάθηκε στη λήθη.

9. Jean Sablon - Vous qui passez sans me voir (1936)
Τα απαραίτητα μελιστάλαχτα βιολιά κι ένα μελωδικό πιανάκι υπογραμμίζουν τη θλίψη εκείνου που βλέπει την παλιά Εκείνη να τον προσπερνά σαν να είναι αόρατος. Τεράστια επιτυχία της εποχής, γραμμένη από τον Charles Trenet για τον Jean Sablon, τον επονομαζόμενο «Le Bing», έναν τραγουδιστή ο οποίος αναζήτησε και ήχους και συνεργασίες πέρα από τα στενά εννοούμενα όρια του chanson (π.χ. με τον Django Reinhardt).

10. Jean Gabin - Quand on s' promene au bord de l'eau (1936)
Αυτό το τέρας της υποκριτικής, από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του 20ου αιώνα, που λέγεται Ζαν Γκαμπέν, επιδεικνύει τις ικανότητες του και στο τραγούδι. Οι ωραίες Κυριακές με μια προμενάδα δίπλα στο ποτάμι, ένα (τουλάχιστον) κορίτσι στην αγκαλιά, ένα ακορντεόν, μια υπέροχη μελωδία από την ταινία «La belle équipe», μια ταινία ύμνος στην αντρική φιλία η οποία τελικά ...χαλάει για ένα από τα εν λόγω κορίτσια. Όταν είχα πρωτακούσει το κομμάτι, σε εποχή πολύ φτωχών γαλλικών, φαντασιωνόμουν ότι είχε πολύ πιο ύποπτο και λάγνο περιεχόμενο (άκου: bord de l’ eau = μπορ ντε λό).

11. Maurice Chevalier – Paris sera toujours Paris (1939)
Τον Νοέμβριο του ‘39, ενώ τα τευτονικά στρατά αλώνιζαν στις πεδιάδες της Πολωνίας και στην απέναντι μεριά του Ρήνου λαδώνονταν οι μηχανές των πάντσερ, οι Γάλλοι σαν να ζούσαν σε έναν δικό τους κόσμο, με μια στάση ανάμεικτης περιφρόνησης, ανωτερότητας και ανομολόγητης ηττοπάθειας. Ένα μπουκέ συναισθημάτων το οποίο αποδίδει απόλυτα το τραγούδι αυτό, το Παρίσι θα είναι πάντα Παρίσι, η πιο όμορφη πόλη του κόσμου, η πόλη του φωτός, τραγουδισμένο από τον Maurice Chevalier, ίσως τον πιο διάσημο καλλιτέχνη του γαλλικού μεσοπολέμου, ένα πραγματικό ταλέντο-ορχήστρα, με ατελείωτες επιτυχίες τόσο στο τραγούδι όσο και στον κινηματογράφο, ακόμη και εκτός Γαλλίας (έχει και δικό του αστέρι στη λεωφόρο του Hollywood). Λίγους μήνες αργότερα ο Αδόλφος θα κάνει ένα πρωινό τουριστικό τουρ στα αρχιτεκτονικά μνημεία του αιώνιου Παρισιού... Και ο Chevalier κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνέχισε, μάλλον απρόσκοπτα, την καριέρα του, σχεδόν στα όρια της συνεργασίας. Το κατάφερε και μετά την απελευθέρωση, ως σύμβολο γαρ της γαλλικής αστικής τάξης αλλά και ως άντρας δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει την ανάλογη τύχη π.χ. της πτωχικής εργατικής καταγωγής Arletty.

Albert Préjean - Comme de bien entendu12. Albert Préjean - Comme de bien entendu (1939)
Ο Αλβέρτος ο ...Προγιάννης (πως είπαμε Αγιάννη τον Valjean του Ουγκώ;) τραγουδάει αυτό το αλά-musette βαλσάκι, το οποίο έχει μεν κατοχυρωθεί ιστορικά στη φωνή της Arletty (παρέα με τον Dorville) αλλά και τούτη η ερμηνεία αξίζει μία θέση στην ιστορία και τη μνήμη.

13. Lucienne Delyle - Mon amant de Saint-Jean (1942)
Το κατεχόμενο Παρίσι του πολέμου δεν ήταν και πολύ άσχημο σαν μέρος (και όχι μόνο αν ήσουν γερμανός στρατιώτης με ...βυσματική μετάθεση), η ζωή συνεχιζόταν σχετικά ήσυχη σε απόσταση ασφαλείας από τα μέτωπα του θανάτου. Και το τραγούδι επίσης. Ένα από το μεγαλύτερα σουξέ των παράξενων εκείνων ημερών ήταν το τραγούδι αυτό, το οποίο αφηγείται τα ερωτικά μαρτύρια μιας νεαρής κοπέλας η οποία πέφτει θύμα ενός ανεύθυνου γόη, με τον ρυθμό του βαλς να πυροδοτείται από ένα στροβιλώδες ακορντεόν και να χρωματίζεται από την εκφραστικά νωχελική φωνή της Delyle στα πρώτα της βήματα.

14. Charles Trenet – Douce France (1947)
Αν υπήρχε ένας στην προπολεμική Γαλλία τον οποίο θα μπορούσε να χρίσουμε πρόγονο-προπάτορα των γάλλων τραγουδοποιών τύπου Brel και Brassens, αυτός θα ήταν ο Charles Trenet, ο οποίος ήταν ίσως ο πρώτος ο οποίος συνένωσε σε ένα μόνο πρόσωπο, τον συνθέτη, τον στιχουργό και τον συνθέτη, αυτόν που βαφτίστηκε auteur-compositeur-interprète ή αλλιώς ACI, τρία σε ένα, τα έκανε όλα και ...συνέφερε βάζοντας και το προσωπικό του ύφος, κάτι αυτονόητο σήμερα, όχι και τότε όμως. Από την τεράστια (σχεδόν 900 τραγούδια) εργογραφία του επιλέγω αυτή την γλυκιά ωδή στην πατρίδα των παιδικών χρόνων, η οποία (δεν) θα μπορούσε να γίνει και ένας εναλλακτικός εθνικός ύμνος της Γαλλίας. Από έναν σπουδαίο τροβαδούρο με τεράστια καριέρα, σχεδόν μέχρι που πέθανε σε βαθύτατα γεράματα το 2001, αλλά και με πολλές σκοτεινές πλευρές, ένθερμος γάλλος εθνικιστής (από εκείνους που δήλωσαν προσβεβλημένοι όταν η όχι και πολύ λευκή γαλλική ομάδα κατέκτησε το Μουντιάλ το 1998), ενώ υπήρξε και αυτός διασκεδαστής των γερμανικών κατοχικών στρατευμάτων στο Παρίσι (γενικά οι εθνικόφρονες έχουν μια ιδιότυπη άποψη περί πατριωτισμού, για θυμηθείτε και τα δικά μας).

15. Francis Lemarque - À Paris (1949)
Αχχ, το Παρίσι, το Παρισάκι, η Λουτέτια του Αστερίξ.... Εντάξει, η Γαλλία δεν είναι μόνο Παρίσι αλλά τελικά όλοι οι δρόμοι εκεί οδηγούσαν. Ο μύθος της πόλης, η οποία είχε την τύχη να γλιτώσει τις καταστροφές των πολέμων, έχει μια αναπόδραστη γοητεία. Ειδικά αν σχεδιάζεις μήνα του μέλιτος... Να τριγυρίζεις με το ταίρι χέρι-χέρι ανάμεσα στις ορδές των τουριστών και των πορτοφολάδων στην Μονμάρτρη, να ρομαντζάρεις δίπλα στον μαύρο Σηκουάνα και την ...χιλιοκατουρημένη Pont Neuf και να πίνεις υπερτιμολογημένα ξύδια του σούπερ-μάρκετ. Εντάξει, δεν τα λέει ακριβώς έτσι το διάσημο αυτό τραγούδι, συστατικό στοιχείο και αυτό της φήμης της πόλης. Κι ας μην «σκοτώσουμε» εντελώς τον μύθο, το Παρίσι μπορεί πράγματι να είναι πανέμορφο. Κανένας άλλωστε μύθος δεν γεννιέται τυχαία...

Και τώρα διασχίζουμε τον Ρήνο...

Fritzi Massary & Max Pallenberg1. Fritzi Massary & Max Pallenberg - Josef, ach Josef (1927)
Αχ βρε Ιωσήφ γιατί να είσαι τόσο εγκρατής, και σας διαβεβαιώ, η Madame Pompadour, διαβόητη μετρέσα της γαλλικής αυτοκρατορικής αυλής, δεν αναφερόταν στο ...φαί. Ένα γοητευτικά αστείο ντουέτο αυτού του καλλιτεχνικού (και όχι μόνο) ζεύγους από την ομώνυμη οπερέτα του Leo Fall, χαρακτηριστικό δείγμα μετάβασης από τις οπερέτες των Strauss και σία στο λαϊκό schlager μέσω της ενσωμάτωσης μοντέρνων ρυθμών (εδώ του φοξτροτ).

2. Lotte Lenya – Alabama song (1927)
Δεν επιλέγω τούτο το κομμάτι μόνο επειδή το γνωρίζουμε όλοι (ελπίζω!), έστω και μέσα από τη διασκευή των Doors ή του David Bowie. Ήταν κι εκείνο το οποίο σηματοδότησε τη γόνιμη (ασχέτως της κατάληξης σε κόντρες) συνεργασία του γερμανού (εβραίου στο θρήσκευμα) συνθέτη Kurt Weill και του Bertolt Brecht. Μια δυνατή μελωδία σε σκωπτικά και παιχνιδιάρικα αγγλικά (ασυνήθιστο για την εποχή το ξενόγλωσσο) τραγουδισμένη από τη μοναδική Lotte Lenya. Τι περίπτωση κι αυτή, χορεύτρια, τραγουδίστρια, θεατρίνα, ακροβάτισσα, και ...πόρνη, λέγεται ότι ήταν εκείνη η οποία ώθησε τον αγαπημένο της Kurt να τολμήσει να ανακατέψει «χυδαίες» λαϊκές μουσικές με τη λόγια μουσική. Και έτσι να του χαρίσει κατά κάποιον τρόπο την αθανασία...

3. Comedian Harmonists - Veronika, der Lenz ist da (1930)
Βερόνικα ήρθε η άνοιξη, τα κορίτσια τραγουδάνε τρα λα λα, τα σπαράγγια μεγαλώνουν, το ‘πιασες το υπονοούμενο Βερόνικα ε; Χαρακτηριστικότατο κομμάτι της εποχής με τους στίχους να κλείνουν παιχνιδιάρικα το μάτι εις τον Πονηρόν, τραγουδήθηκε από πάρα πολλούς, σουξέ όμως γνώρισε (ακόμη και εκτός των γερμανόφωνων ορίων φτάνοντας μέχρι σήμερα μέσα από την εκτέλεση από τον δημοφιλή και στα μέρη μας Max Raabe) από τούτο το a-capella σεξτέτο, ένα ...boy band της εποχής, με σαφείς αμερικανικές επιρροές και υπέροχες φωνητικές αρμονίες. Μετά το ‘33 όμως το πάρτυ σχόλασε, τέρμα και τα σκαμπρόζικα υπονοούμενα, το τραγούδι έπρεπε να είχε στίχους που να αναδεικνύουν την «γερμανική τιμή», τέρμα και οι Comedian Harmonists, οι μισοί εκ των οποίων είχαν την ατυχία να είναι Εβραίοι. Τουλάχιστον ήταν από εκείνους που την έκαναν νωρίς και γλίτωσαν...

4. Marlene Dietrich – Ich bin die fesche Lola (1930)
H Μαρλένε. Μόνο το μικρό της αρκούσε και αρκεί... Στο ρόλο που την μεταμόρφωσε σε παγκόσμια σταρ, από την ταινία «Ο γαλάζιος άγγελος» του Josef von Sternberg. Όπου ενσαρκώνει μοναδικά το μοιραίο θηλυκό, το υπεύθυνο για την ηθική (διάβαζε σεξουαλική) κατάπτωση ενός αξιοσέβαστου κ. καθηγητού. Είναι η πανέμορφη και άτακτη Λόλα (κι από τότε η Λόλα έγινε συνώνυμο της αμαρτίας, είτε σαν Λολίτα στο διάσημο έργο του Ναμπόκοφ, είτε σαν Λόλα της Τρούμπας στην ομώνυμη παλιά ελληνική ταινία είτε σαν τραβεστί στο τραγούδι των Kinks – το πως έφτασε και στα ελληνικά παιδικά αναγνωστικά είναι προφανώς μια αστεία συγκυρία της ιστορίας). Και ατίθαση και τολμηρή. Είναι εκείνη που θα τολμήσει να απαρνηθεί την εθνικότητα της στους καιρούς της χιτλερικής λαίλαπας, φτάνοντας μέχρι να αναλάβει το ρόλο να διασκεδάζει τα συμμαχικά στρατεύματα στο πολεμικό μέτωπο.
Η περιττή λεπτομέρεια της ημέρας: Αν θελήσουμε να ανακαλύψουμε και έναν ...δεσμό μεταξύ της γερμανικής και της γαλλικής λίστας τραγουδιών, μπορούμε να σταθούμε στη σύντομη αλλά θυελλώδη σχέση της Marlene με τον Jean Gabin.

Ernst Busch – Solitaritätslied5. Ernst Busch – Solitaritätslied (1931)
Στο παρά πέντε της ανόδου του Αδόλφου στην εξουσία γράφτηκε τούτο το τραγούδι της αλληλεγγύης από τον Hanns Eisler σε στίχους του Μπέρτολντ του Μπρεχτ για την ταινία «Kuhle Wampe» τραγουδισμένο από τον σπουδαίο Ernst Busch (μα τι μέταλλο φωνής!). Η ταινία μάλιστα κόπηκε από την λογοκρισία της εποχής, ναι της δημοκρατικής Βαϊμάρης, καλό είναι να θυμόμαστε ότι η αρρώστια κατέτρωγε τη γερμανική κοινωνία πολύ πριν το μοιραίο ‘33. Ο δημιουργός του ο Hanns Eisler αποτελεί μία ακόμη εξαιρετική περίπτωση λόγιου συνθέτη (υπήρξε μαθητής του διαβόητου Arnold Schoenberg και έγραψε και κάμποσα έργα στα χνάρια του) ο οποίος σε εποχές όπου τα πολιτικά πάθη χτύπαγαν κυριολεκτικά ένα αιματοβαμμένο κόκκινο, δεν δίστασε να μπει στη μάχη, να πάρει σαφή θέση πολιτικής στράτευσης και να γράψει τραγούδια από εκείνα τα ξεσηκωτικά, που σχεδόν σε αναγκάζουν να ψάχνεις όπλο και λάβαρο για να κατέβεις στους δρόμους, ακόμη κι αν δεν είσαι πιστός του κομμουνιστικού ιδεώδους.

6. Hans Albers - Auf der Reeperbahn nachts um halb eins (1936)
Τι συμβαίνει στην Reeperbahn, την ...Τρούμπα του Αμβούργου δηλαδή στις 12.30 τη νύχτα; Πολλά και ύποπτα πράγματα. Τα λιμάνια, όλα τα λιμάνια είναι έτσι κι αλλιώς ένας άλλος κόσμος. Πόρνες, ναρκωτικά, αλήτες, περιθωριακοί, περίεργοι, ύποπτα στέκια, το πραγματικό underground. Ένας κόσμος ιδιότυπης ελευθερίας. Σχεδόν αναρχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι η ευρύτερη περιοχή του St.Pauli είναι μέχρι και σήμερα ταυτισμένη με την αναρχία (στα Εξάρχεια πάντως ομολογώ ότι έχω δει πολύ περισσότερα μπλουζάκια St. Pauli απ΄ ότι στο ίδιο το St. Pauli). Στα μέρη αυτά διαδραματίζεται το κομμάτι, ένα βαλσάκι γραμμένο το 1912, πολυτραγουδισμένο τα επόμενα χρόνια, εδώ από τον Ηans Αlbers, τον μεγαλύτερο ίσως γερμανό ηθοποιό του προηγούμενου αιώνα. Ο οποίος απέκτησε γι’ αυτό και τη δική του πλατεία στη γειτονιά. Όχι πολύ μακριά από εκείνη των Beatles...

7. Pola Negri – Ich hab' an dich gedacht (1937)
Είπαμε, είναι ακαταμάχητη η νοσταλγία... Ακόμη και για κάτι που δεν έζησες. Πόσο μάλλον σ’ ένα τέτοιο κομμάτι που ήταν ήδη «εν τω γεννάσθαι» νοσταλγικό και σήμερα μοιάζει σαν να εμπερικλείει όλο το άρωμα της εποχής. «Σε σκεφτόμουν, όταν, ανάμεσα στο βράδυ και το πρωινό, από κάπου μακριά ακουγόταν το Tango Notturno». Και με αυτό τον τίτλο έγινε παγκοσμίως γνωστό, ο αρχικός της πρωτότυπης γερμανικής ταινίας ξεχάστηκε και ο κόσμος ολάκερος έμαθε, τραγούδησε και χόρεψε το «τάνγκο νοττούρνο» από τα δακρύβρεχτα χείλη μιας Πολωνέζας η οποία έκανε μια τεράστια καριέρα στη Γερμανία και στις ΗΠΑ. Στα δικά μας τα μέρη έφτασε μέσα από την ακαταμάχητη ερμηνεία της Δανάης η οποία συγκινεί μέχρι και σήμερα...

8. Gustaf Gründgens – Die Nacht ist nicht allein zum Schlafen da (1938)
Από μια ταινία με τίτλο «Χορεύοντας πάνω στο ηφαίστειο» (πόσο ταιριαστός!) αυτό το χορευτικό paso doble έσπασε κυριολεκτικά τα ταμεία πιθανότατα χάρις στην ερμηνεία του Gründgens, μιας τεράστιας θεατρικής περσόνας της εποχής. Μία ακόμη αμφιλεγόμενη προσωπικότητα με πολλές σκιές, από τη μία συμμετείχε και σε προπαγανδιστικές ταινίες, δήλωσε ακόμη και εθελοντής για το μέτωπο μετά το Στάλινγκραντ, από την άλλη έσωσε και πολλούς συναδέλφους του από συλλήψεις και εκτελέσεις. Δύσκολα χρόνια, όπου το όρια ανάμεσα στην συνεργασία, την παθητική αποδοχή και την αδιαφορία ακόμη και την αντίσταση σπανίως ήταν σαφή και ευδιάκριτα.

Lale Andersen – Lili Marleen9. Lale Andersen – Lili Marleen (1939)
Η σκοπιά είναι ένα από τα πιο αντιπαθητικά και κοπιώδη καθήκοντα της ζωής του κάθε φαντάρου (πλην βυσμάτων), ακόμη και σε καιρούς ειρήνης όπου βασικά ο μόνος φόβος είναι η έφοδος του λοχαγού και κάποιες μέρες «φυλακή», πόσο μάλλον στον πόλεμο όπου παίζονται ζωές. Ίσως αυτό να εξηγεί το πως ένα γερμανικό τραγούδι αψήφησε κάθε γλωσσικό και εθνικό φραγμό και τραγουδήθηκε από όλα τα εμπόλεμα μέρη ανεξαιρέτως. Η δύναμη μιας ερωτικής ιστορίας και μιας μελωδίας της οποίας ο αρχικός τίτλος ήταν «Το τραγούδι ενός νεαρού στρατιώτη στη σκοπιά», ο κανονικός στην εκτέλεση της Andersen ήταν «Το κορίτσι κάτω από το φανάρι», αλλά κανείς δεν τη θυμάται έτσι, όλοι θυμούνται απλά το όνομα του κοριτσιού...

10. Heinz Rühmann - Das kann doch einen Seemann nicht erschüttern (1939)
Τίποτα δεν μπορεί να φοβίσει έναν ναύτη, κι ας φυσάνε δέκα μποφόρ, ακόμη κι αν τα κύματα πλημμυρίζουν το κατάστρωμα, ο θαλασσόλυκος εκεί, στέκει ατρόμητος. Τραγούδι από εκείνα που αργότερα χρησιμοποιήθηκαν ως αναστηλωτικά για το ηθικό του γερμανικού πληθυσμού, ειδικά από τη στιγμή που το εκκρεμές του πολέμου είχε γυρίσει. Ο Heinz Rühmann, από τους δημοφιλέστερους ηθοποιούς της εποχής, με μια διφορούμενη έως απολιτίκ στάση απέναντι στο καθεστώς, κατάφερε να είναι ταυτόχρονα ο αγαπημένος του Αδόλφου αλλά και της Άννας Φρανκ, η οποία στο ντουλαπάκι-δωμάτιο όπου τελικά την συνέλαβε η Γκεστάπο είχε κολλημένη μία φωτογραφία του.

11. Ilse Werner - Die kleine Stadt will schlafen geh'n (1940)
Μια γαλήνια, σφυριχτή υπέροχη μελωδία τραγουδά η νεαρή Ολλανδέζα, παιδί-θαύμα της εποχής, η μικρή πόλη θέλει να πάει για ύπνο, από τον ουρανό πέφτουν αστέρια, πάντοτε όταν ακούς τέτοια κομμάτι δεν μπορεί να μην αναλογιστείς την αντίθεση με την πραγματικότητα, όπου από τον ουρανό δεν έπεφταν μόνο πεφταστέρια αλλά και βόμβες.

12. Zarah Leander - Ich weiss, es wird einmal ein Wunder geschehen (1942)
Θα ήθελα να διαλέξω και το «Heut abend lad ich mir die Liebe ein», από τα πιο αγαπημένα μου κομμάτια των καιρών εκείνων, αλλά τούτο εδώ έχει ένα πολύ ιδιαίτερο συναισθηματικό βάρος. Αποτέλεσε τη μεγαλύτερη επιτυχία για την Σουηδέζα ντίβα, αποκαλούμενη και Ναζί Γκάρμπο, Zarah Leander, η οποία αν και δεν τραγούδησε ποτέ ευθέως προπαγανδιστικά τραγούδια, αφέθηκε (αφελώς;) να την εκμεταλλευθεί ανενδοίαστα κι αποτελεσματικά ο γκεμπελικός μηχανισμός. «Το ξέρω, κάποια στιγμή θα συμβεί ένα θαύμα και ξέρω ότι θα ξανανταμώσουμε» τραγουδάει συγκλονιστικά εδώ, μέσα στην κορύφωση του δράματος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, το θαύμα της τέχνης είναι ότι αυτό το ερωτικό άσμα τραγουδήθηκε ταυτόχρονα από θύτες και θύματα, στο μέτωπο αλλά και στα στρατόπεδα του θανάτου, από τον καθένα με τις δικές του ελπίδες για ένα θαύμα. Που για πολλούς δεν ήρθε ποτέ...

Rudi Schurike – Capri Fischer13. Rudi Schurike – Capri Fischer (1943/1947)
Από την εποχή του Μπαρμπαρόσα, όχι του πειρατή, αλλά του Φρειδερίκου του αυτοκράτορα, ο οποίος πέρναγε περισσότερο καιρό στα κάστρα της Ιταλίας παρά στα βόρεια γεωγραφικά πλάτη του βασιλείου του, μέχρι και σήμερα, με τις τουριστικές ταξιαρχίες να καταλαμβάνουν κάθε καλοκαίρι τις ιταλικές παραλίες, είναι γνωστό ότι οι Γερμανοί έχουν μια μανία με την Ιταλία. Η οποία αποτυπώνεται και σε αναρίθμητα τραγούδια, με τούτο εδώ να είναι το πιο δημοφιλές. Το κομμάτι για τους ψαράδες του Κάπρι γράφτηκε το 1943 αλλά η κυκλοφορία του απαγορεύτηκε για λόγους ...ηθικού καθώς οι σύμμαχοι είχαν ήδη καταλάβει το νησί. Μεταπολεμικά, όταν πλέον επετράπη η δημοσίευση, έγινε τεράστια επιτυχία, έτσι που ο ανέμελος εξωτισμός του ταίριαζε με το πνεύμα της ανοικοδόμησης και του «μη μας ζαλίζετε με το παρελθόν, ναζί, ποιοί ναζί, τώρα εμείς κοιτάμε μπροστά».

14. Horst Winter - Und jetzt ist es still (1948)
Το ταξίδι ενός τραγουδιού στον χώρο και τον χρόνο του 20ο αιώνα... Ένας μουσικός και πρώην στρατιώτης της Βέρμαχτ ονόματι Horst Winter τραγουδά το 1948 «Und jetzt ist es still» (και τώρα πέφτει σιωπή), μια πανέξυπνη σύνθεση του Αυστριακού ελαφρού συνθέτη Hans Lang, η οποία παίζει ανάμεσα στη σιωπή και το θόρυβο (ότι νοούσαν τότε ως τέτοιον). Μέσω της εκτέλεσης της Betty Hutton (1951) η μελωδία θα περάσει και στον αγγλόφωνο κόσμο, αργότερα και στον ...ισλανδόφωνο, τότε που θα το συστήσει στις νεότερες γενιές πολλά χρόνια αργότερα η Bjork ως «Oh it's oh so quiet». Σςςςς, σςςςς...

15. Alexander Olshanetsky - Mein Shtetle Belz (1932)
Και για το τέλος, εκτός λίστας, ένα τραγούδι το οποίο δεν είναι γερμανικό. Αλλά δε θα μπορούσε να λείπει κι ένα κομμάτι στα γίντις, τη γλώσσα των Ασκενάζυ Εβραίων, ένα μοναδικό μείγμα γερμανικών, εβραϊκών και σλαβικών ιδιωμάτων ενδεικτικό του χωνευτηριού διαφορετικών πολιτισμών που υπήρξε κάποτε η Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Στο ξερίζωμα των οποίων οι Γερμανοί ανέλαβαν τον μεγάλο και καθοριστικό ρόλο (με κάμποση, διόλου αμελητέα βοήθεια από τους εθνικά ...καθαρούς ντόπιους). Πολλές εκτελέσεις γνώρισε τούτο το υπέροχο κομμάτι, υπάρχει μία θαυμάσια στα πολωνικά ως «Miasteczko belz» από τον Tadeus Faliszewski, μια νοσταλγική ωδή για την χαμένη νεότητα και την πατρίδα της, την μικρή μου πόλη, το shtetl μου. Υπό το φως των όσων φρικιαστικών επακολούθησαν όλα αυτά παίρνουν μια άλλη, πολύ τραγική διάσταση...

(Μια πρώτη συντομευμένη εκδοχή του κειμένου είχε δημοσιευτεί στο τεύχος 102 του περιοδικού ΣΟΝΙΚ)