Σταθμός ‘Δερβενάκια-Νεμέα’
Απομεινάρια του παρελθόντος, ηρωικού και μη, στη μάχη απέναντι στον χρόνο. Του Αντώνη Ξαγά
O ήχος της μηχανής τάραξε την ησυχία, έκανε τα χείλη να ξεκολλήσουν απότομα, το χέρι να απομακρυνθεί από το στήθος. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει προς τη Δύση χρωματίζοντας το αργολικό τοπίο με αντιστικτική αρμονία νέων αποχρώσεων του πράσινου που άλλαζαν κάθε λεπτό που πέρναγε, από το λαδί ξεραμένο της ελιάς μέχρι το βαθύ σκούρο του κυπαρισσιού στο κιτρινωπό φόντο του καλοκαιρινού φρυγμένου κάμπου Πιο πέρα ο αυτοκινητόδρομος, ένας ακαθόριστος μακρινός βόμβος, σαν σμάρι εντόμων. Η εγκαταλειμμένη σιδηροδρομική γραμμή φιδογύριζε στον λόφο πριν χαθεί πίσω από μια στροφή. Ένας αετός ζύγιαζε τα φτερά του, ξεχώριζε σαν λεκές στο ανέφελο γαλανό του ουρανού. Δικός τους ήταν αυτός ο κόσμος, ο κόσμος όλος ένα σκηνικό, «μόνοι στη Γη», χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον, μόνοι ένα απόλυτο παρόν, η αφή των σωμάτων, ο πόθος της σάρκας.
Δεν γύρισαν καν να κοιτάξουν τους εισβολείς, απλά άκουσαν τα βήματα τους στα χαλίκια, που σαν να τα κλωτσούσαν δήθεν ανέμελα κάνοντας λίγο παραπάνω θόρυβο, δύο ήταν, ένα μεσόκοπο ζευγάρι. Η αμηχανία του έρωτα των άλλων. Δεν αντάλλαξαν ματιά ούτε καν όταν πέρασαν δίπλα δίπλα, μέχρι που το δικό τους μηχανάκι χάθηκε και το δασάκι απορρόφησε τον ήχο της σπασμένης εξάτμισης. Ανθρώπινη ησυχία έπεσε πάλι. Είχε ένα ανακουφιστικό αεράκι που λίχνιζε αθόρυβα τα αγριόχορτα, τα πουλιά πετάριζαν κρώζοντας κι αναζητώντας το νυχτερινό βόλεμα στα φρεσκοασβεστωμένα δέντρα. Το άγαλμα στη βάση του οποίου μέχρι πριν λίγο κάθονταν τα δύο νεαρά παιδιά έριχνε όλο και πιο μεγάλη τη σκιά του με την ώρα.
Τον σιδηροδρομικό σταθμό ήθελαν να επισκεφτούν αρχικά, που στο GPS του τηλεφώνου ήταν σημαδεμένος με την αναφορά «Προσωρινά κλειστός». Στάθηκαν στην εγκατάλειψη, στον ιστό της αράχνης στο σπασμένο παράθυρο, μέσα ένα χάος λες και το κτίσμα εγκαταλείφθηκε μπροστά σε επελαύνουσα βία, οι φωριαμοί παραβιασμένοι, χαρτιά σκορπισμένα, το πανταχού παρών πλαστικό μπουκάλι νερού, σοβάδες πεσμένοι, τίποτε πλέον που να έχει κάποια έστω κι ευτελή οικονομική αξία.
Όμως η ιστορική φόρτιση του χώρου τους οδήγησε να αναζητήσουν το μνημείο εδώ στο ύψωμα αυτό. Τέτοια καλοκαιριάτικη εποχή είχε γίνει και η μάχη δύο αιώνες πίσω, κάποια στεφάνια με ξεραμένες δάφνες που μύριζαν επισημότητα, δεκάρικους λόγους και ψαλμωδίες δήλωναν την πρόσφατη επέτειο. Τέτοια μέρα είχαν γίνει και τα αποκαλυπτήρια, 26 Ιουλίου του μεταξικού 1938, για το έργο του γλύπτη Γεώργιου Δημητριάδη. Κλασική τεχνοτροπία, μαρμάρινη φετιχοποίηση του παρελθόντος, ήθελε να είναι λευκή, έχει όμως πάρει να γκριζάρει με τα χρόνια. Ο γέρος του Μωριά, πεζός, σε στάση αγέρωχη κι ατρόμητη, σαν να βιγλίζει ακόμη τον κάμπο αναζητώντας τα μπαϊράκια του Δράμαλη να ξεπροβάλλουν, το χέρι στο σελάχι, το κουμπούρι σε ετοιμότητα, στο άλλο χέρι το γιαταγάνι. Η μάχη πρέπει να ήταν σκληρή κι αδυσώπητη, χόρτασε η γη θάνατο. «Κουράγιο Νικήτα Τούρκους σφάζεις». Το μαρτυρούν οι πηγές το λένε τα τραγούδια, η φράση του Eκκλησιαστή ότι ο άνθρωπος πεθαίνει σαν το ζώο. «Οι μπέηδες τής Ρούμελης, τού Δράμαλη οι πασάδες, στό Δερβενάκι κείτονται κορμιά δίχως κεφάλια. Στρώμα ΄χουνε τή μαύρη γής, προσκέφαλο μιά πέτρα καί τ’ από πάνω σκέπασμα τού φεγγαριού τή λάμψη». Οι συνειρμοί και οι σκέψεις σκαλίζουν μνήμες και διαβάσματα. Tο 1931 o Σπύρος Μελάς στο μεγαλοαστικό αθηναϊκό του σπίτι σε πολεμοχαρή ακαδημαϊσμό να φαντασιώνεται μάχες και κλαγγές και φουστανέλες σε εθνική διέγερση. To 1971, φαντάροι σε πρωινή αγγαρεία, ίσως κι ευπρόσδεκτη για την ρουτίνα του χουντικού στρατώνα, με φουστανέλες και τούρκικα πολύχρωμα σαλβάρια, ακατάλληλα μάλλον για μάχη, όχι όμως για μια προπαγανδιστική κινηματογραφική υπερπαραγωγή. Το 1980, ένα παιδάκι της πρώτης δημοτικού διαβάζει το πρώτο του βιβλίο, μπλε σκληρό εξώφυλλο, «Ο Κολοκοτρώνης» του Τάκη Λάππα, σημαδεύει υποστηρικτικά με το δάχτυλο κάθε λέξη που συλλαβίζει. Αύριο, στην σχολική επέτειο έχει να απαγγείλει και ‘ποίμα΄. Για όσους θυσιάστηκαν για να ‘είμαστε σήμερα ελεύθεροι’.
Στις 28.8.56 κάποιος χάραξε τα αρχικά ΝΚΜ. Το 1985 ήταν εδώ ένας Σ. ΚΑΖΑΣ. Γράμματα αδέξια, σαν από το χέρι εκείνου του μαθητή της πρώτης δημοτικού. Και άλλα ονόματα. Πιο ψηλά, τρία μαζί. Βασίλης, Αντιγόνη και Ευδοκία. Και ένα πλαίσιο. ΔΗΜ Κ. ΠΙΤΣΑ 22-1-86. LFE. Love forever. Η πιο παλιά ανθρώπινη ιστορία. Ένα παρόν καθηλωμένο σε μια ημερομηνία, απλωμένο όμως και στο άπειρο του «για πάντα». Με κεφάλαια, σαν ταφικό επίγραμμα σε αρχαία αττική στήλη. Τριγύρω, πολλές γραμμές ανάκατες, χαοτικές, διασταυρούμενες, ορνιθοσκαλίσματα από μάθημα γεωμετρίας, σαν τροχιές στοιχειωδών σωματιδίων σε θάλαμο Γουίλσον, ίχνη μιας υλικής υπόστασης που κανείς δεν μπορεί να ακολουθήσει, υπάρξεων που γεννιούνται και χάνονται χωρίς μνήμη στο κβαντικό κενό. Ήμασταν κι εμείς εδώ, κι ας μην μας θυμάται κανείς. Σαν μια στήλη της Ροζέτας, που είναι αδύνατο όμως να αποκρυπτογραφηθεί. Υπάρχει γραφικός χαρακτήρας αναγνωρίσιμος και στα σκαλίσματα άραγε;
Στις τοπικές εφημερίδες διαβάζεις άρθρα πύρινης οργής για την ιεροσυλία, εκκλήσεις για την αποκατάσταση που θα παραδώσει το μάρμαρο άσπιλο ξανά στην λευκασμένη εθνική μνήμη. «Ο πρώτος χαράξας επί αρχαίου κίονος ήτο ο πρώτος ακαλαίσθητος Έλληνας αλλά συγχρόνως και ο πρώτος ευεργέτης της Ιστορίας» είχε γράψει ο Καμπούρογλου σε αθηναϊκή εφημερίδα του 1882, σε σύγκρουση με τους τότε αρχαιολόγους. Παλιά γαρ η πρακτική, τα αρχαία μάρμαρα υπήρξαν ανέκαθεν καμβάδες μαρτυριών, πολλοί από τους επισκέπτες των ναών δεν δίσταζαν να χαράξουν τα ονόματά τους πάνω στους κίονες, ακόμη και στους ιερούς του Παρθενώνα και των Προπυλαίων, «διά της αιχμής εγχειριδίου επιπολαίως», «ακιδογραφήματα», σημείωνε ο καθηγητής Κωνσταντίνος Ζησίου, ο πρώτος συστηματικός μελετητής αυτού του «Λίθινου Χρονικού» των Αθηνών, που το όνομά του έχει μείνει απαθανατισμένο για τους αδιάφορους κατοίκους σε οδωνύμιο μιας ήσυχης γειτονιάς των Άνω Πατησίων.
Να ήταν άραγε η ίδια η ανάγκη που οδήγησε το χέρι του ΝΚΜ με εκείνη που έκανε κι έναν ποιητή σαν τον Μπάιρον να χαράξει το δικό του όνομα στην νότια παραστάδα στον ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο; Δεν του αρκούσε η αθανασία των ποιημάτων του; Είχε αμφιβολίες; Φόβους για το le grand peut-etre μετά τον θάνατο που έλεγε ο Μονταίνιος; Πόσα γνωρίζουμε τελικά για την πραγματική του ζωή πέραν των ιστοριών και των βιογραφιών; Όπως και για τον ήρωα που στέκει από πάνω μας, αθάνατος σε άψυχο μάρμαρο, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ με σάρκα και οστά, η οργανική vis vitalis, η οπτασία των παλιών χημικών, μετασχηματισμένη σε ανόργανη ύλη, σε συνδυασμό ασβεστίτη, CaCO3, και δολομίτη (Ca,Mg)(CO3)2), ο νεκρός Θεόδωρος που έχει γίνει λάσπη και σκόνη, αποτελεί τώρα το βούλωμα για μία τρύπα στον τοίχο και μας προστατεύει από τον δριμύ βοριά όπως μας είχε πει ο Σαίξπηρ. Ένας γνωστός άγνωστος, μονοσήμαντα απολιθωμένος σε διηγήσεις και ιστορίες, που είναι μεν ‘αληθινές’, δεν διαφέρουν ωστόσο από τα παραμύθια.
Ο (ή μήπως είναι ‘η’;) ΝΚΜ, ο Βασίλης, η Αντιγόνη και η Ευδοκία φαντάζουν πιο κοντινοί, πιο οικείοι. Κι ας μην ξέρουμε τίποτε για τις ζωές τους, κι ας μην μπορέσει ποτέ καμία αρχαιολογία να αναδείξει μια συγκροτημένη μαρτυρία. Μοιάζει το άγαλμα αυτό με ένα συμβολικό κενοτάφιο όλων των ανώνυμων που πέρασαν από εδώ. «Αιωνία η μνήμη» των σκέψεων, των συναισθημάτων, των ζωών τους. Μας. Κάτι να θυμίζει το πέρασμα μας. Μέχρι που κάποια μέρα δεν θα θυμάται κανείς γιατί δεν θα υπάρχει κανείς για να θυμάται.
Στάθηκε να ξανακοιτάξει το τοπίο, γυρνώντας την πλάτη στο άγαλμα. Κοιτώντας προς τα νότια της μνήμης θυμήθηκε ηδονικά καλοκαίρια στις αργολικές παραλίες και στα ναυπλιώτικα στενά, όλα πλέον σε συντηγμένα σε ένα και μοναδικό αξεδιάλυτο κουβάρι. Από εδώ ξεκινούσαν και τότε όλα. Με την εθνική οδό να κατηφορίζει προς τα Δερβενάκια, την στενή κλεισούρα που ήταν ανέκαθεν το στρατηγικό ‘κλειδί της Πελοποννήσου’.




