Devics

Lov at first sight

DevicsΟποιαδήποτε ελληνόγλωσσα λεξικά ή αντιλεξικά κι αν ανοίξει κανείς, δε θα βρει τους κατάλληλους επιθετικούς προσδιορισμούς, για να αποτυπώσει εύστοχα κι αβίαστα τη μοναδική πλημμυρίδα συναισθημάτων, που πηγάζει από την ακρόαση της μουσικής των Devics. Βέβαια, και σε οποιαδήποτε ξενόγλωσσα λεξικά αν ανατρέξει κάποιος δε θα συναντήσει την ακριβή και περιεκτική ετυμολογία της λέξης "Devics", γιατί απλούστατα δε θα εντοπίσει το συγκεκριμένο λήμμα. Άλλωστε, δώδεκα χρόνια μετά το επίσημο βάπτισμα του Καλιφορνέζικου συγκροτήματος, ακόμα και οι ίδιοι οι Devics δε γνωρίζουν με βεβαιότητα τι ακριβώς συμβολίζει το αινιγματικό και μυστηριώδες όνομά τους...

Οι ερμηνείες που έχουν ακουστεί κατά καιρούς είναι αναρίθμητες. Η εκδοχή των Devics έχει να κάνει με ένα βιβλίο του Geoffrey Hodson, το «Βασίλειο των θεών». Εκεί υπάρχει μια νεφελώδης αναφορά σε προστάτιδες μούσες και αγγέλους με αυτό το όνομα, που είναι υπέρμαχοι και αρωγοί της καλλιτεχνικής δημιουργίας, κάτι που φυσικά έρχεται να στηρίξει το σκεπτικό στην επιλογή τους. Αρκετοί ιστοριοδίφες με τη σειρά τους υποστηρίζουν πως η προέλευση της λέξης έχει τις ρίζες της σε ένα μύθο των Σλάβων, όπου καραβάνια αλόγων, μεταφέροντας μεγάλα φορτία χρυσού, χάνονται στις αφιλόξενες και απόκρημνες βουνοκορφές της Βαλκανικής χερσονήσου. Άλλοι πάλι, την αποδίδουν στην ιατρική επιστήμη, καθώς η ορολογία αυτή αποτελεί ανίατο νευρολογικό νόσημα, που συχνά μάλιστα προκαλεί και την τύφλωση.

Ανεξάρτητα πάντως από τη σημειολογία, για ένα πράγμα είναι απόλυτα βέβαιοι οι Devics κι αυτό είναι η προφορά της λέξης (προφέρεται Dee-vicks), κάτι που φροντίζουν ακούραστα και ευγενικά να υπενθυμίζουν στους θαυμαστές τους.

Devics 2Η περιπλάνησή των Devics στο χώρο της μουσικής ξεκινά δειλά το 1989,όσο περίεργο κι αν ακούγεται αυτό, αφού οι περισσότεροι τους ανακαλύψαμε όψιμα μέσα από το "My beautiful sinking ship" του 2001. Εκείνη την περίοδο συναντώνται στο τμήμα καλών τεχνών του κολεγίου της Santa Monica τα δυο ιδρυτικά μέλη του συγκροτήματος, ο Dustin O' Halloran και η Sara Lov.

Ο ταλαντούχος σε πιάνο, κιθάρα-και αλκοόλ- Dustin είναι ο κύριος υπεύθυνος για την ηχητική αρτιότητα της μουσικής των Devics. Σήμερα, διανύει την πέμπτη δεκαετία της ζωής του και πέρα από του Devics, περιστασιακά συμμετέχει με τους Aaron Embry, Brian Bell (Weezer, Space Twins) και στους Mephisto, ένα θεατρικό side project όπου κυριαρχεί η ατμόσφαιρα και το πνεύμα του Tom Waits! Στην πραγματική του ζωή είναι ηχολήπτης και ειδικός σε ηχητικά effects για κινηματογραφικά φιλμ. Οι λεπτομερείς γνώσεις του πάνω σε θέματα ήχου είναι μάλλον εκνευριστικές, αλλά και χρήσιμες όπως φαίνεται από το τελικό αποτέλεσμα όλων των κυκλοφοριών των Devics.

Η χαρισματική Sara με την τόσο ζεστή και διαπεραστική φωνή της βρίσκεται πάντα στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος. Η κρυστάλλινη και θλιμμένη φωνή της, μια φωνή σειρήνας που μαγεύει και αιχμαλωτίζει τους ακροατές της από το πρώτο άκουσμα, έχει περίοπτη θέση στις συνθέσεις των Devics. Πιθανότατα η Sara είναι και η μοναδική τραγουδίστρια στον πλανήτη που θεραπεύει την ψυχή με τα ιαματικά φωνητικά της και το σώμα με το θαυματουργό μασάζ που κάνει (φυσιοθεραπεύτρια είναι η κοπέλα -μην πάει το μυαλό σας αλλού...)

Οι δυο τους σύντομα ανακαλύπτουν το κοινό πάθος τους για τη μουσική και τον κινηματογράφο, και αποφασίζουν να το μοιραστούν. Δυο χρόνια αργότερα προστίθεται στην παρέα και ο Evan Schnabel στα drums. Ο Evan, εύσωμος και ευφυής τύπος, στα φοιτητικά του χρόνια κάνει ένα σύντομο πέρασμα από τους Dead Alumni, μία heavy metal μπάντα, για την οποία μιλά με υπερηφάνεια. Όταν δεν δονεί την ατμόσφαιρα με τα τύμπανά του, ασχολείται επαγγελματικά με τους υπολογιστές και το σχεδιασμό ιστοσελίδων στο Internet (ο ίδιος εξάλλου έχει σχεδιάσει και την ιστοσελίδα του γκρουπ - www.devics.com).

Πλέον, λείπει μόνο το τελευταίο κομμάτι του παζλ, για να ολοκληρωθεί το ανθρώπινο ψηφιδωτό των Devics. Αυτό το κομμάτι δεν είναι άλλο από έναν άνθρωπο πίσω από το μπάσο.

BuxomΟι μήνες που ακολουθούν, κυλούν βασανιστικά για τους τρεις Devics σε ένα γενικότερο κλίμα αναμονής και ανασφάλειας, καθώς δε βρίσκεται τελικά το πολύτιμο τέταρτο μέλος. Η Sara αρχίζει να ασχολείται ερασιτεχνικά στον ελεύθερο χρόνο της με το μπάσο και τελικά αναλαμβάνει την ευθύνη αυτή στο συγκρότημα μετά από λίγο καιρό. Μέσα από σειρές συναυλιών στο Λος Άντζελες κατορθώνουν να διαδώσουν τη φήμη και την ρετρό αισθητική τους στους καλλιτεχνικούς κύκλους της πόλης, παρόλο που μέχρι και τα τέλη του 1993 δεν έχουν κυκλοφορήσει ακόμα κάποια δισκογραφική δουλειά (το μόνο που απολαμβάνουν οι πρώτοι τους πιστοί είναι μία promo-κασέτα με 7 τραγούδια που διανέμεται στις ζωντανές εμφανίσεις τους). Βλέποντας την αυξανόμενη τοπική απήχησή τους να αποκτά αξιοζήλευτη διάσταση, το 1994 οι Devics ιδρύουν το δικό τους label, με όνομα 'Splinter Records'. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και το πολυαναμενόμενο παρθενικό 7" single "Peresoso /Spooky" με το εκρηκτικό "Peresoso" να χαλάει τον κόσμο σε ραδιόφωνα και μπαρ του L.A.(ένα τραγούδι που ακόμα και σήμερα είναι μεταξύ των αγαπημένων μου). Το 1996 εκδίδεται το "Buxom", ο πρώτος ολοκληρωμένος δίσκος τους, που περιλαμβάνει παλιές συνθέσεις (όπως το 'Powerless' που υπήρχε σε συλλογή της Meltdown Records ή το 'Peresoso'), αλλά και νέες (τα 'Bed' και 'The way you sleep' σαγηνεύουν και τον πιο στρυφνό και απαιτητικό φιλόμουσο). Με τη δουλειά αυτή, οι Devics αφήνουν τα πρώτα αχνά σημάδια τους στο άπειρο του μουσικού στερεώματος, ενδυναμώνουν τη θέση τους στην Καλιφόρνια και θέτουν τις βάσεις για τη μετέπειτα θριαμβευτική πορεία.

If you forget meΤο "If you forget me..." του 1998 -πάντα στη δική τους Splinter- έρχεται να διορθώσει τυχόν ατέλειες του προκατόχου του και να συνεχίσει το μαγικό ταξίδι μας στο απόμακρο, ζοφερό, αλλά πάντα ενδιαφέροντα μικρόκοσμό τους. Πιανιστικά πρελούδια, συναισθηματικές εκρήξεις, τζαζ και ροκ αποχρώσεις, ανεκπλήρωτοι έρωτες, όλα δένουν αριστοτεχνικά και αρμονικά με τη μαγική ερμηνεία της Sara σε αυτό το εξαιρετικό άλμπουμ. Έχοντας υιοθετήσει μέσα στα χρόνια ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος στη μουσική τους που ισορροπεί ανάμεσα στο cabaret, τον κινηματογραφικό ήχο παλιών ασπρόμαυρων ταινιών, τη τζαζ και τα blues, οι Devics υφαίνουν με μαεστρία και μια σπάνια ευαισθησία τις επιβλητικές, μελαγχολικές μπαλάντες τους (όπως το μεγαλοπρεπές 'Form' ή το εύθραυστο 'Siren song'), δίχως όμως να αναμασούν ποτέ άκομψα μουσικά μοτίβο προηγούμενων δεκαετιών.

Στις αρχές του 1999 και έπειτα από μια μικρή περιοδεία με την Καναδέζικη rockabilly μπάντα του 'The Rattled Roosters' στο Hollywood, ο Εd Maxwell τραβά την προσοχή του Dustin. Ο Ed, επαγγελματίας μουσικός με αρκετά χρόνια μουσικών σπουδών στην πλάτη του, δέχεται την αυθόρμητη πρόταση από τον Dustin και γίνεται τελικά μπασίστας των Devics (το πολύτιμο τέταρτο μέλος που λέγαμε!), αποδεσμεύοντας έτσι τη Sara σε αυτό που της αρέσει- και μας αρέσει- να κάνει περισσότερο: να τραγουδά. Με τον Ed στη σύνθεση τους, κυκλοφορούν το "Ghost in the girl" ep το 2000, προάγγελο του επόμενου δισκογραφικού τους βήματος και για πρώτη φορά διασκευάζουν με επιτυχία ένα μελαγχολικό μουσικό κομμάτι, το "The man I love" του Gershwin.

Με αυτή τους τη δουλειά ανοίγει ουσιαστικά και ο δρόμος σε ένα ευρύτερο κοινό. Ο Simon Raymonde, γοητευμένος από την υποβλητική μουσική τους, τους παίρνει στη γνωστή μας 'BellaUnion' και η συνέχεια είναι λίγο-πολύ οικεία για τους μυημένους μουσικόφιλους.

My beautiful sinkingΣτην εκπνοή του 2001 γινόμαστε μάρτυρες μιας σπάνιας ομορφιάς, ενός αριστουργηματικού δίσκου που δύσκολα θα βρει όμοιό του τα κατοπινά χρόνια. Το "My beautiful sinking ship" είναι μια μυσταγωγία, που κρύβει τόσα μυστικά αλλά και τόσες εντυπωσιακές εικόνες όσα και ο βυθός της θάλασσας. Η θάλασσα είναι αγαπημένο θέμα και πηγή έμπνευσης για τους Devics, κάτι που φαίνεται άλλωστε και από τα θαλάσσια ερπετά, τα πλοία και τη ναυτική πυξίδα που έχει ως τατουάζ ο Dustin στο σώμα του. Άλλοτε ήρεμη και γαλήνια και άλλοτε άγρια και εκδικητική, είναι ο καθρέφτης της ανυπέρβλητης και απρόβλεπτης σε κάθε νότα μουσικής τους. Τραγούδια όπως τα 'Alone with you' και 'Forget tomorrow' είναι δύσκολο να μη μείνουν βαθιά καρφιτσωμένα στην καρδιά ενός ευαίσθητου ανθρώπου.

Το ίδιο διάστημα ετοιμάζουν την πρώτη τους ευρωπαϊκή περιοδεία και επισκέπτονται για πρώτη φόρα χώρες όπως τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Γερμανία, την Ολλανδία, την Αγγλία και την Ιταλία, ενώ παράλληλα κατά την παραμονή τους εκεί μαγνητίζουν με τις εμφανίσεις τους το ενδιαφέρον του Ιταλού σκηνοθέτη Giusseppe Bertollucci, που χρησιμοποιεί τη μουσική των Devics στην ταινία του "L'Amore Probablimente", ταινία που κάνει την πρεμιέρα της στο διεθνές φεστιβάλ κινηματογράφου της Βενετίας το 2001.

The stars of st andreaΈπειτα από σχεδόν ένα χρόνο γεμάτο συναυλίες (στις περισσότερες μαζί με τους Lift to Experience), οι Devics συγκεντρώνουν τις δυνάμεις τους και το καλοκαίρι του 2002 αγκυροβολούν το όμορφο καράβι τους στη γειτονική Ιταλία-το δεύτερο σπίτι τους. Σε ένα παλιό αγρόκτημα, που βρίσκεται στην οδό Saint Andrea, στήνουν τον ακριβό εξοπλισμό τους και ξεκινούν την ηχογράφηση του "The Stars at Saint Andrea", χωρίς πια τη συμβολή του Evan, ο οποίος αδυνατεί να ακολουθήσει τα live των Devics (λίγο ο γάμος, λίγο η δουλειά, το πρόγραμμα γίνεται ασφυκτικό για τον ίδιο). Το Nοέμβριο του 2002 κυκλοφορεί το 7" single "Red Morning/Sunny" από τη BellaUnion, μια πρόγευση της νέας τους ονειρικής δουλειάς, που επισκέπτεται αυτή τη φορά νέα ηχοτοπία, ντύνοντας την κλασική ενορχήστρωση με αναλογικούς ηλεκτρονικούς ήχους.

Το 'Red morning' που ανοίγει το τέταρτο άλμπουμ τους σε συνεπαίρνει με την απλότητα και την εσωτερική του δύναμη από την πρώτη στιγμή. Στο 'Don't take it away' μένεις αποσβολωμένος για αρκετά λεπτά μετά το τέλος του κομματιού από το καταιγιστικό και εθιστικό ρεφρέν του. Η φωνή της Sara, μεθυστική, εκφραστική-μοναδική θα τολμούσα να πω-για μια ακόμα φορά ξεκλειδώνει τα άδυτα της ψυχής μας. Στα 10 νέα τους κομμάτια οι Devics συνεχίζουν να χρωματίζουν με σκούρες μπογιές την καθημερινότητά μας, να καλύπτουν τα όνειρα μας με ένα πυκνό σύννεφο κατήφειας και θλίψης και να προσκαλούν τον ακροατή να εντρυφήσει στη μελαγχολία, το πάθος χωρίς ανταπόκριση. Στο τέλος της ακρόασης, στο enhanced CD υπάρχει ένα όμορφο βίντεο που γύρισε ο Dustin στο σπίτι τους στο Λος Άντζελες. Μην ξεγελιέστε όμως εύκολα! Αυτή είναι, και μάλλον θα παραμείνει η πιο αισιόδοξη στιγμή τους...