Christian Marclay

The Clock

Ο χρόνος. Κανείς δεν έχει καταφέρει να τον ορίσει, όλοι τον μετράμε ωστόσο. Και τον αισθανόμαστε... Του Μάνου Μπούρα

Το όνομα του Christian Marclay μου ήταν γνωστό από τις ημέρες που διάβαζα ανελλιπώς το περιοδικό The Wire. Είχα λοιπόν υπόψη μου ότι επρόκειτο για έναν καλλιτέχνη (δεν θα τον λέγαμε μουσικό, παρότι ασχολείται με τη μουσική) που χρησιμοποιεί τη μουσική σαν ένα μόνο από τα πολλά οχήματα ερεθισμάτων για να δημιουργήσει έργα Τέχνης. Δεν κινείται με άλλα λόγια αποκλειστικά σε συναυλιακούς χώρους ή σε γκαλερί κι αίθουσες εκθέσεων Τέχνης, αφήνει τα έργα του σε ότι από τα δύο ταιριάζει καλύτερα αυτό που έχει κάνει, αν και η δεύτερη επιλογή είναι τελικά η πιθανότερη. Με αμερικανική κι ελβετική υπηκοότητα, γεννήθηκε στις ΗΠΑ για να μετακομίσει η οικογένειά του όταν ήταν ακόμη μηνών στην Ελβετία, να πάει εκεί σχολείο και στη συνέχεια στην Σχολή Καλών Τεχνών της Γενεύης, και να διασχίσει ξανά τον Ατλαντικό αργότερα για να συνεχίσει εκεί τις σπουδές του. Βρέθηκε μετά από διάφορες μετακομίσεις στη Νέα Υόρκη, όπου φυσικά εκεί αναμείχθηκε με την κοχλάζουσα καλλιτεχνική σκηνή της πόλης. Τα έργα του παίρνουν διάφορες μορφές, τα διατρέχει όμως η αγάπη για το κολλάζ και το απροσδόκητο αισθητικό αποτέλεσμα.

Ένα απ’ αυτά τα έργα είχα την τύχη να δω πρόσφατα στο Βερολίνο, στη Neue Nationalgalerie, σε μία έκθεση που θα διαρκέσει έως τις 25 του ερχόμενου Γενάρη. Πρόκειται για το έργο The Clock, που πρωτοπαρουσιάστηκε στο Λονδίνο το 2010 κι έχει παιχτεί σε διάφορες πόλεις του κόσμου έκτοτε (Νέα Υόρκη, Σύδνεϋ, Παρίσι, Λονδίνο ξανά). Είναι ένα βίντεο διάρκειας 24 ωρών, που έχει να κάνει με τον χρόνο όπως είναι φυσικό, ανοίγοντας έναν διάλογο με τον τρόπο που χρησιμοποιούμε για τη μέτρησή του, τη σημασία του στην καθημερινή μας ζωή και το πώς τον βιώνουμε με τον δικό του, προσωπικό τρόπο ο καθένας (και δεν λατρεύετε τη γλώσσα που χρησιμοποιείται για την περιγραφή των εικαστικών συμβάντων από τους επιμελητές, κάθε φορά που διαβάζετε κάποιο φυλλάδιο μιας έκθεσης; Εγώ πάντως σίγουρα, θέλω να επιστρέψω σαν επιμελητής στην επόμενη ζωή μου!)

Τι έχει κάνει λοιπόν στο The Clock, που σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα; (Και ωθεί κάποιον σαν κι εμένα να γράψει γι’ αυτό…) Μέσα από χιλιάδες ταινίες και τηλεοπτικές σειρές, έχει πάρει τα πλάνα όπου στην οθόνη εμφανίζονται ρολόγια, και τα έχει βάλει στη σειρά. Έτσι, όσο κυλάει η ταινία (την οποία παρακολουθείς σε μία μεγάλη σκοτεινή αίθουσα με αναπαυτικούς καναπέδες, όχι κανονική αίθουσα κινηματογράφου, ώστε να μπορείς εύκολα να μπεις, να καθίσεις να δεις όση ώρα θέλεις, και να φύγεις χωρίς να ενοχλήσεις), παρακολουθείς τα ρολόγια να δείχνουν την ώρα και ο χρόνος να προχωράει κανονικά! Αν μάλιστα τσεκάρεις το δικό σου ρολόι – έστω στο κινητό – η ώρα ήταν η πραγματική, λειτουργεί δηλαδή η ταινία και σαν κανονικό, σε πραγματικό χρόνο ρολόι! Τη βρήκα μια μεγαλειώδη ιδέα, εκτελεσμένη μάλιστα με αληθινή μαεστρία από εκείνον και το επιτελείο του. Έχει πει για το The Clock ο ίδιος:

«Για εμένα, το The Clock είναι μία δευτερεύουσα δουλειά, αλλά δύσκολο να την αποφύγεις επειδή καταλαμβάνει τόσο χώρο. Είναι πολύ περισσότερα από μία βίντεο εγκατάσταση: είναι ένα γεγονός. Κάθε φορά που προβάλλεται, πλήθη κάνουν ουρές και ξοδεύουν ώρες να την παρακολουθήσουν. Το The Clock είναι επίσης μια παράσταση στην οποία κάθε θεατής γίνεται ηθοποιός, καθένας πρέπει να οργανώσει ανεξάρτητα τον χρόνο του από τη στιγμή που το συγκεκριμένο έργο δεν έχει αρχή ή τέλος. Με τη λογική ενός διαρκούς σόου, ξεκινάει μόλις μπεις στην αίθουσα και τελειώνει με το που βγεις. Αλλά το έργο πολύ γρήγορα αποκαλύπτει ότι είναι πληθωρικό. Πρέπει να βρεις χρόνο στο καθημερινό σου ημερολόγιο, να διαπραγματευτείς τα ραντεβού σου. Μπορείς να μείνεις μισή ώρα ή όχι; Το κοινό είναι έτσι εμπλεκόμενο με έναν ιδιαίτερο τρόπο και πρέπει να κάνει προσωπικές επιλογές, ενώ ταυτόχρονα συμμετέχει σε μία κοινή εμπειρία. Στην πραγματικότητα, το The Clock έχει γίνει κάτι σαν βάρος για εμένα, σαν ενοχή: μία επιτυχία που όλοι θέλουν να δουν εις βάρος του υπόλοιπου ρεπερτορίου μου. Τα τελευταία δέκα χρόνια, δεν έχει σταματήσει η ζήτηση γι’ αυτό. Έχω αρνηθεί πολλές φορές, ειδικά όταν οι προτάσεις δεν λαμβάνουν υπόψη τους την πολυπλοκότητα και το κόστος ενός τέτοιου εγχειρήματος. Αυτό δεν είναι ένα φιλμ που παρουσιάζεται στις συνηθισμένες συνθήκες ενός κινηματογράφου. Είναι μια εγκατάσταση που οφείλει να επιτρέπει στους θεατές να ρέουν, κάποιος να μπορεί να μπει και να βγει εύκολα, χωρίς να ενοχλεί μια ολόκληρη σειρά από άλλους θεατές. Δεν υπάρχουν προβολές που ξεκινούν μια συγκεκριμένη ώρα. Δεν χρειάζεται να είσαι εκεί πριν ξεκινήσει η προβολή. Το The Clock είναι μία σπουδή επάνω στο πέρασμα του χρόνου. Θα πρέπει να μπορείς να το αφήσεις πίσω σου και να επιστρέψεις σ’ αυτό όσο συχνά έχεις ανάγκη. Δεν είναι φτιαγμένο για να το δεις με τη μία. Η αντίληψη του όλου μπορεί ως εκ τούτου να είναι αποσπασματική όσο και το ίδιο το έργο.»

Και κάπως έτσι, έμεινα στην αίθουσα για 40 περίπου λεπτά, χαζεύοντας το μνημειώδες παζλ από κάθε είδους σκηνή με εκατοντάδες ρολόγια να παρελαύνουν από την οθόνη, ηθοποιούς να δίνουν ραντεβού σε μία ώρα, χρονόμετρα να μετράνε αντίστροφα μέχρι να πάει η ώρα 12 (όλες οι βόμβες δεν σκάνε στις 12;), και τέλος πάντων, επάνω στη μεγάλη οθόνη, αλλεπάλληλες εικόνες ροκάνιζαν το χρόνο σου όσο η πόλη που σε φιλοξενούσε περίμενε να σου δείξει κι εκείνη τα δεκάδες πρόσωπά της. Πολύ θα ήθελα να είχα στην κατοχή μου αυτό το φιλμ, να το έβλεπα με την ησυχία μου, κομμάτι – κομμάτι, λίγη ώρα τη φορά, από το Ghost Dog έως την Amelie, από ασπρόμαυρα noir μέχρι technicolor υπερπαραγωγές του Hollywood με τον Nτι Κάπριο και τον Τομ Κρουζ και ξανά πίσω στις αρχές του περασμένου αιώνα και τις πρώτες αποτυπώσεις σε celluloid. Ξέρω όμως ότι αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, όντας ένα πολύτιμο έργο Τέχνης που παρελαύνει στα πιο γνωστά μουσεία του κόσμου, εκεί που ξεκάθαρα ανήκει. Κι ως εκ τούτου, θα μείνω ευχαριστημένος που έστω και για λίγη ώρα, μπήκα σε μία σκοτεινή αίθουσα κι έγινα για κάμποση ώρα κοινωνός μιας υπέρλαμπρης ανθρώπινης ιδέας που έβαλε το μυαλό μου να γυρίσει σαν τα γρανάζια όλων των ρολογιών που πέρασαν εκείνο το πρωινό από μπροστά μου.