Angine De Poitrine / π. Διονύσιος Ταμπάκης

Βλέπω κύκλους! Ο παπάς της γειτονιάς είναι μεταλλάς

Δύο εντελώς διαφορετικές κυκλοφορίες που απασχόλησαν την πρόσφατη επικαιρότητα σε παράλληλη ανατομή. Της Ελένης Φουντή

Δεν του κάθεται το ελληνικό κοινό του Stephen O’Malley τώρα τελευταία με τίποτα. Έρχονται τον περασμένο Οκτώβριο οι Sunn O))) μετά από είκοσι χρόνια, πέφτει το λάιβ πάνω στο ΑΕΚ - ΠΑΟΚ. Θα μου πείτε πήγε ο κόσμος, δεν πήγε; Πήγε, καρφίτσα δεν έπεφτε, αλλά οι μισοί γύρω μου έβλεπαν το ματς από το κινητό και ούτε καν κρυφά (και λογικό μεταξύ μας). Στη συνέχεια, βγαίνει φέτος ο νέος δίσκος και την επόμενη μέρα γίνεται viral η πέραν κάθε ορίου doom φωτογραφία του Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσοστόμου (με μία κάπα τζεντάι τον παίρνουν στα λάιβ άνετα) με τον Eugene Tackleberry meets Καλημέρα Ζωή - Σμηναγό Δημήτριο Τσουκαλά και φυσικά τον Αρχιμανδρίτη Σοφρώνιο Βόγκα, Στρατιωτικό Ιερέα της Φρουράς Καλαμάτας (τι θα πει αυτό καταρχάς), ο οποίος όχι μόνο μοιάζει με μία κατά Σμαραγδή εκδοχή του Καρδινάλιου Ρισελιέ αλλά έχει και πολύ ωραία φωνή, ασχέτως αν σκανδάλισε τους πιστούς της ενορίας.

Ναι αλλά όλα αυτά είναι εφήμερα και σιγά σιγά θα επιστρέψουμε επιτέλους στο κανονικό doom των Sunn O))) μας, σωστά; Και πάλι δοκάρι, καθώς ακολουθεί το newsletter του Boomkat που μας ενημέρωσε ότι ο doom δίσκος που πρέπει να μας απασχολεί αυτή την περίοδο δημιουργήθηκε από τον πρεσβύτερο π. Διονύσιο Ταμπάκη που διακονεί στον Ι.Ν. Γενεσίου της Θεοτόκου Παλαιού Ναυπλίου. Από έναν ορθόδοξο ιερέα εδώ δίπλα δηλαδή, δεν χρειάζεται να τρέχουμε στα εξωτερικά. Νέο virality ante portas, 7.6 από το Pitchfork, εξαντλημένη η κασέτα (τι άλλο;) και το χρωματιστό βινύλιο διαθέσιμο για pre-order. Αν έγινε meme ο Βόγκας που στον ελεύθερο χρόνο του απλά τραγουδάει λίγο Πάριο σκεφτείτε ο Ταμπάκης που παίζει άταστη ηλεκτρική κιθάρα και φτιάχνει εκκλησιαστικό ραπ. Μετά τον Παπαχέτ στο ΟΑΚΑ μας βρήκε και ο Παπα(μη)φρέτ στο inbox. Συγγνώμη Stephen αλλά δεν προλαβαίνουμε. Δεν προλάβαμε καλά καλά να μεταβολίσουμε ούτε το έτερο (ή και απερχόμενο θα λέγαμε αν επιπλέον του σαρκασμού χρειαζόμασταν και μία δόση δηκτικότητας) καλλιτεχνικό act - meme των Angine De Poitrine.

Αυτοί πού κολλάνε τώρα;

Ας τα πάρουμε από την αρχή γιατί είναι όντως μπλεγμένη η κατάσταση. Ακόμα και το παρόν κείμενο μου προέκυψε ως αστερίσκος σε άλλο κείμενο που γράφω, στο οποίο υποστηρίζω ότι η μετα-ειρωνεία με την οποία συμβιώνουμε συνεχώς ίσως είναι μικρό τίμημα για τη θαυμαστή πρόοδο στη σύγχρονη μουσική σκέψη. Και εμμένω σε αυτή την άποψη η οποία αφορά αυστηρά το μουσικό - υφολογικό (καλό είναι να τελειώσω και το άλλο κείμενο βέβαια). 

Ωστόσο, δεν μπορεί να αγνοηθεί το ευρύτερο κοινωνικό - πολιτικό. Όσο προχωράμε στη μεταμοντέρνα εκδοχή του φαινομένου, όπου εκτός των δυσδιάκριτων ορίων αστείου - σοβαρού μας βασανίζει και η πιθανότητα να έχουμε περάσει από τη μετα-ειρωνεία στη μετα-μετα-ειρωνεία και να μην το έχουμε πάρει χαμπάρι, η δυσκολία διαχείρισης αυξάνει. Να ασχοληθούμε με τα viral φαινόμενα επειδή είναι viral, ή μήπως όχι ακριβώς για τον ίδιο λόγο; Μήπως όμως μας πουν σνομπ; ‘Η μήπως καλύτερα σνομπ παρά θύματα του hype; Μήπως όμως κατηγορηθούμε ότι αποφεύγουμε να πάρουμε θέση; Ή μήπως ακριβώς επειδή δεν είμαστε μαϊντανοί ή φασαίοι δεν έχουμε υποχρέωση να πάρουμε θέση; Και ούτω καθ’ εξής και τελικά αυτό που αφήνουν τέτοια διλήμματα είναι ο ετεροπροσδιορισμός, το να προσεγγίζει κανείς ή όχι κάτι με κριτήριο τους τρίτους και όχι το αν το επιθυμεί ο ίδιος. Ας μην πούμε καλύτερα τι μας κάνει αυτός ο τρόπος σκέψης (spoiler: φασαίους).

Γεγονός είναι ότι έχουμε ξεπεράσει το στάδιο όπου το cyberculture ανακαλύπτει μουσικά παράδοξα απλά για τη φάση. Όλα πρέπει να γίνονται και συλλογική εμμονή, παροδική εννοείται, για μία μέρα, μία εβδομάδα, μία λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς κλπ πριν ξεχαστούν για πάντα. Δίσκοι όπως το Paradise Metal του ιερέα π. Διονύσιου Ταμπάκη ή τα Vol. 1, II (προς τι η αλλαγή από το αριθμητικό σύστημα στη λατινική αρίθμηση; είναι κάποιος χιπστερισμός; ή μήπως έχουμε γίνει καχύποπτοι με τα πάντα πια;) των Angine De Poitrine βρίσκονται ακριβώς στο σημείο όπου λόγω της επίμονης αναζήτησης του καλτ και του trigger του εξωτισμού στην περίπτωση του π. Ταμπάκη, που κι αυτά συσκοτίζουν ούτως ή άλλως, υπάρχει δυσκολία ή απλή απροθυμία να διαχωριστεί ο χαβαλές από τη συγκίνηση και το meme από την καλλιτεχνική έκφραση. Το μεν καλτ δεν ορίζεται μονοσήμαντα πέραν μίας γενικόλογης σύνδεσής του με τη νοσταλγία για ένα μη βιωμένο παρελθόν και μία στοργική ρομαντικοποίηση του κιτς. Ο δε εξωτισμός δημιουργεί μία οριενταλιστική γοητεία για τις ορθόδοξες ψαλμωδίες, τη θρησκευτική αισθητική, τη μοναστηριακή μορφή κλπ του Father Dionysios Tabakis, ο οποίος γίνεται μύθος για όσο χρόνο του αναλογεί, δηλαδή μέχρι την επόμενη κιουριοζιτέ λίγο παρακάτω.

Φυσικά υπάρχουν και οι αναδρομικοί δίσκοι - memes, γιατί όπως δείχνει και η συνεχής αναδίφηση του παρελθόντος, η ανάγκη για κάποια αυθεντικότητα έστω μέσα από την αδεξιότητα ή την ετεροντροπή είναι ακόρεστη, παρά την υπερέκθεση σε νέα δεδομένα, ή αντίθετα ακριβώς εξαιτίας της. Το οξύμωρο περιγράφει και ο Franco Berardi στο Dopo il Futuro. Dal Futurismo al Cyberpunk. L'esaurimento della Modernità. Είμαστε εξουθενωμένοι από τον καταιγισμό πληροφορίας, με αποτέλεσμα μία συνεχή νοσταλγία, την ανακύκλωση παλαιότερων μορφών και την ακύρωση του μέλλοντος, όπως συνηγορεί για την τελευταία και ο Mark Fisher στο Capitalist Realism.

Οι Shaggs δεν ευθύνονται ακριβώς για τον χειρότερο δίσκο όλων των εποχών, όχι μόνο γιατί το Lulu στη συνέχεια μοίρασε μαζικά εγκεφαλικά στη metal κοινότητα (περιττεύει να σημειώσουμε ότι η πρόβλεψη του Lars Ulrich για την εκτόξευση της τιμής του δίσκου έχει επαληθευτεί προ πολλού), αλλά και γιατί η αποδοχή των αδελφών Wiggin, ειλικρινής ή/και ειρωνική, από τον Kurt Cobain και τον Frank Zappa μέτρησε πολλαπλασιαστικά (κάτι που δεν έχει συμβεί με την αποδοχή του Lulu από τον David Bowie). Ασχέτως πάντως αν υπήρξαν διχαστικοί ή κατά λάθος πρόωρα μετα-ειρωνικοί, έχω την εντύπωση ότι οι Shaggs προκαλούν πλέον μόνο επιδοκιμασίες κάτω από επίπεδα ειρωνείας. Και υπάρχουν και οι πιο γραμμικές περιπτώσεις, όπως οι Συνθετικοί, οι Styx, για να μην πω και οι Reo Speedwagon. Εδώ αρχίζω να σκέφτομαι ότι οι U2, ο Χατζηγιάννης και οι Πυξ Λαξ κάπου αδικούνται κατάφωρα. Από Πού Και (ως) Πού, για να παραφράσω σε σημείο παραποίησης βέβαια τον μακαρίτη Λαρισαίο Κώστα Κουκουτάρα, αυτοί λοιδορούνται ακόμα τόσο ξεκάθαρα.

Κάπως έτσι, σε αντίθεση με τη δυαδικότητα του παρελθόντος όπου ένας εξωφρενικός performer άρεσε ή έτρωγε γιούχα, οι δίσκοι - memes μπορεί πλέον να ακούγονται σε ενδιάμεση κατάσταση. Μπορείς να ακούς με ανασηκωμένο φρύδι τις doom ψαλμωδίες ενός ιερέα και τις ελαφρώς off-key κουλαμάρες δύο τύπων με πουαντιγιέ παπιέ μασέ μάσκες και λίγα λεπτά μετά να εντυπωσιάζεσαι γνήσια από την άταστη τουρκική ηλεκτρική κιθάρα του πρώτου και την εικονοκλαστική αντι-τέχνη των δεύτερων. 

Αν πάντως υπάρχει ένα μίνιμουμ ενδιαφέρον επί του καλλιτεχνικού, διότι διαφορετικά δεν έχουμε λόγο να ασχοληθούμε κιόλας (όπως δεν έχουμε ασχοληθεί με ένα σωρό άλλα viral άλμπουμ), προτείνω να μην το κάνουμε, να μην το επιδιώξουμε έστω. Ακόμα κι αν αυτοί οι δίσκοι είναι ταυτόχρονα σωστοί και λάθος αισθητικά, νομίζω ότι ο εξαναγκασμένος κυνισμός είναι ανεπαρκής για να ερμηνεύσει την a posteriori πραγματικότητα ότι κάποιες από αυτές τις περιπτώσεις, όχι απαραίτητα ο π. Ταμπάκης και οι Angine De Poitrine που ακόμα δεν έχουμε αποκωδικοποιήσει, παρότι βραχύβιες ως memes, αντέχουν καλλιτεχνικά. Πράγμα που σημαίνει ότι ενεργοποιούν καταστάσεις που ο κυνισμός δεν μπορεί να εξηγήσει, όπως η αίσθηση κοινότητας, η ανάγκη για ατέλεια σε ένα επιμελημένο παρόν, κάποια υπαρξιακή μελαγχολία κ.α.

Ίσως λοιπόν, και με την επισήμανση του αντίρροπου κινδύνου της υπερβολικής θεωρητικοποίησης, μαζί με ερωτήματα του τύπου “μας τρολάρει ή το εννοεί μη ειρωνικά” να συνεκτιμώνται και μερικά ακόμα: τι είδους εμπειρία μπορεί να παράγει μία από την κορυφή έως τον ενισχυτή πουαντιγιέ “μαντρα-ροκ νταντα πυθαγο-κυβιστική ορχήστρα”, όπως αυτοπροσδιορίζεται το καναδικό ντούο, τι συναισθηματική λειτουργία μπορεί να εξυπηρετεί ο παπάς από το Ναύπλιο με το βυζαντινο-Earth (δικό μου αυτό, αλλά νομίζω ότι ο Dylan Carlson θα κολακευόταν) drone-rock που στην πορεία υποχωρεί χάριν του beat, κλπ.

Στην τελική, είτε τους Khanate ακούς (εντάξει Stephen;), είτε τον Shabaka, είτε Πόπη Αστεριάδη, είτε Beherit, το ζητούμενο είναι τι μένει. Πίσω από τα επίπεδα απορίας, δυσπιστίας, ειρωνείας, σνομπισμού κλπ μένει κάτι θετικό ή και απολύτως αρνητικό από την όλη τσιριτσάνζουλα; Είναι διαφορετική συνθήκη ο εξαναγκασμένος κυνισμός από το γνήσιο αρνητικό συναίσθημα, μην το ξεχνάμε κι αυτό.

Καθώς λοιπόν οι Κεμπεκουά και ο Πελοποννήσιος αποτέλεσαν την αφορμή γι’ αυτές τις σκέψεις, δυο (τρία) λόγια ακόμα δεν βλάπτουν. Καταρχάς και ως απάντηση σε ένα πιθανό τι μας νοιάζουν όλα αυτά όταν υπάρχει ο Stephen o OMalley μας - τον οποίο έχω εργαλειοποιήσει αγρίως χωρίς να προτίθεμαι να ασχοληθώ με τον νέο δίσκο των Sunn O))) - οι Angine De Poitrine και ο π. Διονύσιος Ταμπάκης δεν αντιμετωπίζονται από κοινού εδώ λόγω του virality, γιατί τι νόημα θα είχε κιόλας κάτι τέτοιο; Όλα viral είναι σήμερα. Για λίγο. Για τόσο λίγο που γίνονται πασέ την ίδια στιγμή που κάνουν θόρυβο.

Τους συνδέει κάτι σημαντικότερο όμως, η μικροτονικότητα, δηλαδή η χρήση περισσότερων και κοντινότερων τονικών υποδιαιρέσεων απ’ ό,τι συναντάμε στις συμβατικές δυτικές κλίμακες, με αποτέλεσμα να ακούγονται νότες και ανάμεσα από τα 12 ημιτόνια που έχουμε συνηθίσει. Το ενδιαφέρον στη μικροτονικότητα, η οποία χρησιμοποιείται κατά κόρον στις ανατολικές παραδόσεις, είναι ότι δημιουργεί μία έλλειψη ισορροπίας, σαν να γλίστρησε κάπου η μελωδία και να γινόμαστε μάρτυρες όλης της σεκάνς πριν γκρεμοτσακιστεί εντελώς. Εμείς ως δυτικοί δεν τα ξέρουμε αυτά. 21 κατασκευαστές τραγουδιών συνιστούν μετά το σολ να ακολουθεί το σολ δίεση και αν, ο μη γένοιτο, ακουστεί τίποτα ενδιάμεσα θα είναι παραφωνία και κουλαμάρα. Ευτυχώς δεν είναι η πρώτη φορά που αγνοείται η νόρμα από δυτικούς μουσικούς, αλλά το γεγονός είναι πάντα ενδιαφέρον θεωρώ.

Οι Angine De Poitrine το πετυχαίνουν με μία / ένα δικής τους κατασκευής κιθάρα - μπάσο με πολύ πυκνά τάστα που μαζί με τα loopers δημιουργούν μία μη λανθάνουσα αστάθεια, η οποία σε συνδυασμό με το οπτικό ντανταϊστικό κομμάτι γίνεται υπνωτική δυσφορία. Βλέπουμε δύο άτομα πλήρως καλυμμένα με μαυρόασπρες και ασπρόμαυρες πουαντιγιέ στολές, μοτίβο που εκτείνεται επίσης στα όργανα, στους ενισχυτές, στο σκηνικό και στις εντελώς κωμικές παπιέ μασέ μάσκες που φοράνε, να παίζουν ένα άναρχο math rock σε πλήρη συγχρονισμό. Στην πορεία έμαθα ότι είναι τραντάρηδες και τζαμάρουν μαζί από 12 χρονών, αλλά και πάλι, οι ρυθμικές συγκοπές είναι συνεχείς και το αποτέλεσμα εντυπωσιακό και αγχωτικό μαζί. Ίσως το όνομά τους που μεταφράζεται σε “στηθάγχη”, όπως θα το έχετε πλέον πληροφορηθεί (καθώς παραμένω σταθερά αναπολογητικά λιγότερο επίκαιρη από το “αποδεκτό”), να μην είναι και τόσο άσχετο με τα polka-dotted δρώμενα. Σου προκαλεί μία καρδιακή αναστάτωση η όλη ιστορία.

Ο π. Διονύσιος Ταμπάκης από την άλλη χρησιμοποιεί μία πλήρως άταστη τουρκική κιθάρα “perdesiz”, με αποτέλεσμα ένα εφέ μελωδικής ρευστότητας στη μικροτονικότητα αντί της αποσταθεροποίησης των Καναδών. Γεγονός είναι ότι ακούμε το perdesiz σε δύο μόνο κομμάτια του δίσκου αλλά έχω την αίσθηση ότι κρατάει το ίδιο εφέ και με την ηλεκτρική κιθάρα που χρησιμοποιεί στα υπόλοιπα. Προεξάρχων είναι ένας heavy drone ήχος που παραπέμπει ευθέως στους Earth και τους Sunn O))), σε σύμπλεξη με βυζαντινές ψαλμωδίες. Η θρησκευτική αισθητική είναι πανταχού παρούσα, βοήθειά σας. Ο π. Ταμπάκης έχει εκπαιδευτεί στη θεωρία της βυζαντινής μουσικής και παίζει νέι, ούτι, λύρα και διάφορα άλλα όργανα. Δεν ισχύει ακριβώς λοιπόν ότι “ο παπάς της γειτονιάς είναι μεταλλάς, φοράει μπλούζα Metallica, ακούει και Sepultura” που έχουν πει και οι παρατρίχα Τζιμάκος (για να παραφράσω έναν άλλο δίσκο τους) God’s Desire από την Ορεστιάδα, αλλά στο πλαίσιο που θέτει ο ίδιος, και ειδικά αν συνεκτιμήσουμε τι έχει συμπεριληφθεί τα τελευταία 20 χρόνια στην κατηγορία dark ambient / drone / metal του Boomkat (που μας τον έμαθε κιόλας - αν και επέλεξαν να τον βάλουν στα folk / roots βλέπω), ο τίτλος έχει βάση, όχι ότι θα ήταν και απαραίτητο. 

Αυτά ως προς τον συνδετικό κρίκο και τα θετικά που οφείλουμε να αποδώσουμε και στους δύο. Ως προς τα αρνητικά, εμένα καταρχάς μου είναι αδύνατον να μη βλέπω και έναν βαθμό αυτοαναφορικότητας ή/και εκβιασμένης μετα-ειρωνείας και δεν ανήκω στην κατηγορία των ακροατών που το βρίσκουν χαριτωμένο ή αναζωογονητικό αυτό. Κάθε άλλο.

Οι Angine De Poitrine λένε ότι μετά από τόσα χρόνια που έπαιζαν παρέα (και δεν τους ήξερε ούτε η μάνα τους) στράφηκαν και στο οπτικό μέρος για λόγους αναγνωρισιμότητας και προστασίας της ανωνυμίας τους. Σεβαστό. Πέραν της επιτελεστικής μουσικής πρακτικής πάντως θεωρώ σημαντικό να εξεταστεί χωριστά και το μουσικό μέρος, απομονωμένο από τη θεατρική εκφορά. Και το Tissues της Pan Daijing ήταν έκθεση - performance στην Tate Modern αλλά είναι και ένα αριστουργηματικό μουσικό έργο. Όταν λοιπόν αφήνεται κανείς μόνος με τους δίσκους των Angine De Poitrine, χωρίς τον τελετουργικό παραλογισμό, μένει κάτι; Ή θα πρέπει να βλέπουμε πάντα και το γνωστό βίντεο στο KEPX; Θεωρώ πως ναι, μένει κάτι και ίσως είναι αυθεντικό, αλλά δεν είναι συνολικά πρωτοποριακό, πέραν της μικροτονικότητας, που κι αυτή όπως είπαμε έχει εξερευνηθεί πλέον. Το ότι οι Angine De Poitrine έχουν καταφέρει να κάνουν viral ένα τόσο μη ελκυστικό, μη catchy, μη σέξυ, ή (ας το πούμε ανοιχτά) ξενέρωτο ιδίωμα όπως το math rock είναι αναμφίβολα επίτευγμα, αλλά η μουσική τους δεν παύει να είναι μία υπερσυμπύκνωση των prog, zeuhl παραδόσεων των 70s με στοιχεία absurdism σαν αυτά των Magma και αναφορές στους King Gizzard And The Lizard Wizard όπως λένε οι ίδιοι. Θα τους έβλεπα ευχαρίστως σε συναυλία, αλλά δεν θα αγοράσω τους δίσκους τους, στους οποίους πάντως ακούω εξέλιξη από το Vol. 1 στο Vol. II.

Το βυζαντινό drone του π. Ταμπάκη είναι κατά τι πιο αναπάντεχο από το ντανταϊστικό math rock των Καναδών, ωστόσο τα πράγματα περιπλέκονται όταν στο δεύτερο μισό του δίσκου αποφασίζει να πειραματιστεί με techno, dubstep (περίπου) και εκκλησιαστική ραπ χωρίς να εγκαταλείπει την ψαλμωδία, με το αποτέλεσμα να ακροβατεί ανάμεσα στο εικονοκλαστικό και το τρολάρισμα. Ειλικρινά δεν έχω κανένα πρόβλημα να παραδεχτώ ότι δεν ξέρω πώς να εκλάβω στίχους όπως “legit αν θέλεις κολλητέ, ελθέ ψηλά στο ρετιρέ, το΄χεις, τα σπας, είσαι ικανός, slay σε θέλει ο Χριστός”, ή “Ντουμπάϊ πάει, τελείωσες, finito μερακλήδες [...] το καράβι απ’ την Περσία πιάστηκε στην Ολλανδία - δώσε”. Να δώσουμε, αλλά τα “ελάτε όπως είστε, ακόμα και με το σκουλαρίκι” και “σας πάω” του Χριστόδουλου καλό θα ήταν να μην τα θυμόμασταν. Το μουσικό κομμάτι ωστόσο έχει ενδιαφέρον για τις προοπτικές που ανοίγει. Στις ψαλμωδίες τον συνδράμει και η Ευγενία Αρμένη Συμέλα, η οποία έχει πολύ ωραία φωνή και, εντός παρένθεσης, εμφανώς στονάρει σε ορισμένα σημεία, πιθανολογώ μη σκόπιμα.

Εν ολίγοις, αν ο π. Διονύσιος Ταμπάκης επικεντρωνόταν μόνο στο heavy drone με τις κιθάρες, θα έμενα πιο ευχάριστα μόνη με τον δίσκο του απ’ ό,τι με τους δίσκους των Angine De Poitrine. Ίσως ο αντίστροφος ισχυρισμός να ήταν πιο “αυτοπροστατευτικός”, αλλά δεν με ενδιαφέρει να γράφω με πρόβλεψη για τυχόν μελλοντική αναδίπλωσή μου, τα θεωρώ ανούσια και ναρκισσιστικά αυτά και έχω επιχειρηματολογήσει πολλάκις σχετικά.

Ίσως τελικά η εύθραυστη αμηχανία γι’ αυτές τις sui generis περιπτώσεις μικροτονικότητας να είναι η δύναμή τους. Μπορεί ανάμεσα στους δυστυχισμένους που μειδιούν με τα πάντα και τους παραληρηματικούς που βλέπουν παντού μεταμοντέρνα αριστουργήματα να υπάρχει και μη επιτηδευμένη απορία, ακόμα και μη επιτηδευμένη μετα-ειρωνεία. Παραμένω τουλάχιστον αισιόδοξη ότι η εκζήτηση του καλτ δεν είναι τίποτα περισσότερο από την άμυνα μίας εποχής ανασφάλειας που έχει μάθει να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε ειλικρίνεια ως εν δυνάμει ετεροντροπή. Δεν μπορεί όμως, κάποια στιγμή η ειρωνεία αστοχεί και το μόνο που μένει είναι η συναισθηματική εμπλοκή.

Angine De Poitrine - Vol. 1 (Αυτοέκδοση, 2024): 5,5/10

Angine De Poitrine - Vol. IΙ (Spectacles Bonzaï, 2026): 6/10

π. Διονύσιος Ταμπάκης - Paradise Metal (Elhellel, Heat Crimes, 2026): 6,5/10

Το meme από τη συναυλία των Sunn O))) είναι φίλου, ανώνυμου, καθώς όπως είπε δεν έφτιαξε και τον Παρθενώνα για να θέλει credit