Ελληνικές συνταγές για εξώφυλλα Νο 2

Αντιγραφή, επιρροή ή έμπνευση;

Στο πρώτο μέρος είδαμε περιπτώσεις που «βγάζουν» μάτι, περιπτώσεις που «ελληνοποιούν» την αντιγραφή, περιπτώσεις που επηρεάστηκαν από την ποπ κουλτούρα της εποχής, περιπτώσεις που απλώς «έτυχε» να μοιάζουν. Όμως η ελληνική εφευρετικότητα είναι ανεξάντλητη και ασταμάτητη, «θηλυκό» μυαλό που γεννά ιδέες. Σ΄ αυτό το δεύτερο μέρος οι εκπλήξεις συνεχίζονται, γιατί ως Έλληνες είμαστε γι’ ακόμη μια φορά, απλά μοναδικοί.

1. GATTCH – GATTCH (OPUS 1971) -VS- ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ (ΛΥΡΑ 1974 GR) –VS- KEITH PEARSON - KEITH PEARSON’S RIGHT HAND BAND (ERON 1976)

Η αξία του Μίμη Πλέσσα ως συνθέτη και δημιουργού είναι γνωστή και στον τελευταίο ‘Έλληνα. Ο δίσκος του όμως «Εκείνη τη νύχτα» ο οποίος γράφτηκε κατά την διάρκεια της δικτατορίας αλλά κυκλοφόρησε ακριβώς μετά, το 1974 για ευνόητους λόγους, είναι μάλλον άγνωστος στο ευρύ κοινό. Αναφέρεται στην νύχτα του Πολυτεχνείου και στο εξώφυλλο εικονίζεται το απλωμένο χέρι βοήθειας, αλληλεγγύης, βασάνων, ελπίδας και όχι απλωμένης μούντζας που πιθανόν σκέφτηκαν κάποιοι. Βέβαια το χέρι αποτελεί και δείγμα ταυτότητας, χαιρετισμού και αναγνώρισης και μάλλον έτσι αποτυπώθηκε το 1971 στο εξώφυλλο του ομώνυμου δίσκου του επίσης άγνωστου Τσεχοσλοβάκικου progressive γκρουπ Gattch, αφού στο εσωτερικό της παλάμης εικονίζονται τα μέλη του γκρουπ.
Στον επίσης πρώτο και μοναδικό δίσκο του τραγουδιστή της Εγγλέζικης φολκ Keith Pearson, που το ξεκαθαρίζει από την αρχή ότι είναι η μπάντα του δεξιού χεριού του “Keith Pearson’s right hand band”, στο εξώφυλλο εικονίζεται ξεκάθαρα το αποτύπωμα του δεξιού του χεριού προς αποφυγή παρεξηγήσεων, μην τυχόν τους μπερδέψουμε με άλλους (ΠΡΟΣΟΧΗ: στην Αγγλία η ανοιχτή παλάμη δεν αποτελεί χειρονομία μομφής). Αλλά που τέτοια τύχη για τον Pearson, αφού ούτε τους μπερδέψαμε, ούτε τους ξεμπερδέψαμε, ούτε τους ακούσαμε.
Και οι τρεις παραπάνω προσπάθειες έπεσαν στο κενό της λήθης. Οποία λοιπόν ομοιότης με πρόσωπα και …εικονιζόμενα επί των εξωφύλλων χέρια είναι εντελώς συμπτωματική.

2. BARBARA Y DICK – BARBARA Y DICK (VIK 1967) –VS– THE DYNAMITES – OTONA NO SENSO (7” VICTOR 1968) –VS- OLYMPIANS – OLYMPIANS (PHILIPS 1970)

Ακόμη μία περίπτωση ασυμπτωτικής σύμπτωσης θέλουμε να πιστεύουμε. Οι προφανείς ομοιότητες μάλλον βρίσκονται στα μυαλά των μελών των συγκροτημάτων, τα κέφια την ημέρα της φωτογράφισης και την κοντινή τοποθεσία που έπιναν καφέ εκείνο το πρωί.
Τρία συγκροτήματα της αγγλοαμερικανικής ποπ κουλτούρας του ’60 αλλά από τρία εκ διαμέτρου διαφορετικά μέρη του πλανήτη. Οι δικοί μας Olympians από την Ευρώπη, το ποπ ντουέτο Barbara & Dick από την Λατινική Αμερική (Αργεντινή) και οι garage-rock Dynamites από την Άπω Ανατολή (Ιαπωνία).
Χωρίς να θέλουμε ν’ αδικήσουμε τους «συγγενείς» από την Αργεντινή και τα ακούρευτα εμπριμέ παιδιά από την Ιαπωνία, των οποίων οι φωτογραφίες στα «τρένα που φύγαν/αγάπες μου πήρανε» έστω και για λίγο μπορεί να προηγήθηκαν χρονικά, οι δικοί μας Olympians είναι σαφώς καλλίτεροι, ευρηματικότεροι και αν θέλετε και ομορφότεροι. Στο συμπέρασμα αυτό μπορούμε να καταλήξουμε και διαφορετικά. Οι Olympians ήταν το μακροβιότερο από τα τρία γκρουπ σε επιτυχίες και αποδοχή για κάθε χώρα χωριστά, συν το γεγονός ότι η καθαρή και ειλικρινής άρθρωση του Πασχάλη σε μελωδίες με ελληνικό στίχο αλλά και το ευρωπαϊκό άκουσμα σε σύγχρονους ρυθμούς της εποχής έκανε τους νέους κάθε ηλικίας ν΄ αγαπήσουν το συγκρότημα και να μεταφέρουν αυτή την αγάπη και στις επόμενες γενιές, κάτι στο οποίο τα άλλα γκρουπ απέτυχαν.

3. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ – ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΙΝΔΥΝΟΣ ΚΑΙ ΘΕΜΑ ΣΟΒΑΡΟ (ΛΥΡΑ 1983) -VS- MICHAEL JACKSON – OFF THE WALL (EPIC 1979) –VS- JULIE LONDON – LONDON BY NIGHT (LIBERTY 1958)

Όλοι οι παραπάνω δίσκοι θα μπορούσαν να έχουν το τίτλο ή υπότιτλο «Με την πλάτη στον τοίχο», αλλά θα χωρούσαν πολλές μεταφράσεις και παραφράσεις, οπότε ας τους πάρουμε με την σειρά. Η Julie London, διάσημη ηθοποιός και τραγουδίστρια μελιστάλακτων επιτυχιών νυχτερινών jazz & blues standards, που η διαχρονική επιτυχία του “Cry me a river” θα την ακολουθεί για πάντα σαν σκιά, στον δίσκο της “London by night” κάνει ακριβώς αυτό. Στήνεται πικάντικα μπροστά από τα κατακόκκινα τούβλα των νυχτερινών κέντρων του Σόχο και μας κάνει μια βόλτα στο νυχτερινό Λονδίνο.
Τι να πούμε για τον Michael Jackson του “Off the wall”; Στα είκοσι του χρόνια αφήνει πίσω την εφηβεία των πρώτων του δίσκων και τους Jackson 5, απογαλακτίζεται, παίρνει σοβαρά την καριέρα του σαν σόλο καλλιτέχνης και κυρίως δημιουργός, συνεργάζεται για πρώτη αλλά όχι τελευταία φορά με τον μέντορα των επιτυχιών που θ’ ακολουθήσουν Quincy Jones, βάζει τα καλά του και στήνεται σ’ ένα ύποπτο σοκάκι του Los Angeles και έτοιμες οι φωτογραφίες για το πολυπλατινένιο και διάσημο πλέον “Off the wall”. Το αχόρταγο ταλέντο του Michael Jackson για την κατάκτηση, δικαίως, του τίτλου “King of pop” ξεκινά, ανοίγοντας τον δίσκο με ξεκάθαρη δήλωση, “Don’t stop ‘til you get enough”.
Ο Δημήτρης Ψαριανός ζήλεψε την πόζα του Jackson, χωρίς να μιμείται το μουσικό του στυλ. Ο τραγουδιστής που με την ζεστή και μελωδική του φωνή σημάδεψε με την ερμηνεία του το κορυφαίο έργο του Μάνου Χατζιδάκι «Ο μεγάλος Ερωτικός», εδώ, είκοσι χρόνια αργότερα, μας λέει πως «Υπάρχει κίνδυνος και λόγος σοβαρός», μάλλον θα γνωρίζει κάτι παραπάνω από μας. Στήνεται στο σκοτεινό δρομάκι χωρίς το χαμόγελο και την αυτοπεποίθηση του Michael Jackson με τα χέρια στις τσέπες, προβληματισμένο ύφος και πόδια όλα ανυπομονησία. Μοιάζει εραστής σε ραντεβουδάκι που άργησε παραπάνω από το αναμενόμενο, με την αυστηρή γραμματοσειρά του τίτλου να είναι μάλλον μόνιμο γεγονός παρά σαν ένα απλά ανησυχητικό και παροδικό συμβάν.

4. ELVIS PRESLEY – ELVIS: TV SPECIAL (RCA 1968) ΔΑΚΗΣ – ΔΑΚΗΣ SPECIAL (MINOS 1973) -VS- CARLA THOMAS – CARLA (STAX 1966)

Τον Δάκη τον είχαμε συναντήσει και στο προηγούμενο άρθρο στα 1975 με το ξεπατίκωμα του εξωφύλλου των Rare Earth που απλά το μετονόμασε σε Δάκης 100%. Βέβαια σαν ανερχόμενο νεανικό ποπ ίνδαλμα είχε κάνει πρόβες ήδη από τον προηγούμενό του δίσκο στα 1973 στο ΔΑΚΗΣ – SPECIAL προσπαθώντας εμφανώς να μιμηθεί το ντύσιμο, την άνεση και την εικόνα του βασιλιά Elvis, όταν στα 1968 ο Elvis πρωτοπορούσε μεταδίδοντας στους οπαδούς του μέσω του δίσκου του Elvis-Special ζωντανά κομμάτια ερμηνειών του που έγιναν για την τηλεόραση του NBC.
Ο Δάκης προσπαθεί αρκετά να φτάσει το είδωλο του και ιδρώνει κάνοντας ασκήσεις πάνω στα γράμματα του αλφάβητου. Τον βλέπουμε να έχει φτάσει επιτυχώς έως το Δέλτα, κάνοντας ταυτόχρονα ποτ-πουρί το χρώμα των γραμμάτων του Elvis με το φόντο χρώμα στο δίσκο της Carla Thomas, πηγαίνοντας απλά τα ακροβατικά του σε άλλο επίπεδο από αυτό της Thomas. Το απαιτούσαν μάλλον οι διεθνείς επιτυχίες του δίσκου όπως το «Τάκα Τάκα» και το «Ντρίγκι Ντρίγκι μάνα μου». Εμείς τι να πούμε, όλα Special.

5. PINK PLOYD – ATOM HEART MOTHER (HARVEST 1970) -VS- ΣΤΕΡΕΟ ΝΟΒΑ - ΤΕΚΝΟ (7” FM 1994) -VS- CHICKN – CHICKN (INNER EAR 2016)

Για τους Pink Floyd δεν νομίζω πως χρειάζονται εν έτει 2018 συστάσεις. Ο δίσκος τους “Atom Heart Mother” του 1970 άλλαξε για ακόμη μια φορά τον τρόπο που άκουγαν οι νέοι ποπ μουσική. Οι Pink Floyd και το στούντιο Hipgnosis που επιμελήθηκε το εξώφυλλο, ήθελαν με τον δίσκο αυτό ν’ αλλάξουν την εικόνα που είχαν οι οπαδοί τους και ο κόσμος γι’ αυτούς. Ότι δηλαδή, είναι ένα ψυχεδελικό ροκ συγκρότημα που μπαίνει σε καλούπια και νόρμες. Έτσι στο εξώφυλλο έβαλαν μια αγελάδα που βόσκει αδιάφορα. Χωρίς τίτλο, χωρίς το όνομα του γκρουπ. Πέτυχαν ακριβώς αυτό που ήθελαν κάνοντας και το εξώφυλλο και το δίσκο διάσημο παντού όπως και στην Ελλάδα.
Οι Στέρεο Νόβα που ξεκινούσαν στην δεκαετία του ’90 στην Ελλάδα, ακολούθησαν και αυτοί κατά ένα τρόπο τους Floyd. Ξεκίνησαν να παίζουν «δική» τους μουσική που προηγούμενό της δεν υπήρχε μέχρι τότε στον μουσικό ελλαδικό χώρο. Ήταν πρωτοπόροι στον χώρο τους και στην αρχή τους χλεύαζαν γιατί η μουσική τους δεν ήταν ούτε χορευτική, ούτε ποπ, ούτε εύκολη. Αυτό γρήγορα άλλαξε γιατί η νεολαία ήθελε κάτι νέο, κάτι που να μιλά άμεσα και προπαντός την γλώσσα της. Το single «Τέκνο» των Στέρεο Νόβα στο εξώφυλλο αποτείνει φόρο τιμής στο αντίστοιχο βήμα των Floyd με το “Atom Heart Mother”. Αλλά αντί γι’ αγελάδα βάζουν μια ελληνικότατη κατσικούλα. Να βλέπουμε τα πράγματα με χιούμορ αλλά να τηρούμε και τις αναλογίες.
Οι Chickn είναι ένα νέο ελληνικό γκρουπ που το 2016 έβγαλε τον παρθενικό διπλό! του δίσκο στην Inner Ear. Το πολυμελές συγκρότημα ξέρει να τιμά με την μουσική του τον Syd Barrett τους Floyd και την ψυχεδελική σκηνή των ‘60s & ‘70s. Από τις πετυχημένες και αξιοπρόσεκτες κυκλοφορίες της Inner Ear δεν περιμέναμε τίποτα λιγότερο όσο αφορά την επιμέλεια της έκδοσης. Από τους Chickn αν και θα ήταν λογικό να δούμε πουλερικά στο εξώφυλλο, λόγω ονόματος, οι ίδιοι προτίμησαν να δείξουν και αισθητικά την επιρροή πού άσκησαν οι Pink Floyd στο έργο τους, έτσι διασκεύασαν και μας διασκέδασαν με μια δικιά τους εκδοχή από την ελληνική ύπαιθρο κάνοντας το δικό τους “Atom Heart Mother”.

6. LA REVOLUCION DE EMILIANO ZAPATA - LA REVOLUCION DE EMILIANO ZAPATA (POLYDOR 1971) -VS- POLL – ΑΝΘΡΩΠΕ… (POLYDOR 1971) -VS- ROY BUCHANAN – BUCH & THE SNAKE STRECHER’S (BIOYA SOUND 1971)

Η περίπτωση των Poll είναι ένα ξεχωριστό και σημαντικό κομμάτι της ποπ ιστορίας στην Ελλάδα και δη εν μέσω δικτατορίας. Τέσσερα νέα παιδιά με επιρροές από Forminx, Idols, Beatles, Stones, Kinks μέχρι Incredible String Band -σύμφωνα με μαρτυρία του Λογαρίδη- τάραξαν την διψασμένη νεολαία που τους ακολουθούσε από κλαμπ σε κλαμπ και γέμιζε γήπεδα και συναυλιακούς χώρους στο άψε σβήσε. Τον Απρίλιο του 1971 κυκλοφορεί το πρώτο τους 45’ «Άνθρωπε αγάπα/Έλα ήλιε μου» και γίνεται ανάρπαστο. Ακολουθεί το πρώτο τους άλμπουμ, το περίφημο «ταγάρι», τον Οκτώβριο του 1971 που σπάει κάθε ρεκόρ πωλήσεων ελληνικού δίσκου μέχρι τότε φτάνοντας περίπου τα 200.000 αντίτυπα. Η ιδέα να κυκλοφορήσει ο δίσκος μέσα σε συσκευασία από λινάτσα με κορδόνι σαν ταγάρι αποδείχτηκε πραγματικά κάτι παραπάνω από ευφυής και δεν ανήκε στο γκρουπ αλλά στον ηχολήπτη του δίσκου Κώστα Φασόλα. Αυτή ακριβώς η αρχικά πρωτότυπη ιδέα του Φασόλα να μετατρέψει για τα δεδομένα της Ελλάδας αλλά και γενικότερα, ένα καταναλωτικό προϊόν σε συλλεκτικό απόκτημα, πρέπει να έχει «ρίζες» αρκετά μεγάλες, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά στο μακρινό Μεξικό και χρονικά ένα εξάμηνο νωρίτερα, συγκεκριμένα τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς. Στο Μεξικό λοιπόν η μπάντα με το «επαναστατικό» όνομα και τον ψυχεδελικό ήχο “La revolución de Εmiliano Zapata” τον Απρίλιο του 1971 βγάζει τον ομώνυμο δίσκο της σε συσκευασία από λινάτσα με ένθετο ασπρόμαυρο πόστερ στα πρώτα αντίτυπα στην εταιρεία Polydor όπως ακριβώς και οι Poll με ένα εξάμηνο καθυστέρηση.
Πολλές συμπτώσεις, δεν νομίζετε, για να είναι τυχαίες; Ο ηχολήπτης Κώστας Φασόλας είναι ο μόνος που μπορεί να είχε γνώση για την κυκλοφορία αυτού του δίσκου, μιας και βγήκε στην ίδια εταιρεία που εργάζεται και το να φτάσει κάποιος κατάλογος από κυκλοφορίες του εξωτερικού στα χέρια του ή κάποιο promotional copy είναι πιθανό. Εξελίσσει λοιπόν την ωραία ιδέα, εξελληνίζοντας την με όμορφο και περίτεχνο τρόπο, αφού προσθέτει ακόμα και την ιδέα του πόστερ στους Poll, κρατώντας ακόμα και παρόμοια γραμματοσειρά για το όνομα του συγκροτήματος. Αθάνατο ελληνικό δαιμόνιο όταν θέλουμε να προσπαθήσουμε πραγματικά.
Οι αξιοπερίεργες συμπτώσεις όμως κάνουν εμφάνιση και σε άλλο μέρος του πλανήτη. Στα μέσα πάλι της ίδιας χρονιάς, στην πολιτεία Αρκάνσας των ΗΠΑ αυτή την φορά, κυκλοφορεί στην δικιά του εταιρεία “Bioya Sound” την παρθενική του δουλειά, ο μετέπειτα γνωστός και αγαπητός τεχνίτης του blues και της κιθάρας στην Ελλάδα Roy Buchanan, τον δίσκο “Buch & the snake strecher’s”. Ως γνωστόν τα μεράκια του κάθε ανθρώπου από την αρχή φαίνονται και ο Roy Buchanan κυκλοφορεί τον δίσκο και αυτός μέσα σε φάκελο λινάτσας, με σταμπαρισμένους κόκκινους και μαύρους τίτλους, όπως οι σάκοι των αγροτικών προϊόντων. Το Αρκάνσας άλλωστε είναι μια καθαρά αγροτική πολιτεία.
Την ίδια χρονιά λοιπόν, τρεις ευφάνταστες ιδέες marketing κυκλοφορούν σε δίσκους βινυλίου που και οι τρεις αποτελούν πλέον συλλεκτικά αποκτήματα, με πιο πετυχημένο το «ταγάρι» των Poll. Ποιος έκλεψε, ποιος μιμήθηκε ποιόν και ποιος πρόλαβε πρώτος ένα κομμάτι μουσικής ιστορίας και όχι μόνο, τα συμπεράσματα δικά σας.

7. ROLLING STONES – GOATS HEAD SOUP (RS 1973) -VS- SPHINX – SPHINX (ACBA 1979) -VS- ROY HARPER – LIFEMASK (HARVEST 1973)

Το αίνιγμα της αιγυπτιακής Σφίγγας δεν έχει λυθεί ποτέ, ενώ της ελληνικής το έλυσε ο Οιδίποδας σκοτώνοντας αυτό το μυθολογικό τέρας σ’ ένα γκρεμό.
Οι Έλληνες Sphinx (Γ. Φιλιππίδης - Μ. Αλεξίου - Γ. Τρανταλίδης - Λ. Ζώης) εξαίρετοι σολίστες όλοι τους, ένωσαν τις δυνάμεις και μας έδωσαν ως σχήμα με το όνομα Sphinx το 1979 τον πρώτο καθαρόαιμο ελληνικό δίσκο jazz μουσικής. Στο εξώφυλλο μια μορφή πίσω από ένα γκρι σεντόνι ή πανί; Ζωντανή ή νεκρή; Άνδρας ή γυναίκα; Σφίγγα ή μη; Ερωτήματα που περιμένουν απάντηση ή ο σκοτεινός δρόμος της ελληνικής jazz στον οποίον οι τέσσερεις μουσικοί άνοιξαν νέους δρόμους. Η έξυπνη ιδέα με την οποία «έντυσαν» μουσική και εξώφυλλο για την Ελλάδα ήταν όντως κάτι προχωρημένο, ίσως όμως όχι και τόσο αν το βάλουμε κάτω από τον ευρωπαϊκό χάρτη της δισκογραφίας.
Τα πρώτα δείγματα συναντώνται αμφότερα την ίδια χρονιά, το 1973. Το πρώτο είναι το εξώφυλλο του πραγματικά πετυχημένου δίσκου των Rolling Stones “Goats Head Soup” όπου ο Mick Jagger πίσω από ένα κίτρινο πανί φωτογραφημένος με την κάμερα του David Bailey με επιτηδευμένα ζαλισμένο ανδρο-γυναικείο προσωπείο, μας μπερδεύει, αφού το «σηκώνει» και η εποχή, το όλο νόημα της rock 'n' roll κουλτούρας και που πάει. Μας δίνει όμως τραγούδια δυναμίτες όπως “Dancing with Mr. D”, “Heartbreaker” & “Silver Train” αλλά και αλησμόνητες μπαλάντες που έκαψαν καρδιές στο ραδιόφωνο και στις ντισκοτέκ όπως το “Angie”.  Σφίγγα ο Mick Jagger, αλλά με 4 εκατομύρια χρυσές πωλήσεις σαν δίσκος, δεν είναι παράξενο που κιτρίνισε στο εξώφυλλο ο Jagger.
Την ίδια χρονιά στο άλμπουμ “Lifemask” του φολκ-ροκ καλλιτέχνη Roy Harper, η Hipgnosis που το σχεδίασε μετέφρασε στην κυριολεξία τον τίτλο του. Στην αρχική πρωτότυπη έκδοση, ο δίσκος άνοιγε στην μέση σαν παράθυρο και αποκάλυπτε το «ζωντανό» πρόσωπο του Roy Harper σε αντίθεση με την νεκρική μάσκα που βλέπουμε εδώ. Το εξώφυλλο αυτό του Roy Harper δένει απόλυτα, καθότι ανάγλυφο, με την μετάβαση του καλλιτέχνη από τον πάνω στον κάτω κόσμο και ανάποδα με πολλές υποθέσεις και αναγνώσεις. Σφίγγα λοιπόν και ο Roy Harper. Διαλέγεται ότι βολεύει την δικιά σας ψυχή, αλλά να ξέρετε κάτι, η μουσική πάντα είναι αγωγός και οδηγός.

8. HEADLEADERS – WHAT IT MEANS TO ME (CREEP 1983) -VS- SUEDE –DOG MAN STAR (NUDE 1994)

Οι Έλληνες Headlealers έκαναν αυτό ακριβώς που λέει τ΄ όνομά τους. Πήγαν με το μυαλό τους, την αισθητική και την μουσική μπροστά από την εποχή τους, τουλάχιστον στην Ελλάδα. Παίζοντας ένα φωτεινό και όμορφο new-wave χωρίς βαρύγδουπες εξάρσεις και βαθιά νοήματα, δίνοντας στον σύντομο βίο τους ένα υπέροχο επτάιντσο το “Voices” και ένα άλμπουμ κομψοτέχνημα με δέκα τραγούδια το “What it means to me” και τα δύο στην πρωτοπόρα για τα ελληνικά πράγματα Creep Rec. Οι Headlealers χρησιμοποιούν ως κεντρικό θέμα του εξωφύλλου μια διάσημη ασπρόμαυρη φωτογραφία της Αμερικανίδας Joanne Leonard με τίτλο “Sad dreams on cold morning”του 1971 από την σειρά φωτογραφιών της “Dreams and Nightmares” δίνοντας με έξυπνο τρόπο το κλίμα της μουσικής τους με εικόνες.
Οι βρετανοί Suede τα τρομερά παιδιά περίφημης Brit-pop των ‘90ς που χαρακτηρίστηκαν, από το έγκυρο έντυπο Melody Maker, το 1992 το καλύτερο νέο συγκρότημα στην Βρετανία, έκαναν πάταγο όταν την ίδια χρονιά κυκλοφόρησαν το ομώνυμο άλμπουμ τους με ένα αμφιλεγόμενο προκλητικό εξώφυλλο που έδειχνε ένα ζευγάρι «μπερδεμένου» φύλου και φιλιέται παθιασμένα. Η φωτογραφία είχε παρθεί από το βιβλίο φωτογραφιών “Stolen glances: Lesbians take photographs”. Η φωτογραφία ήταν της Αμερικανίδας φωτογράφου Tee Corinne. Στον δεύτερο εξίσου πετυχημένο δίσκο τους στην Μεγ. Βρετανία “Dog man star” οι Suede τον κυκλοφορούν πάλι με φωτογραφία παρμένη από βιβλίο, υψηλής αισθητικής αυτή τη φορά, λιγότερο προκλητική και περισσότερη αισθησιακή. Αλλά όπως βλέπετε, χωρίς να το ξέρουν έρχονται δεύτεροι. Δέκα χρόνια νωρίτερα οι Έλληνες Headleaders τους είχαν αφήσει πίσω καθώς οι Suede αντέγραφαν το Ελληνικό αισθητήριο δαιμόνιο που έλαμψε και πάλι. Αν και μία καθαρή, φωτεινή και ηλιόλουστη χώρα η Ελλάδα έχουμε και εμείς ζοφερές και σκοτεινές ανησυχίες στην καρδιά, στο νου αλλά και στην μουσική.

9. ΠΟΛΥ ΠΑΝΟΥ – ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ 70 (CORONET 1970)-VS- NAT KING COLE –LET’S FACE THE MUSIC (CAPITOL 1963) –VS- LOU RAWLS – NATURAL MAN (MGM 1971)

Η Πόλυ Πάνου είναι μια από τις δυο-τρεις λαϊκές φωνές της Ελλάδος που δεν θέλουν καμία σύσταση. Καθαρά λαϊκή, βαθιά ερωτική, συγκλονιστικά αυθεντική, η φωνή της Πόλυ Πάνου μιλούσε πάντα κατευθείαν στην ψυχή των ανθρώπων. Κάτι ακόμη που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό αφορά την πρώτη εκτέλεση στα «Παιδιά του Πειραιά» του Μάνου Χατζιδάκι με το μπουζούκι του Γιώργου Ζαμπέτα από την Πόλυ Πάνου, τραγούδι που στην γνωστότερη και μεταγενέστερη εκτέλεση της Μερκούρη χάρισε το Όσκαρ ξενόγλωσσου τραγουδιού το 1960 για πρώτη φορά στην Ελλάδα. Το 1969 η Πόλυ Πάνου κυκλοφορεί μια ντουζίνα τραγούδια της σε 45άρια και την επόμενη χρονιά η Coronet Rec. τα μαζεύει και τα κυκλοφορεί σε μεγάλο δίσκο με τίτλο «ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ ‘70». Τι θέλει να πει ο ποιητής του τίτλου, διφορούμενο και άγνωστο. Τραγούδια για την βαθιά νύχτα, τραγούδια για νυχτέρια, τραγούδια για την δεκαετία που έρχεται ή πολιτικά… μεσάνυχτα (σέρνεται και δικτατορία). Το εξώφυλλο πρωτοποριακό, αισθητικά για την ελληνική αγορά αφού δεν αρκείται ως συνήθως σε μια φωτογραφία της Πόλυ Πάνου, αλλά σε τετραπλή έκδοση με ορθάνοιχτο χαμόγελο, αν και αυτό δείχνει ολίγον τι παγωμένο, σα να έχει τραβηχτεί η πόζα από γιατρό έπειτα από αισθητική παρέμβαση σε πρόσωπο και οδοντοστοιχία. Πιθανώς ο φωτογράφος-γιατρός να είχε υπόψη του τον δίσκο του Nat King Cole “Let’s face the music”, όπου ο μαύρος crooner, κατά πολλούς ο «μαύρος» Frank Sinatra, το 1963 αντιμετωπίζει χαριτωμένα και διττά το νόημα της μουσικής και του προσώπου του στο τραγούδι και χαμογελά με νόημα.
Την επόμενη χρονιά ο «πολλά βαρύς και όχι» Lou Rawls κυκλοφορεί το “Natural Man” μια r&b και soul μουσική κατάθεση η οποία κερδίζει το Grammy καλύτερης φωνητικής ερμηνείας σ’ αυτή την κατηγορία και τις εντυπώσεις για το εξώφυλλο που κατά την γνώμη μου συνθέτει τ’ άλλα δυο σ’ ένα, κάνοντας το λίγο πιο κινηματογραφικό και λίγο πιο αστυνομικό γραφιστικά.

10. BOB MARLEY –CATCH A FIRE (ISLAND 1973) -VS- ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ – ΠΑΝΟΣ ΓΑΒΑΛΑΣ (SONATA 1970) -VS- ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΣΑΟΥΣΑΚΗΣ – ΝΑ ΠΕΘΑΝΕΙΣ ΑΤΑΚΤΗ… (PANIVAR 1976)

Το κάπνισμα είναι μια απόλαυση. Φανατικοί και μη καπνιστές μπορούν να μας το βεβαιώσουν ανυπερθέτως. Κι έχουμε πολλά παραδείγματα στην ιστορία του θεάματος που οι υποφαινόμενοι ήρωες αρέσκονται να το κάνουν και να το απολαμβάνουν φάτσα φόρα, όχι μόνο χωρίς ενδοιασμό αλλά και με ύφος. Η γλυκόπιοτη «αμαρτία» έχει μακρά ιστορία και ποιος μιμείται ποιον δεν έχει πολύ νόημα, θα έλεγα όμως ότι εστιάζεται στο ποιον εκφράζει περισσότερο και βασικά ποιος το απολαμβάνει περισσότερο.
Ο Bob Marley στο “Catch a fire” του 1973 έχει πιάσει κυριολεκτικά φωτιά, αφού το συγκεκριμένο χοντρό «στριφτό» δεν είναι ένα απλό τσιγάρο αλλά ένα κανονικό θεριακλίδικο «τσιγαριλίκι», το οποίο στην αρχική έκδοση του δίσκου «κρυβόταν» μέσα σε μια όμορφη συσκευασία από ένα ομοίωμα μπλε zippo αναπτήρα εδώ. Στις επόμενες εκδόσεις η χρήση των απαγορευμένων ουσιών είχε απενοχοποιηθεί, τουλάχιστον στο αισθητικό μέρος, οπότε βλέπουμε τον Marley να το απολαμβάνει ακόμη περισσότερο καθώς ήταν και κομμάτι των θρησκευτικών πεποιθήσεων των Ρασταφάρι! Ο Πάνος Γαβαλάς από την άλλη μεριά είναι ο μάγκας με την γνήσια λαϊκή φλέβα που καπνίζει και εμπνέεται και τα τσιγάρα πάνω στο πάλκο τα σβησμένα με την δερμάτινη σόλα από το σκαρπίνι που και η τελευταία φλόγα τους αποτελειώνεται με το χοντρό τετράγωνο τακούνι, είναι τόσα όσα τα τραγούδια που έγραψε. Στον δίσκο στην Sonota, το μπλε σινιέ κουστούμι με την ομοιόμορφη λαχουρένια γραβάτα και τον σφιχτό κόμπο μέχρι πνιγμού, ταιριάζει απόλυτα στο ηδυπαθές ύφος με τα μισόκλειστα μάτια και τα παιχνιδιάρικα δάκτυλα που κρατούν το μισο-καπνισμένο τσιγάρο, με τα χείλη να εκπνέουν καπνό μελωδίας, μια σονάτα ελληνικού ύφους και λαϊκού περιτυλίγματος.
Ο Πρόδρομος Τσαουσάκης είναι το χαρακτηριστικό δείγμα του Κωνσταντινουπολίτη ρεμπέτη που με το ύφος του δεν θέλει ν’ αποδείξει τίποτα, καθώς με την εκφραστική και ξεχωριστή βαθιά λαϊκή φωνή αποτέλεσε και το πρώτο φωνητικό ίνδαλμα του Στέλιου Καζαντζίδη, ξέρει ακριβώς ποια είναι η θέση του στο τραγούδι. Φορά το μαύρο κασκέτο, καπνίζει με βλέμμα χαμένο στο κενό, κρατά με περισυλλογή το μάγουλο και μουρμουρίζει στο εξώφυλλο «Να πεθάνεις άτακτη…». Τα λόγια νομίζω περιττεύουν για όλους τους ανωτέρω.

11. ΣΤΕΛΙΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ – ΥΠΑΡΧΩ (ΜΙΝΟΣ 1975) -VS- STEVIE WONDER – WITH A SONG IN MY HEART (TALMA 1963) –VS- JOE COCKER – WITH A LITTLE HELP FROM MY FRIENDS (REGAL 1969)

Δεν νομίζω να υπάρχει Έλληνας, εσωτερικού ή εξωτερικού, που να αγνοεί το «Υπάρχω» του Καζαντζίδη. Το «Υπάρχω» είναι η καλλιτεχνική και ουσιαστική έκφραση του ίδιου προς το κοινό και τον εαυτό του. Όπως λέει και στον πρόλογο του δίσκου «Αφορά εσάς κι εμένα. ΥΠΑΡΧΩ σαν καλλιτέχνης και σαν άνθρωπος, από τον καιρό που εσείς οι γνωστοί και άγνωστοι φίλοι μου, με αγαπήσατε και με κάνατε δικό σας». Η φοβερή φωτογραφία του Αλέξη Σοφιανόπουλου που βγάζει από το κάδρο όλο το παθιασμένο «είναι» του Καζαντζίδη μπροστά στο μικρόφωνο, με ανάταση και κλειστά μάτια, μιλά μόνη της. Ο Αλέξης Σοφιανόπουλος, σαν ανήσυχο πνεύμα και φωτογράφος πορτραίτων καλλιτεχνών, είχε σίγουρα εκτός από καλλιτεχνικές εν γένει και μουσικές ανησυχίες, όποτε καθόλου απίθανο να είχε πέσει στα χέρια του και τ΄ αυτιά του ο δίσκος του Stevie Wonder “With a song in my heart”. Με απλό μάτι η ομοιότητα είναι πασιφανής. Το ύφος και η στάση του σώματος, το ανοιχτό στόμα σε απόσταση από το μικρόφωνο, το τυφλό γεμάτο εσωτερικό πάθος βλέμμα του Καζαντζίδη με το κυριολεκτικά τυφλό του 13χρονου Stevie Wonder και τα περίπου ίδια χρώματα στο εξώφυλλο, μόνο σύμπτωση δεν μπορεί να είναι. Ακόμη και το μαλλί του Wonder μοιάζει απόλυτα με αυτό του Καζαντζίδη. Τα δυο μουσικά «φαινόμενα» έχουν μόνο την εξής μεγάλη διαφορά: ότι ο Καζαντζίδης βρίσκονταν στην δισκογραφική του δύση ενώ ο Little Stevie Wonder μόλις ξεκινούσε την πορεία προς τ’ αστέρια.
Ενδιάμεσα υπάρχει ο «μεγάλος» Joe Cocker ο οποίος συμπληρώνει το τρίγωνο Αγγλία-Ελλάδα-Αμερική σαν εκφραστική άσκηση. Η απερίγραπτη φωτογραφία του Martin Keeley που κοσμεί το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου του Cocker το 1969 είναι «όλα τα λεφτά». Όταν αγόρασα τον δίσκο νόμιζα ότι η φωτογραφία αυτή είναι από την εμφάνιση του Joe Cocker στο φεστιβάλ του Woodstock τον Αύγουστο του 1969, «πάνω» στην αλησμόνητη ερμηνεία του στο τραγούδι των Beatles “With a little help from my friends”, αλλά είναι τραβηγμένη μερικούς μήνες νωρίτερα, όταν και κυκλοφόρησε ο δίσκος. Με γουρλωμένα μάτια, «πλούσιο» σπαστό μαλλί γεμάτο ιδρώτα και ανοιχτό στόμα σαν ροφός, ο Joe Cocker εκφράζει το πνεύμα και την καρδιά της ψυχεδελικής εποχής μοναδικά και αλησμόνητα.

12. JOHNNIE TAYLOR - WHO’S MAKING LOVE (STAX 1968) -VS- ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΕΡΟΛΥΜΑΤΟΣ – ΔΕΝ ΚΑΤΑΚΤΗΘΗΚΑ ΠΟΤΕ (ΜΒΙ 1999) -VS- ΜΑΤΘΑΙΟΣ ΓΙΑΝΝΟΥΛΗΣ – ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΤΑ ΦΤΙΑΞΟΥΜΕ; (LEGEND 2002)

Ο τρεις φορές υποψήφιος για βραβεία Grammy (τα αντίστοιχα μουσικά Όσκαρ) Johnnie Taylor με τεράστια καριέρα στην Αμερική και με την ευκολία να κινείται εκφραστικά και μουσικά από το blues, r&b, soul, gospel, pop μέχρι την disco, έγινε παγκόσμια γνωστός με την διαχρονική ερωτική επιτυχία του, με πολύ νόημα “Who’s making love…” που εξηγεί περιγραφικά ποιος «φροντίζει» τις παραμελημένες γυναίκες κατά την απουσία του συζύγου. Το τραγούδι αυτό τον συνόδευε μέχρι το τέλος της ζωής του και τον έκανε γνωστό ως «Φιλόσοφο της ψυχής». Το προβληματισμένο ύφος του Taylor που κοιτά με νόημα προς τα πίσω λέει πολλά για το ποιος τελικά κάνει κουμάντο στην ερωτική ζωή … των άλλων κατά Johnnie Taylor ευαγγέλιο.
Ο δικός μας Γιώργος Γερολυμάτος διακρινόταν πάντα για την εκλεπτυσμένη παρουσία του στο πάλκο και την αισθαντική του φωνή. Το πάντα προσεγμένο του ντύσιμο, η άμεμπτη σκηνική του παρουσία και το ήθος του δεν τον εμπόδισαν να ποζάρει μόνο με τα εντελώς απαραίτητα στο χριστουγεννιάτικο ελληνικό τεύχος του Playboy το 1990. Αυτό το γεγονός μάλλον δεν του έκανε κακό γιατί στον δίσκο του, βλέπουμε να χαμογελά χωρίς προβληματισμό, με σιγουριά και αυτοπεποίθηση, αφού απαντά ακλόνητα στο ερώτημα αν υποκύπτει ή όχι - «Δεν κατακτήθηκα ποτέ». Γυναίκες βγάλτε συμπεράσματα.
Ο νεαρός τώρα Ματθαίος Γιαννούλης παρότι χρόνια στο κουρμπέτι του νησιώτικου και λαϊκοδημοτικού άσματος, έχει μάλλον εφηβικές ανησυχίες και αμφιβολίες, καθότι προβληματίζεται με μια «χυλόπιτα» που βλέπει να 'ρχεται στο ερώτημα του «Θέλεις να τα φτιάξουμε;». Εμείς τι να πούμε περισσότερο, άντε και μ’ ένα καλό κορίτσι από σπίτι.

13. ΖΩΡΖ ΠΙΛΑΛΙ – ΖΩΡΖ ΠΙΛΑΛΙ (Live) (EMI 1986) -VS- COMMANDER CODY & HIS LOST PLANET AIRMEN – COUNTRY CASANOVA (PARAMOUNT 1973) -VS- LORD SUTCH & HEAVY FRIENDS - LORD SUTCH & HEAVY FRIENDS (COTILLION 1970)

Τι να σχολιάσω για τα συγκεκριμένα εξώφυλλα, τι να σχολιάσω για τους συγκεκριμένους καλλιτέχνες και οι τρεις αποτελούν ξεχωριστές και μοναδικές περιπτώσεις. Ο λαός σωστά λέει «κόψε φάτσα βγάλε συμπέρασμα» και ο Άκης Πάνου γράφει «Άσ’ τον τρελό στην τρέλα του/και μην τον συνεφέρεις/Τι κρύβει μέσα στο μυαλό/ενός τρελού δεν ξέρεις» και η Δούκισσα απαντά «Είσαι τρελός, είσαι τρελός, αλλά ωραίος τρελός». Επιγραμματικά οι Ζώρζ Πιλαλί (Γιώργος Παπαδόπουλος), ο Commander Cody (George Frayne) και Lord Sutch (David Edward Sutch), αν ασχοληθούμε διεξοδικά μαζί τους, θέλουμε ώρες και τόμους βιβλίων για τα «ανδραγαθήματα» τους, καθώς η μουσική είναι μόνο ένα κομμάτι της πολυσχιδούς προσωπικότητας τους.
Ο Ζώρζ Πιλαλί είναι ο κατά βάπτιση του, «Κροταλίας της ασφάλτου», ο «Θάνατος της Αμερικής», ο ασυμβίβαστος ρεμπέτης με όπλο την αρχαιοελληνική γραμματεία στον στίχο και εκτελεστικό όργανο την ηλεκτρική κιθάρα αλλά και το οχτάχορδο ηλεκτρικό μπουζούκι του Χιώτη, που φορά το ψηλοκάβαλο παντελόνι και το λεοπαρδαλέ πατούμενο και κάνει σκόνη τα «κυρίζια» των piano-bar παραμένοντας στην γωνιά του ατάραχος. Στο εξώφυλλο η κίτρινη Cadillac του Ζωρζ έχει «κόψει αλυσίδα» στην έρημο της Αριζόνας κοντά στο Λαύριο, ‘κείνος ατάραχα ακουμπά πάνω της χαμογελαστός περιμένοντας την Οδική Βοήθεια στην «ξέρα και στην άπνοια».
Ο George Frayne, κατά δήλωση του Commander Cody μαζί με τους Lost Planet Airmen πάρκαρε για λίγο τον ιπτάμενό του δίσκο στην στρατόσφαιρα και κατέβηκε στα ιδιόκτητα κτήματα του στο Idaho, όπου και είχε ξεχασμένη στο χωράφι μαζί με τα «ζωντανά» μια κάτασπρη Lincoln Continental του 1963 με «μαγικές» ανάποδες πόρτες. Από το 1944 που γεννήθηκε και δώθε του αρέσει η επιστημονική φαντασία, η country music, το rock-n-roll, το boogie-woogie, τα κοκκινιστά φασόλια, οι τηγανητές πατάτες και το ανόθευτο bourbon. Όταν δεν παρακολουθεί ξεχασμένες b-movies, δεν ποτίζει το χωράφι με το μαγικό τετράφυλλο χορτάρι, δεν φτιάχνει ξινισμένο τουρσί με δικά του «διαστημικά» αγγουράκια και δεν «κοπανιέται» σαν μανιασμένος ταύρος σε περίοδο ζευγαρώματος επί σκηνής, τότε το «παίζει» Country Casanova που περιμένει τα «θύματα» του για βόλτα με την χορταριασμένη Lincoln της φωτογραφίας, η οποία παρεμπιπτόντως είναι και δανεικιά.
Ο τελευταίος κύριος που ποζάρει σαν ξεπεσμένος playboy βικτωριανής εποχής μπροστά από την μαύρη Rolls Royce βαμμένη με τα χρώματα της βρετανικής σημαίας είναι ο μοναδικός από τους παραπάνω που δεν ζει και ο πιο «τρελός» αλλά «ωραίος τρελός». Γνωστός ως 3ος Δούκας του Harrow ή Λόρδος Sutch ή «απλά» Screaming Lord Sutch, ο γεννημένος ως David Edward Sutch είχε για παιδικούς ήρωες και δαίμονες ταυτόχρονα, τους Screaming Jay Hawkins, τον Jack the Reaper και το διονυσιακό Rockabilly. Πολύ πριν τον Alice Cooper και τον Arthur Brown άνοιξε τον δρόμο ως πρωτοπόρος σε αυτό που μετέπειτα έγινε γνωστό ως Shock-Rock ή Horror-Rock που οι μεταγενέστεροι «πιστοί» του είδους το εμπλούτισαν με τέτοιο τρόπο ώστε να προκαλεί στο κοινό που παρακολουθούσε από φόβο μέχρι γέλιο ή αν προτιμάτε γελοιότητες μέχρι δακρύων. Ο Screaming Lord Sutch όμως είχε τον σπόρο του rock-n-roll, του r&b, του blues σαν φυσικό του επόμενο, σαν ένα παιδάκι που απολαμβάνει το παιχνίδι μαζί με τα άλλα παιδιά. Από την μεγάλη παρέα του πέρασαν καν και καν προσωπικότητες. Θέλετε ονόματα; Jimmy Page, John Bonham, Jeff Beck, Richie Blackmore, Charlie Watts, Keith Moon κλπ. Ο κατάλογος είναι μακρύς και ατέλειωτος, αρκετοί συμμετέχουν στον εν λόγω δίσκο ως Heavy Friends. Το άλλο μεγάλο του κουσούρι του Sutch ήταν η πολιτική. Χρημάτισε αρχηγός του “Official Monster Raving Loony Party”! (αμετάφραστο) και επί 35 χρόνια συμμετείχε σε 40 εκλογικές αναμετρήσεις στις επίσημες αγγλικές εκλογές. Φυσικά, χάνοντας τες όλες πανηγυρικά. Αλλά όπως λέει και ο ποιητής, «το ταξίδι μετράει». Κλείνοντας την πολυτάραχη καριέρα του, απλά και ως φυσικό επόμενο για κείνον, αυτοκτόνησε δια απαγχονισμού στις 16 Ιουνίου 1999, μπρρρ!

14. VARIOUS (OST) - SATURDAY NIGHT FEVER (RSO 1977) -VS- ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΙΝΙΩΤΗΣ – ΓΙΟΡΤΗ ΑΓΑΠΗΣ (PANIVAR 1979) -VS- ΓΙΑΝΝΗΣ ΦΛΩΡΙΝΙΩΤΗΣ – ΟΤΙ ΕΓΙΝΕ... ΕΓΙΝΕ (PANIVAR 1980)

Ζωή και καριέρα σαν μυθιστόρημα και για τους δύο. Προσκήνιο και παρασκήνιο μπαίνουν και βγαίνουν από την ίδια πόρτα. Ο John Travolta είναι ο 19χρονος ιταλο-αμερικάνος Tony Manero από την φτωχογειτονιά Bay Ridge του Brooklyn, εργάζεται σε ένα τοπικό εμπορικό μικρομάγαζο και για να ξεφύγει από το αδιέξοδο της καθημερινότητας του ντύνεται ευφάνταστα και κάθε σαββατοκύριακο στο disco-club “2001 Odyssey” «παραδίδει» μαθήματα χορού και γοητείας. Ως χορευτής και Casanova κατακτά τις πίστες και τις καρδιές των κοριτσιών αλλά και το χειροκρότημα και τη ζήλεια των αγοριών. Έτσι ελπίζει πως η ζωή του θ’ αλλάξει ριζικά. Η συνέχεια … στην οθόνη και την αληθινή ζωή με ατέλειωτους μιμητές, θεατές και βραβεία.
Ο Γιάννης Φλωρινιώτης είναι ο Ποντιακής καταγωγής Γιάννης Αποστολίδης που μεγαλώνει σε οικοτροφείο αρρένων στην Φλώρινα. Από μικρός βλέπει το σκληρό πρόσωπο της ζωής και στα 14 του ρίχνεται στην βιοπάλη και το τραγούδι για να ξεφύγει. Κρατάει το Φλωρινιώτης σαν την πόλη που τον ανάθρεψε, κατεβαίνει για αρχή στην Θεσσαλονίκη όπου τραγουδά δίπλα σε μεγάλους ρεμπέτες και λαϊκούς τραγουδιστές στα τέλη του ’60. Η συμπρωτεύουσα όμως του πέφτει μικρή γιατί έχει μεγάλα όνειρα και το 1971 κατηφορίζει για Αθήνα. Στην αρχή δουλεύει σε «δεύτερα» μαγαζιά αλλά δεν τον πειράζει γιατί του αρέσει η νύχτα, το τραγούδι, ο χορός και το έξαλλο ντύσιμο. Από τ’ αρχικά λαϊκά του είδωλα περνά στον David Bowie και στον τούρκο Zeki Müren, ένα ποπ είδωλο στην Τουρκία φερμένο από άλλο κόσμο, με έντονο make-up, κρεπαρισμένο βαμμένο μαλλί και λαμέ κουστούμια, αυτό είναι η σπίθα για τον νεαρό Φλωρινιώτη, ώσπου στην αυγή της Disco θύελλας που κατακλύζει όλο τον κόσμο από τα μέσα του ’70, τον βρίσκει να υποδύεται, να ενδύεται και να το «κουνάει» περήφανα ως «Έλληνας» Travolta. Ο «Πυρετός το Σαββατόβραδο» μεταμορφώνει τον Φλωρινιώτη σε μια πολύχρωμη φαντεζί φίρμα της εποχής, αλλά όπως τα είδωλα του David Bowie και Zeki Müren ελκύουν γκέι πρότυπα για την προχωρημένη αλλά και συγχρόνως συντηρητική κοινωνία της εποχής έτσι και ο ίδιος αντιμετωπίζει από μερίδα του κόσμου και του Τύπου κατακραυγή και γιουχάισμα.
Ο Φλωρινιώτης όμως τους γυρνά το κεφάλι με νάζι και τραγούδα αποστομωτικά «Πειράζει που είμαι μεγάλη βεντέτα/όχι δεν πειράζει». Οι παραστάσεις είναι ασφυκτικά γεμάτες και η «Γιορτή Αγάπης» από χρυσός δίσκος γίνεται πλατινένιος και όλοι τον ακούνε έστω και λάθρα. Στον επόμενο δίσκο πετάει τ’ άσπρα λαμέ και ράβει κουστουμάκι μπλε σικ με στρας και πούλιες, σηκώνει ξανά ψηλά το χέρι, τους συγχωρεί όλους με το απαράμιλλο χωρίς κακία στυλ και λέει έξω από τα δόντια «Ότι έγινε… έγινε» και καταλήγει Superstar No4.
Τα υπόλοιπα είναι μια ιστορία που συνεχίζει να γράφεται μέχρι σήμερα.

15. ROBERT WILLIAMS – ROBERT WILLIAMS (POLYDOR 1978) -VS- GIORGIO MORODER – LET THE MUSIC PLAY (ATLANTIC 1977) -VS- SANTA ESMERALDA – DON’T LET ME BE MISUNDERSTOOD (PHILIPS 1977)

Ο Robert Williams εδώ αποτελεί την ελληνική μετενσάρκωση του macho, του «αρσενικού» που ξέρει τον λόγο για τον όποιο γεννήθηκε στον μάταιο και γεμάτο γυναίκες αυτόν κόσμο. Αφού σχόλασε από το «μάθημα σολφέζ» και τα 'μαθε όλα απ’ έξω κι ανακατωτά, είπε να πάει ένα βήμα παρακάτω και να περάσει στον χώρο της «ποιοτικής» disco. Με δασκάλους τους «μάστορες» της πίστας και της ντισκομπάλας Giorgio Moroder και Leroy Gomez των Ισπανο-Λατίνων Santa Esmeralda ή όπως ήταν γνωστοί στην ελληνική επαρχία σαν Σάντα Μαρμελάδα, ο Robert Williams γδύνεται μόνος πριν το περιλάβουν τα «αρπακτικά» θηλυκά. Αντί της ασημί Rolls Royce με τ’ αναμμένα φώτα του μουσάτου Giorgio και της μαύρης λιμουζίνας του Λατίνου Leroy, ο Robert προτιμά μια Lancia Beta coupe 1600 κάπου απόμερα έπειτα από μια νύχτα στην Βουλιαγμένη με ανοιχτή πόρτα που υπονοεί πολλά αλλά και ξεκούμπωτο άσπρο παντελόνι που υπονοεί περισσότερα. Η εποχή της disco θέλει πολλά φώτα, πολυτελή αυτοκίνητα, καλογυμνασμένα σώματα, μουσική για τα πόδια, έμπειρες γυναίκες έτοιμες για όλα και γρήγορες απολαύσεις. Εδώ ο Robert σαν κορμί με αρχαιοελληνική κατατομή αλλά παιδί με ευρωπαϊκούς τρόπους αρκείται σε μία μόνο γυναίκα «πειρασμό» που την «καταφέρνει» ολομόναχος. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε στο οπισθόφυλλο του δίσκου εδώ αλλά με σεμνό τρόπο και όσο επιτρέπουν τα ήθη και η λογοκρισία.

16. RAFFAELLA CARRA - FORTE FORTE FORTE (CGD 1976) -VS- ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ - Σ’ ΑΓΑΠΩ (PHILIPS 1979)

Η Μαρινέλλα δεν ήταν δυνατόν την ίδια εποχή να μην ζηλέψει σαν γυναίκα πρώτα και έπειτα σαν επιχειρηματίας με τα «καλά» της euro-Disco, italo-disco και την προοπτική ευρωπαϊκής καριέρας. Αφού νωρίτερα το 1974 είχε αποτύχει να σαγηνέψει τους Ευρωπαίους στην Eurovision με «Λίγο κρασί, λίγο θάλασσα και τ’ αγόρι μου», αφού το βραβείο πήγε πανηγυρικά στους ΑΒΒΑ με το “Waterloo”, κατεβαίνει πιο χαμηλά στην Ευρώπη, στην Ιταλία όπου το ανερχόμενο αστέρι της η Raffaella Carrà σαρώνει με το μπρίο, τα νιάτα, το ταλέντο και τη φωνή της τα πάντα. Κινηματογράφος, τηλεόραση, show, διαγωνισμοί, τίποτα δεν αντιστέκεται στο πέρασμά της. Αν η Ρούλα Κορομηλά λίγο αργότερα ήταν η αντίστοιχη show-woman στην Ελλάδα, που πήρε «γερά» μαθήματα μελετώντας την Raffaella με τα φαντασμαγορικά show της στην ιδιωτική τηλεόραση, η Μαρινέλλα προσπάθησε μάλλον ανεπιτυχώς στην Ελλάδα να κάνει το ίδιο με συνταγή Raffaella στο τραγούδι. H Raffaella έκανε την μια επιτυχία πάνω στην άλλη, όπου κι αν πήγαινε. Μνημειώδη τα τηλεοπτικά show ακόμη και για την ελληνική ΕΡΤ. Μέχρι και δίσκο αποκλειστικά στην Ελλάδα έβγαλε η ντόπια CBS για να ρευστοποιήσει το κορμί και την φωνή της Raffaella. Ελληνικός τίτλος, ελληνικά κείμενα, όλα ελληνικά, «ΡΑΦΑΕΛΛΑ ΚΑΡΡΑ –ΣΩΟΥ» να διαβάσει και ο κάθε αναψοκοκκινισμένος έλληνας κτηνοτρόφος, να ακροαστεί και να πάρουν τηλέφωνο μέχρι και οι αγελάδες και να τραγουδούν «68-68-357». Καπάκι βγάζει τον δίσκο “Forte Forte”, όλα τα κομμάτια είναι χιτ, αλλά ένα και μόνο αρκεί για να τον θυμόμαστε “A Far L’ Amore Comincia Tu”.
Σιγά μην άφηνε η Μαρινέλλα να της φύγει τέτοια ευκαιρία. Στον προηγούμενο δίσκο της είχε αρχίσει την προπόνηση με το «Να παίζει το τρανζίστορ». Στην συνέχεια το 1979 έκλεισε το τρανζίστορ και τραγούδησε το «Σ’ αγαπώ», «Η αγάπη μας γιορτή», «Πρώτη μου φορά», «Νά 'μαι» κ.ά. Στο εξώφυλλο επίσης έκανε τα αδύνατα δυνατά. Μιμήθηκε τα χρώματα, το κάδρο, σήκωσε και τα μάτια με αυτοπεποίθηση, μέχρι και το μαντήλι στο κεφάλι με τα στρας δεν της ξέφυγε. Αλλά δυστυχώς οι συνταγές δεν είναι για όλες τις νοικοκυρές το ίδιο εύκολες. Κάπου στράβωσε το πράμα και την επόμενη χρονιά βγήκε στον δίσκο σαν θλιμμένη ρετρό πλούσια χήρα για να μας πει το «Η ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ ΣΕ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΗΣ ΒΕΜΠΟ». Ε ρε, πως αλλάζουν οι καιροί...