The Boys

Βιογραφικό

Λονδρέζοι πανκς που αγαπούσαν και τους αναγραμματισμούς. Του Μίλτου Τσίπτσιου

BoysΑν υπάρχει ένα συγκρότημα που να πληροί εκατό τοις εκατό τις προϋποθέσεις για να μπει στο κλαμπ αυτών της πρώτης γενιάς του Αγγλικού punk και να δικαιούται ένα σημαντικό κομμάτι από αυτή την πίτα, αυτό είναι το συγκρότημα των Boys. Δημιουργήθηκαν στο Λονδίνο το καλοκαίρι του 1976 όταν το punk ήταν ακόμη στα σπάργανά του από τον John "Honest" Plain στην κιθάρα, τον Duncan "Kid" Reid στο μπάσο, τον Πολωνικής καταγωγής Jacek "Jack Black" Lempicki στα ντραμς τον Matt Dangerfield κιθάρα - φωνή και τον Νορβηγό πιανίστα Casino Steel.

Οι δύο τελευταίοι είχαν γαλουχηθεί από νωρίς στο χώρο, όντας μέλη των London SS, το συγκρότημα "ρίζα", που από τα σπλάχνα του πέρασαν μορφές όπως ο Mick Jones μετέπειτα Clash, ο Tony James ο πιο γνωστός μπασίστας των Generation X, ως και ο Brian James αργότερα ιερό τέρας των Damned. Και αν οι καταστάσεις ήταν διαφορετικές ίσως σήμερα ο Dangerfield να ήταν ακόμη ο τραγουδιστής των Clash, καθώς αποτελούσε την πρώτη επιλογή του Mick Jones για τη κάλυψη αυτής της θέσης.

Οι Boys ήταν ουσιαστικά η πεντάδα που μπόρεσε και συνένωσε τους χορευτικούς ροκαμπίλι ρυθμούς των 50's, με την ανέμελη ποπ των 60's και το power rock των 70's, βγάζοντας ένα δυναμικό, γρήγορο και αξεπέραστα μελωδικό ποπ punk, επηρεασμένο σαφώς από αυτό των Ramones, κοντά στον ήχο των αρχικών Generation X, των Lurkers, των Boomtown Rats και των Rezillos. Ήταν αυτοί που σε αντίθεση με τους Sex Pistols που μηδένιζαν τα πάντα, ή τους Clash που πολιτικολογούσαν χωρίς νόημα, έδιναν προτεραιότητα στη διασκέδαση μιλώντας για ερωτικά σκιρτήματα και απογοητεύσεις, για εφηβικές συγκρούσεις και μικροεπαναστάσεις και για όμορφα κορίτσια, ντυμένοι πάντα με τις λεπτές μαύρες τους γραβάτες και τα σικάτα τους πουκάμισα πριν καν το κάνουν αυτό μόδα οι Jam.

I Don't Care/Soda PressingΥπογράφουν στη Nems Records για το πρώτο, καλύτερο και πιο δημοφιλές single τους το I Don't Care/Soda Pressing που βγήκε τον Απρίλιο του 1977 και περιείχε δύο δροσερά, δίλεπτα, ευκολομνημόνευτα και πιασάρικα pop punk τραγουδάκια που θα τους δώσουν το εισιτήριο της εισόδου στους νεότευκτους τότε punk κύκλους, αλλά και μια θέση στη μεγάλη Αγγλική περιοδεία του John Cale. Συνεχίζοντας στους ίδιους ρυθμούς τέσσερεις μήνες αργότερα βγαίνει το First Time/Watcha Gonna Do/Turning Grey, ένα από τα πιο ευχάριστα punk σιγκλάκια που κάνει θραύση στην μικρή ακόμη τότε εναλλακτική κοινωνία του Λονδίνου και ανακηρύσσεται single of the week στο περιοδικό Sounds. Ο John Peel ενθουσιάζεται με τον φρέσκο και γεμάτο ενέργεια ήχο τους και τους προσφέρει ένα session για το BBC τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. Εκεί, παίζουν έξι κομμάτια από το επερχόμενο πρώτο τους άλμπουμ με τίτλο το όνομα τους.

Το The Boys βγήκε στην αγορά τον Σεπτέμβριο του 1977 και χρονολογικά είναι ένα από τα πρώτα punk rock άλμπουμ. Μάλιστα αν δεν υπήρχαν κάποιες αναβολές για τη βελτίωση του ήχου του, ίσως θα μπορούσε να είναι και το πρώτο. Δίσκος που ξεχειλίζει από ενέργεια, ανέμελο power-pop ευχάριστο στην ακοή από την αρχή ως το τέλος. Οι κύριοι συνθέτες του δίσκου είναι οι Steel και Dangerfield με μόνο το First Time να είναι του Plain, ενώ υπάρχουν και κομμάτια από την εποχή που ο Steel βολόδερνε στις Αγγλικές pub με το πρώτο του συγκρότημα τους Hollywood Brats. Αν και όλα τα κομμάτια κυμαίνονται από πολύ καλά ως και άριστα, το Sick On You από τα ποιο αγαπητά του κοινού τους είναι αυτό που ξεχωρίζει, όπως επίσης ξεχωρίζει μια πραγματικά υπέροχη διασκευή στο I Call Your Name των Beatles. Ο δίσκος δίκαια βρίσκει εμπορική ανταπόκριση και μπαίνει στο τοπ πενήντα του επίσημου chart της Αγγλίας, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν πραγματικά μεγάλη υπόθεση για punk rock δίσκο.

First Time/Watcha Gonna Do/Turning GreyΤα Χριστούγεννα του 1977 οι Boys μεταλλάσσονται (για πρώτη φορά από τις πολλές που θ' ακολουθήσουν) σε Yobs κυκλοφορόντας ένα εορταστικό single με τίτλο Run Rudolf Run. Στο flip side υπάρχει μια αφελής διασκευή στο ιδιαίτερα δημοφιλές παιδικό τραγούδι The Worm Song.

Τον Μάρτιο του 1978 έρχεται η στιγμή για το δεύτερό τους LP με τίτλο Alternative Chartbusters. Δίσκος λιγάκι πιο συνετός από τον προκάτοχό του, πιο συγκροτημένος παρόλο που η ανεμελιά παραμένει. Εδώ η επιτηδευμένη power pop των Beatles ενώνεται με το ηλεκτρικό pop punk των Ramones και πασπαλίζεται από τις ατελείωτες περασιές από το πιάνο του Steel βγάζοντας ένα power punk ανώτερης ποιότητας.

Ξεχωρίζει με την πρώτη κιόλας ακρόαση το απίστευτα μελωδικό Classified Susie, και από εκεί και πέρα το γκαζιάρικο ροκαμπίλι Not Ready, το δακρύβρεχτα επικό Heroine και το πανκοιδές Talking. Ειδική μνεία πρέπει οπωσδήποτε να γίνει στο κλασικό mambo Sway, όπως και στη διασκευή τους στο Stop Stop Stop των Hollies. Το καλύτερο όλων Brickfield Nights, επιλέχτηκε για να κυκλοφορήσει σαν single και από πίσω του βρέθηκε το όμορφο και δυναμικό Teacher's Pet.

Παρά την όποια ποιότητα του άλμπουμ και τις θετικές κριτικές που απέσπασε, το Alternative Chartbusters απέτυχε εμπορικά μένοντας χαμηλά σε πωλήσεις, κυρίως λόγω της κακής προώθησης της Nems. Η φήμη των Boys από εκείνη την περίοδο αρχίζει και φθίνει στην πατρίδα τους, ανεβαίνει όμως μέρα με την ημέρα κυρίως στην κεντρική Ευρώπη, την Σκανδιναβία και την Ιαπωνία. Ο John Peel παραμένοντας ακόμη πιστός οπαδός τους, τους καλεί για μια δεύτερη παρουσίαση στην εκπομπή του τον Μάιο. Εκεί παίζουν τα T.C.P., Brickfield Nights, Classified Suzy και Boys.

KamikazeΤα Χριστούγεννα ξαναφορούν την προσωπεία των Yobs για την καθιερωμένη τους εορταστική κυκλοφορία. Αυτή τη φορά το single που βγάζουν είναι η δική τους εκδοχή στα Silent Night/Stille Nacht. Μία punk rock παρωδία που τους φέρνει αντιμέτωπους και στην άλλη άκρη του ρινγκ με τα υπόλοιπα σκληρά και πολιτικοποιημένα συγκροτήματα που δεν μπορούν ν' ανεχτούν τον χαβαλέ και την "απολιτίκ" άποψη που θέλουν να περάσουν.

Τη στιγμή που ετοίμαζαν το τρίτο τους άλμπουμ στη Nems και ενώ τα κομμάτια ήταν σχεδόν έτοιμα, τελείωσε και η καριέρα τους σε αυτήν. Μέσα από αρκετές αντιξοότητες υπογράφουν στη Safari Records για το εξαιρετικό single Kamikaze με τον Plain στα φωνητικά με flip side το Bad Day και το τρίτο τους LP To Hell With The Boys το Νοέμβριο του 1979 που ηχογραφήθηκε στο Τρόντχαιμ της Νορβηγίας. Ο δίσκος δεν είναι στο επίπεδο των δύο πρώτων καθώς, οι ταχύτητες έχουν σχεδόν εξανεμιστεί και ο ήχος αρχίζει και χάνει το punk attitude του. Το μόνο που παραμένει είναι οι γνωστές και κλασικές μικρές ποπ πινελιές που το διανθίζουν, που όμως και αυτές υστερούν στη δυναμική και την ενέργεια που μας είχαν συνηθίσει. Ακόμη και το πιάνο που έδινε μια ιδιόμορφη σπιρτάδα και ομορφιά, έχει σχεδόν αντικατασταθεί από το άχαρο και ουσιαστικά ελλιπές Hammond.

Αυτό που μας μένει από το To Hell With The Boys πλην του Kamikaze, είναι η ιδιαίτερη εκδοχή τους στο Sambre Dance, και το Terminal Love που αποτέλεσε και την επόμενη εφτάιντζη κυκλοφορία τους με το I Love Me από πίσω.

Η μεγάλη στιγμή για τους Boys και η κατά κάποιο τρόπο εξαργύρωση της φήμης τους ως μια από τις καλύτερες live μπάντες του χώρου, έρχεται, όταν επιλέγονται να συνοδέψουν τους Ramones στην μεγάλη τους End Of The Century περιοδεία στην Βρετανία. Παρά την αναζωπύρωση της φήμης τους λόγω αυτού του γεγονότος, ο Casino αντιλαμβανόμενος πως δεν πάει άλλο, αποχωρεί και αποτραβιέται στην πατρίδα του τη Νορβηγία.

Εντωμεταξύ τα Χριστούγεννα ξαναγίνονται Yobs για την καθιερωμένη τους εορταστική κυκλοφορία, αυτή τη φορά στο single Rub-A-Dum-Dum/Another Christmas και το LP The Yobs Christmas Album.

The BoysΑκολουθεί το single You Better Move On/Schoolgirls το πρώτο μια διασκευή ενός παλιού country τραγουδιού που το έκαναν επιτυχία και οι Rolling Stones, και το μετριότατο LP Boys Only με την προσθήκη του Rudi πρώην X Ray Spex στο σαξόφωνο. Ο δίσκος δεν είναι καλός, οι συνθέσεις είναι κάπως πληκτικές με ανώδυνα rock κομμάτια πολύ κοντά στο ύφος των XTC και των Squeeze. Το Let It Rain που κλείνει τον δίσκο βγήκε ως single με το Lucy από πίσω του όπως και το Weekend/Cool λίγο μετά.

Η μη καλή εμπορική αποδοχή και οι σχεδόν αρνητικές κριτικές που συνόδεψαν το άλμπουμ, φέρνουν στην πόρτα της εξόδου και στον Reid τον Μάρτιο του 1981 που αντικαθίσταται από τον Howard Wall των Lurkers. Με αυτόν κάνουν κανά δυο η αλήθεια είναι επιτυχημένες περιοδείες και τέλος.

Μετά τη διάλυσή τους ο Dangerfield έφτιαξε τους Mirrors, και οι Plain και Black πήγαν στους New Guitars χωρίς κανείς τους να προκόψει όπως ίσως θα εύχονταν ή θα περίμενε.

Από τότε δεκάδες είναι οι επανενώσεις που επιχειρήθηκαν που προσπάθησαν η αλήθεια είναι να κρατήσουν ζωντανό το μύθο τους, όπως και συλλογές που κυκλοφόρησαν. Σημαντικότερες είναι το Punk Rock Rarities της Captain Oi με μερικά γνωστά κομμάτια σε διαφορετικές εκτελέσεις και με μερικά από το υποτιθέμενο τρίτο τους LP στη Nems που θα λέγονταν Junk, το BBC Sessions με τις δύο τους παρουσίες στις εκπομπές του John Peel το 77 και 78 και μερικά έξτρα κομμάτια, το Complete Punk Rock Singles Collection που πιστοποιεί αυτό που αναγγέλλει στον τίτλο του, ενώ ένα καλό live είναι αυτό με τον παραπλανητικό τίτλο Live At The Roxy της Receiver Records ηχογραφημένο στη Γαλλία το 1980. Η πιο πρόσφατη κυκλοφορία τους είναι το χορταστικό Punk Rock Anthology με σαράντα πέντε παρακαλώ κομμάτια ικανά να ξαναδώσουν χαρά στους πολυάριθμους οπαδούς τους.

Το 1989 η Γερμανική Totenkopf βγάζει το Odds And Sods με τη συμμετοχή του Compino των Toten Hosen, ενώ έχουν κυκλοφορήσει και δύο DVD τα Sick On You που περιλαμβάνει κομμάτια από την περιοδεία τους με τους Ramones και Kamikaze με υλικό από περιοδεία στη Αγγλία το 1980 και στη Γερμανία το 2001.

Πιο πρόσφατα σε μια από τις σποραδικές τους επανενώσεις έβγαλαν το single Svengerland/Only A Game στην Captain Oi αφιερωμένο στον τότε προπονητή της Εθνικής Αγγλίας Sven Goran Eriksson, ενώ το τελευταίο τους πόνημα είναι το σιγκλάκι Jimmy Brown/Walk My Dog/I Love Me.