Ελληνικοί δίσκοι με ξένο εξώφυλλο ή ξένοι με ελληνική συνταγή;

Η δύναμη να σε παρασέρνει η μουσική είναι μοναδική και αποτελούσε πάντα λυτρωτική έξοδο από την καθημερινότητα. Η προσέγγιση και η επιλογή της σύγχρονης μουσικής πραγματικότητας, της μόδας, τι παίζει το ραδιόφωνο, η ντισκοτέκ, το κλαμπ, τι είναι αυτό που έχει επιτυχία μεγαλύτερη ή μικρότερη περνούσε εκτός από τ’ αυτιά και από τα μάτια. Το εξώφυλλο ήταν ένα μεγάλο ερέθισμα, τι μας ελκύει, τι μας συναρπάζει, τι μουσική φανταζόμαστε βλέποντας το.

Στην ξένη μουσική το εξώφυλλο, το περιτύλιγμα που λέμε, ήταν αντικείμενο τέχνης, τεχνικής, προώθησης σε μεγαλύτερες μάζες ακροατών. Στην Ελλάδα το εξώφυλλο ενός δίσκου ήταν πάντα μια δευτερεύουσα υπόθεση, ασχέτως μουσικού περιεχομένου και εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.

Από την μεταπολίτευση – περίπου μέσα δεκαετίας ’70 – άρχισαν να υφίστανται στην ελληνική αγορά δίσκων εξώφυλλα με προσωπική σφραγίδα, σύμφωνα με το μεράκι του δημιουργού, του παραγωγού, του γραφίστα, του φωτογράφου ή και του ζωγράφου που αναλάμβανε να τιμήσει με τα έργα του σύγχρονα κομμάτια μουσικής ιστορίας.

Πόσο όμως επηρέασαν σημαντικά, γνωστά και πρωτοποριακά εξώφυλλα της ξένης σκηνής την δική μας μικρή ελληνική αγορά δίσκων; Πόσο μοιάζουν ή μιμούνται “δικά” μας εξώφυλλα δίσκων τα ξένα αδελφάκια τους, ξαδελφάκια τους ή και άνευ συγγένειας ανάδελφων χώρους; Υπάρχουν περιπτώσεις που μπορεί κατά «λάθος» να έγινε και το αντίθετο; Στην λίστα που ακολουθεί γίνεται μια προσπάθεια να εξιχνιάσουμε σχολαστικά ωσάν Scotland Yard που ακριβώς το «έγκλημα» ξεπερνά το τυχαίο και γίνεται στοιχείο περαιτέρω διερεύνησης ώστε να οδηγηθούμε σε συμπεράσματα «ασφαλή» αλλά και μη. Αλλά τι πειράζει, το ταξίδι στον κόσμο της εικόνας είναι πάντα συναρπαστικό.

 

The Who - My Generation (Decca 1966 US)
-VS-

Ηλίας Ασβεστόπουλος - 2002 - Πόλα (Pan-Vox 1974)   

The Who 2002 High CottonΣτα μέσα του ’60 (1964-1966) ξεκινούσε η εισβολή των Βρετανικών γκρουπ στην Αμερική, με πρώτους και καλύτερους τους Beatles το 1964. Ακολουθούν Animals, Them, Who, Yardbirds κ.ά. Το μνημειώδες όπως απέδειξε η ιστορία πρώτο άλμπουμ των Who κυκλοφόρησε στην Βρετανία τον Δεκέμβριο του 1965 και στην Αμερική τον Απρίλιο του 1966, αλλά με τη διαφορά ότι στην Αμερική κυκλοφόρησε με διαφορετικό εξώφυλλο, έτσι ώστε να γίνει σαφές στους Αμερικάνους ότι πρόκειται για εισβολή, αφού στο εξώφυλλο ποζάρουν στο φακό του David Wedgbury μπροστά από το Big Ben, σύμβολο του Λονδίνου και της Αγγλικής Αυτοκρατορίας. Οι Who τραγουδούν το “My generation” και μένουν για πολλές γενιές ακόμα στις καρδιές μας.

Στην Ελλάδα τώρα της δικτατορίας, το 1970 αφού αποχωρεί από τους πρώιμους “Persons”, που στην συνέχεια εξελίσσονται στους ιστορικούς “Socrates”, ο Πειραιώτης Ηλίας Ασβεστόπουλος δοκιμάζει τις δικές του δυνάμεις ξεκινώντας αρχικά με το σχήμα “ΗΛΙΑΣ ΑΣΒΕΣΤΟΠΟΥΛΟΣ-2002” που έπειτα επί το συντομότερο και ευκολότερο γίνονται μέχρι σήμερα οι γνωστοί μας 2002GR. Δισκογραφικά το συγκρότημα ξεκινά το 1974 στην αυγή της μεταπολίτευσης όχι με πολιτικό στόχο αλλά με καθαρό pop-rock εκείνης της εποχής και κάνει σχετική επιτυχία και εντύπωση. Ακόμη θυμάμαι από τα σχολικά μου χρόνια στο ραδιόφωνο το «Έλα πιο κοντά». Καμιά σχέση βέβαια με το “My generation” αλλά η φωτογραφία του Μάριου Βλαβιανού στο εξώφυλλο “ΠΟΛΑ” έχει αρκετή υποψία και επηρεασμό από Who.

Προσπάθησε να κάνει κάτι δικό του ο Βλαβιανός αυτό είναι σίγουρο κάτι πρωτότυπο, μια άλλη ματιά στα στερεότυπα. Τώρα αντί για pop γκρουπ, τους έκανε αγροτικό γκρουπ, ανεβάζοντας τους σε σκαλωσιές ή εργατικό γκρουπ προλεταριακής κατεύθυνσης. Δεν είμαι σίγουρος αν είναι σκαλωσιά ή σκάλα υποδοχής σε καρότσα αγροτικού που οι αγρότες-εργάτες-μουσικοί φορτώνουν και ξεφορτώνουν βαμβάκι στον πλησιέστερο αγροτικό συνεταιρισμό με το ενσταντανέ να είναι από την ανάπαυλα μέχρι να' ρθει το επόμενο τρακτέρ με το φορτίο, στο βάθος βλέπουμε αντί για το Big Ben το βαμβάκι στοίβα.

Σαν δεύτερη πιο προχωρημένη εκδοχή οι εργάτες-μουσικοί βρίσκονται στις Αλυκές Μεσολογγίου και φορτώνουν-ξεφορτώνουν αλάτι. ‘Όπως και να 'χει, ο Μάριος Βλαβιανός καταφέρνει να κάνει ένα εξώφυλλο που παραμένει «ασύγκριτο» τελικά. Βέβαια αν ακολουθούσε την southern rock συνταγή του φωτογράφου των High Cotton στον πρώτο τους και μοναδικό δίσκο από το 1975 τα πράγματα θα ήταν πιο ξεκάθαρα. Αλλά τι Έλληνες θα ήμασταν αν δεν βλέπαμε τα πράγματα από πολλές γωνίες, για να λέμε μετά ο καθένας την δικιά του εκδοχή;

 

Tom Waits - Heartattack And Vine (Asylum 1980)
-
VS-
Ρομαντικοί Παραβάτες – Η Φαντασία στην εξουσία (7η Διάσταση 1994)

Jethro Waits Ρομαντικοί ΠαραβάτεςΌταν ξεκίνησα να συγκρίνω στο μυαλό μου την διάσημη «εφημερίδα» εξώφυλλο “Thick as a brick” των Jethro Tull από το 1972 με κάτι αντίστοιχα ελληνικό που να το πλησιάζει, αρχικά μου ήρθε στο μυαλό το άλμπουμ «Ο Σιδερένιος άνθρωπος» του Ηλία Ασβεστόπουλου και των 2002 από τα 1975. ‘Όντως ένα πρωτοπόρο και διάσημο άλμπουμ της ελληνικής ροκ δισκογραφίας με ωραίο εξώφυλλο, αλλά έχοντας σχολιάσει παραπάνω τους ίδιους θέλησα να παιδέψω το μυαλό μου λίγο περισσότερο.

Το επόμενο διάσημο εξώφυλλο με εφημερίδα που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το “Heartattack and Vine” του Tom Waits που τον έβαλε για πρώτη φορά στα 1980 στο Hot-100 του Billboard στην Αμερική. Η λερωμένη «εφημερίδα» με τα τραγούδια του δίσκου, τίτλους άρθρων και τον Tom Waits να κρατά την καρδιά του προ εμφράγματος, προσπαθώντας να κάνει πιο πειστικό τον τίτλο του δίσκου αλλά και το περιεχόμενο των στίχων του, καθώς περιέγραφαν ιστορίες ανθρώπων και καταστάσεων από μια Αμερική που υποφέρει και όχι από μια Αμερική που λάμπει από χρυσόσκονη, πέρασε όσο καλύτερα μπορούσε τα μηνύματά του στον ακροατή.

Η πιο ταιριαστή ελληνική κυκλοφορία σε εξώφυλλο, περιεχόμενο, φιλοσοφία και στίχους είναι η συλλογή «Η φαντασία στην εξουσία» που αποδίδεται στους «Ρομαντικούς Παραβάτες» αλλά ουσιαστικά είναι μια συλλογή τραγουδιών του Πάνου Ηλιόπουλου και του Στέλιου Βαμβακάρη στην οποία τραγουδούν διάφοροι. Κάνοντας εικόνα και στίχους το περίφημο σύνθημα του Γαλλικού Μάη του 1968, ο Πάνος Ηλιόπουλος που έχει και την επιμέλεια της συγκεκριμένης παραγωγής σπέρνει πολιτικά, κοινωνικά, χιουμοριστικά αλλά και ντανταϊστικά τραγούδια τα οποία με τις φωνές του Παύλου Σιδηρόπουλου, του Στέλιου Βαμβακάρη και άλλων να βάζουν μπροστά μια μουσική επανάσταση όπου το ρεμπέτικο συναντά το blues, το rock συναντά το λαϊκό καθώς ο Παύλος Σιδηρόπουλος τραγουδά χαρακτηριστικά «Οι μπαγλαμάδες να παίζουν Ντύλαν/κι ο Πίτερ Χάμιλ διπλοπενιές/Ο Τομ Γουέιτς με τα κλαρίνα/και τα νταούλια να παίζουν Γιές/να παίζουν Γιές».

Αν θέλαμε να κάνουμε σε αντίστιξη ένα σχόλιο για την πολιτική κατάσταση της χώρας, ο σημερινός πρωθυπουργός που πιθανώς άκουσε στα φοιτητικά, επαναστατικά του χρόνια το συγκεκριμένο κομμάτι μάλλον δεν κατάλαβε σωστά τους στίχους. Γιατί όταν οι Yes του Rick Wakeman έκαναν τεράστια επιτυχία στην Ευρώπη, μόλις είχε γεννηθεί όποτε για τ’ Αγγλικά του σωστά άκουσε και κράτησε τον στίχο ως έχει «… και τα νταούλια να παίζουν Γίες…»

 

The Beatles - Let It Be (Apple 1970)
-
VS-
Μαίρη Μαράντη - Μαίρη Μαράντη (
Polydor 1977)

Beatles MαιρηΟι Beatles ήταν και είναι ένα φαινόμενο και όχι φυσικά μόνο μουσικό. Οι γνωστοί και ως Fab-Four άφησαν την σφραγίδα τους σε όλη την ποπ κουλτούρα από το ’60 και μετά Το 1970 βγάζουν το “Let it be” που ήταν και το τελευταίο τους «κανονικό» άλμπουμ, αφού την ίδια χρονιά διαλύθηκαν και άρχισε η «μετά θάνατον» δεύτερη δισκογραφική καριέρα τους με συλλογές, μουσική από ταινίες, μουσική για ταινίες, ανέκδοτες ηχογραφήσεις, πρόχειρες ηχογραφήσεις, μισοτελειωμένες ηχογραφήσεις και ότι άλλο βάζει του μάνατζερ-δισκορύχου-τυμβωρύχου ο νους για να βγάζει η «μηχανή» λεφτά.

Το πόσο επηρέασαν οι Beatles την ελληνική ποπ μουσική είναι γνωστό. Πόσο επηρέασαν την ελληνική γυναικεία νεολαία του τότε, και με τι εκδηλώσεις επίσης γνωστό. Μην δείξουμε τώρα φωτογραφίες. Ευτυχώς για τον Νίκο Μαστοράκη ο οποίος το 1967 έφερε τους Rolling Stones στην Ελλάδα και όχι τους Beatles όπως προγραμμάτιζε, γιατί αν η συναυλία των Stones «σταμάτησε» περίπου μετά μισής ώρας από την έναρξη της, των Beatles με την λαοθάλασσα που θα είχε και με το ελληνικό ταμπεραμέντο στα ύψη ίσως να μην ξεκινούσε ποτέ.

Στο αισθητικό μέρος, με την κυκλοφορία του “Let it be” τον Μάιο του 1970 οι Beatles όπως είπαμε, ήταν ήδη παρελθόν και σωστά ο John Kosh που είχε την ευθύνη για τον σχεδιασμό του εξωφύλλου χρησιμοποίησε, όχι όπως αρχικά προγραμματιζόταν μια φωτογραφία όλων μαζί από τα session της ηχογράφησης του δίσκου, αλλά τελικά τις φωτογραφίες των τεσσάρων από διαφορετικές στιγμές των ηχογραφήσεων αφού πλέον όλοι τους αλλού είχαν το μυαλό και τα μάτια όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στο διάσημο εξώφυλλο.

Η Ελληνική απάντηση στο “Let it be” ήρθε επτά χρόνια μετά με έναν δίσκο που μπορεί να μην έκανε την επιτυχία των Beatles, να μην έβγαλε τις επιτυχίες του “Let it be, να μην έκανε την Μαίρη Μαράντη το μεγάλο λαϊκό είδωλο των ελληνικών σέβεντις, αλλά ο φωτογράφος Π. Κατσόγιαννος που έβγαλε τις φωτογραφίες και ο άνθρωπος της Polydor που τις έβαλε στις τέσσερις γωνίες του άλμπουμ δεν το έκανε τυχαία. Χρωματικά πέτυχε να συνθέσει το ξανθό-χρυσαφί μαλλί της Μαράντη με το μουσταρδί πλαίσιο γύρω-γύρω σε τέλειο συνδυασμό. Αν προσέξει κανείς τις πόζες και τα βλέμματα των Beatles με αυτών της Μαράντη, λίγο απέχουν. Ειδικά του George Harrison κάτω δεξιά το πέτυχε σχεδόν διάνα. Όσο για την ποπ εικόνα της Μαράντη άνετα οι φωτογραφίες του δίσκου της θα κοσμούσαν θέματα του περιοδικού «Κατερίνα» ή «Μανίνα» πλάι στις πιο ποπ φιγούρες της Μπέσυ Αργυράκη ή της Ελπίδας.

 

The Beatles - Please, Please Me (Parlophone 1963)
-
VS-
The Charms - The Charms (
Pan-Vox 1967)

Beatles CharmsΤο φαινόμενο Beatles έφτασε να επηρεάσει όλες τις φάσεις του ελληνικού ρεπερτορίου, αλλά φυσικά πρώτα-πρώτα πέρασε από τα λεγόμενα «μοντέρνα» ελληνικά συγκροτήματα. Τα «ξενόφερτα» όπως έλεγαν οι πιο σκληροπυρηνικοί μπαμπάδες και μαμάδες μας. Τα «ξενόφερτα» σέϊκ, γιαλαντζί χορός όπως έλεγε και ο Βασίλης Μαλούχος (Στάθης) στο «Αχ! αυτή η γυναίκα μου» στην παρτενέρ του Μαρία Κωνσταντάρου (Ασημί) …θες να με δούνε να χορεύω σέικ και να με διαγράψουν από την οξυγονοκόλλησις (sic)... θρέψανε όλα τα ανήσυχα νιάτα της Ελλάδας που μάθαινε και άκουγε τα καινούργια μουσικά ρεύματα. Οι Charms, οι Idols, οι Olympians, οι Juniors και πολλοί άλλοι πέρασαν ατέλειωτες ώρες ακούγοντας Beatles, Hollies, Animals, Herman Hermits, όπως και γαλλικές και ιταλικές επιτυχίες για να διασκεδάσουν τους εγχώριους νέους σε πρωινές και απογευματινές συναυλίες ελλείψει live ξένων γκρουπ. Οι Beatles το 1963 έβγαζαν τον πρώτο τους δίσκο με τα χαρακτηριστικά εσωτερικά μπαλκόνια πολυκατοικίας και το αθάνατο “Love me Do”.

Οι Έλληνες Charms το 1967 ξεκινούσαν και αυτοί δισκογραφικά με το «Έξω απ’ τον κόσμο» και άλλες επιτυχίες, όπως λέγαν και τα ραδιοφωνικά σποτ (τηλεόραση δεν υπήρχε ακόμη) και αφού η δύναμη της εικόνας υπήρχε, στο εξώφυλλο και στο ντύσιμο μιμήθηκαν τους ήρωες τους στο ξεκίνημα. Μόνο που τέτοια πολυκατοικία δεν θα υπήρχε ακόμα στην Αθήνα μάλλον και αποφάσισαν να πιάσουν παραλιακό εξοχικό κέντρο ή καφετέρια μοντέρνου ξενοδοχείου «Αστέρια Βουλιαγμένης;» και να ποζάρουν αντίστοιχα. Τώρα για να μην φανούν αντί για μοντέρνο συγκρότημα σαν παγωτατζήδες – ήταν και η ομπρέλα βλέπετε – απέφυγαν να φορέσουν όλοι άσπρα και «έσπασαν» λίγο την εικόνα αλλάζοντας οι δύο από το συγκρότημα πανωφόρι. Τελευταία στιγμή όπως φαίνεται μάλλον το ‘σωσαν.

 

Love - Love - Da Capo (Elektra 1966)
-
VS-
The Charms - The Charms (
Polydor 1970)

Love CharmsΘα μείνουμε όμως στους Charms, αφού αν μη τι άλλο είναι και γοητευτικοί – όπως λέει και τ’ όνομά τους - και ξέρουν να κλέβουν τις εντυπώσεις και στον δεύτερο τους δίσκο του 1970. Αλλάζουν μεν εταιρεία και πάνε στην Polydor αλλά και αυτή τη φορά δεν βάζουν τίτλο στον δεύτερο δίσκο, αφήνοντας και πάλι μόνο τ’ όνομά τους, ακολουθώντας την συνταγή, μην πειράζεις κάτι που δουλεύει από μόνο του.

Στο εξώφυλλο τώρα κάνουν τρία καινούργια πράγματα (ή παλιά, πέστε το όπως θέλετε). Πρώτα φορούν τα καφέ κοστούμια εν είδει Beatles, που πρόβαραν αλλά δεν φόρεσαν για τις ανάγκες του πρώτου τους δίσκου (βλέπε παραπάνω), δεύτερον καθόσον φαίνεται ότι ο δίσκος βγαίνει στην τουριστική καλοκαιρινή σεζόν, τι έχουμε σαν χώρα να διαφημίσουμε, γαλάζιο ουρανό, φως και αρχαία και τρίτον πρέπει να βρούμε και μια πετυχημένη συνταγή που να δένει όλα τα παραπάνω.

Οι Love του Arthur Lee το 1966 βγάζουν δύο επιτυχημένους δίσκους με τα γνωστά παραπάνω εξώφυλλα, το ομώνυμο Love και το σχεδόν ομώνυμο Da capo (εκ νέου), «κλέβοντας» ουσιαστικά εξωτερικά τον ίδιο τους τον εαυτό.

Αν προσέξετε και τα δύο εξώφυλλο χρησιμοποιούν το ίδιο φόντο (τα ίδια χαλάσματα). Αν φορούσαν και τα ίδια ρούχα θα είχαμε το απόλυτο replay εξώφυλλο στην ιστορία της μουσικής. Για να θολώσουμε λίγο τα νερά, κοτσάρουμε και μια κορνίζα Λούβρου και κάνουμε τα χαλάσματα έργο τέχνης (λέμε τώρα). Ευτυχώς στον επόμενο δίσκο τους “Forever Changes” το κατάλαβαν και το σώσαν αλλάζοντας εντελώς artwork.

Αν το δούμε καλλιτεχνικά οι Charms τους “έφαγαν” τους Love. Ο δίσκος έχει ωραία αρχαία (Σούνιο;), ωραίο γαλάζιο ουρανό σε αντίθεση με το μουντό γκρι αριστερά και το εκτυφλωτικό άσπρο δεξιά των Love και ξεκάθαρη εικαστική τοποθέτηση των μελών πάνω στ’ αρχαία έτσι που να αναδεικνύεται το γενικότερο σύνολο.

Αν δούμε τώρα τους Love και δεξιά και αριστερά, μάλλον σαν μέλη περιθωριακής Μεξικάνικης σπείρας αλογοκλεφτών που βιάζονται να περάσουν λαθραία τα σύνορα μοιάζουν, παρά για ανερχόμενο ροκ συγκρότημα. Διαλέγετε και παίρνετε (για εξώφυλλο μιλάμε πάντα).

 

The Beatles - A Hard Day's Night (Parlophone 1964)
-
VS-
Σταμάτης Κόκοτας - Κόκοτας (
HMV 1968)
VS-
Γιάννης Πουλόπουλος - 4 (
Grecophon 1972; US)

Beatles Κόκοτας ΠουλόπουλοςΘα επιστέψουμε στους Beatles και στο “A hard day’s night” του 1964. Ο μόνιμος φωτογράφος τους Robert Freeman που δούλεψε μαζί τους τα χρόνια που έχτισαν την φήμη τους, ευθύνεται για τα περισσότερα διάσημα photoset και εξώφυλλα των Beatles που είδαν την δημοσιότητα να λούζεται πάνω τους. Πριν από το “A hard day’s night” έκανε το μνημειώδες εξώφυλλο “With the Beatles” που τους ακολουθεί όσο λίγα. Στο “A hard day’s night”ο Robert Freeman αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι νέο. Να δώσει κίνηση στα πρόσωπα των Beatles, σαν καρέ ασπρόμαυρης κινηματογραφικής ταινίας. Για να μην αδικήσει κανέναν, ο κάθε Beatle θα είχε από μια δικιά του ξεχωριστή σειρά φωτογραφικών καρέ. Το 1964 που κυκλοφόρησε πήγε κατευθείαν Νο.1 σε Αγγλία και Αμερική όπως και σε άλλες χώρες και έγινε ανάρπαστο.

Στην Ελλάδα τώρα του ’60 πολλά αστέρια επίσης ανέτειλαν. Ένα από αυτά, ο Σταμάτης Κόκοτας. Στον πρώτο μεγάλο του δίσκο η εταιρεία συγκέντρωσε όλες τις ήδη μεγάλες τους επιτυχίες που είχαν βγει σε 45’ και μερικά καινούργια τραγούδια. Τι καλύτερο τίτλο από το όνομα του εγγύηση για το μέλλον. Τώρα στις τέσσερις σειρές καρέ φωτογραφιών αλά-Beatles ο Κόκοτας είναι έγχρωμος με τα διακριτικά φωτά της ράμπας στο βάθος και τραγουδά παθιασμένα. Τώρα ο φωτογράφος μπορεί να μην ήταν ο Freeman αλλά δεν ήταν ούτε του χωριού, αφού κατάφερε να δώσει ένα ζωντανό και μεσογειακό συναισθηματικό εξώφυλλο.

Ένα άλλο μεγάλο όνομα του έντεχνου λαϊκού τραγουδιού με τεράστια απήχηση στο νεανικό κοινό και όχι μόνο, ήταν και ο Γιάννης Πουλόπουλος. Στην δεκαετία του ’70 είχε ήδη αρκετές συμμετοχές σε δίσκους άλλων αλλά και προσωπικούς και ήταν ήδη γνωστός και ως παρουσία και ερμηνευτής και από πολλές ελληνικές ταινίες. Η εταιρεία Lyra που τον είχε στο δυναμικό της προετοίμαζε έξοδο προς τις ξένες αγορές. Μεγαλύτερη αγορά η Αμερική. Έτσι κάπου στα 1972 η Lyra κυκλοφορεί μέσω μιας θυγατρικής ετικέτας, προς εξαγωγή Ελληνικής μουσικής, της Grecophon τον τέταρτο κατά σειρά μεγάλο δίσκο του Πουλόπουλου, με τον εύγλωττο τίτλο απλά «4» στην Αμερική με άλλο όμως εξώφυλλο από αυτό της εγχώριας έκδοσης. Δεν είναι γνωστό ποιος είχε την ιδέα σύλληψης του συγκεκριμένου εξώφυλλου αλλά μπράβο του. Κατάφερε να κάνει κάτι πρωτότυπο, να συνδυάσει τον Robert Freeman με την pop-art του Andy Warhol και το πέτυχε.

 

Wild Cherry - Wild Cherry (Epic 1976)
-
VS-
Γιώργος Αιγύπτιος - Τα χείλη σου (
General 1978)
-VS-
Beauregard, Violletti & Ste-Claire – En Plain Orgasme (CBS 1975 CAN)

Wild Cherry Beauregard ΑιγύπτιοςΟι Wild Cherry ξεκίνησαν το 1970 σαν ροκ μπάντα από την πολιτεία του Ohio βγάζοντας διάφορα singles χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία. Μετά από διάφορες αλλαγές μελών το 1976 βρίσκουν την μαγική συνταγή, αφού βλέπουν την disco σαν είδος να κερδίζει έδαφος. Έτσι το 1976 βγάζουν τον ομώνυμο δίσκο “Wild Cherry” με ξεκάθαρο χορευτικό ήχο και ανεβαίνουν στις πίστες με το παγκόσμιο χιτ, που πουλά ακόμη, “Play that Funky music”. Πόσοι από μας δεν «ξεβιδώθηκαν» στην πίστα με σκοπό να δείξουν στην παρτενέρ τους ότι «το έχουν» το άθλημα. Πόσες ηδυπαθείς φιγούρες δεν σκαρφιστήκαμε και κοντέψαμε να πάθουμε λουμπάγκο πάνω στην κίνηση, στις ατέλειωτες στροφές στο remix του κομματιού. Βοηθούσε βλέπετε και το εξώφυλλο του δίσκου με το «άγριο» κεράσι που θέλαμε όλοι να δαγκώσουμε.

Το εξώφυλλο των Wild Cherry έμεινε στην ιστορία περισσότερο για την εικόνα που θύμιζε εξώφυλλο του Playboy, όπως και για το megahit “Play that Funky music”, αν και για χρόνια το συγκρότημα «τραβιόταν» στα δικαστήρια από την CBS λόγω της χρήσης χωρίς άδεια, σχεδόν όμοιου εξωφύλλου που είχε κυκλοφορήσει στην αγορά την προηγούμενη χρονιά 1975 από το καναδικό disco συγκρότημα Beauregard, Violletti & Ste-Claire και τον δίσκο “En plein Orgasme” - «Εν πλήρη οργασμό», δεν νομίζω ότι χρειάζονται περισσότερες εξηγήσεις.

Στην Ελλάδα ο λαϊκός τραγουδιστής «δευτέρας εθνικής» Γιώργος Αιγύπτιος (Μαρουλακάκης) γεννημένος στην Αίγυπτο το 1941, εξού και χάνει το πραγματικό του επίθετο και κρατά εκείνο του γενέθλιου τόπου, καθώς το ύφος του κλαψιάρικου καψουροτράγουδου που πρεσβεύουν οι λαϊκές πίστες των μαγαζιών περί της Ομόνοιας και της οδού Πειραιώς του πάει γάντι, βρίσκει σ' αυτή την χρυσή δεκαετία του ’70 για το είδος, τον κατάλληλο τόπο για ν’ αναπτύξει το ταλέντο του. Στον πρώτο μεγάλο δίσκο που κυκλοφορεί στην General το 1978 με τίτλο «Τα χείλη σου», αναμασά με τον καλλίτερο τρόπο όλα τα προσωπικά σουξέ της μέχρι τότε πορείας του με προμετωπίδα το γκραν-σουξέ «Για λίγες σταγόνες ευτυχίας». Το εξώφυλλο του δίσκου του προσπαθεί να συναγωνιστεί αυτό των “Wild Cherry” αρχικά στην γραμματοσειρά του υπέρτιτλου, που επί το Ελληνικότερο τα καταφέρνει άψογα. Η μίμηση χάνει στο very-sexy στυλ από κει και κάτω γιατί η εποχή δεν σηκώνει περισσότερο «πείραγμα» καθότι σέρνεται και λογοκρισία. Έτσι αρκείται ο φωτογράφος της εταιρείας σε ένα παγωμένο μισάνοιχτο χαμόγελο που το σώζει η άψογη οδοντοστοιχία και το χαλά το μισοπεθαμένο μακιγιάζ του μοντέλου που μοιάζει σαν αξύριστη τρανς φιγούρα πλάι στ’ άλλα.

 

Julio Inglesias - El Amor (Alhambra 1975 VEN)
-
VS-
Ζαφείρης Μελάς - Τα φωτοστέφανα (
Vasipap 1990)

Julio ΜελλάςΟ Julio Iglesias με την βαθιά ερωτικά παθιάρικη φωνή έκανε όλες τις γυναίκες όλων των ηλικιών σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου, αφού τραγουδούσε και σε καμιά 15 διαφορετικές γλώσσες, να στενάξουν από πόθο. Μεσογειακό ταμπεραμέντο, στυλάτη ερμηνευτική γραμμή, ένας σερ του ισπανικού και όχι μόνο τραγουδιού. Το 1975 βγάζει τον δίσκο “El amor” και γίνεται παγκόσμια επιτυχία, μη εξαιρουμένης της Ελλάδος. Στο εξώφυλλο ο ηλιοκαμένος Julio Iglesias αναπαύεται με σικάτο άσπρο κουστούμι, σε κάθισμα παγώνι (γνωστή και ως καρέκλα του ανεμιστήρα) πιθανώς έξω από κάποια έπαυλη πολυτελείας στην Palma de Majorca κοντά στην παραλία.

Ο Ζαφείρης Μελάς από την άλλη είναι ένας απλός και προσιτός άνθρωπος που γεννήθηκε στην Ξάνθη και ποτέ δεν έκρυψε την ταπεινή τσιγγάνικη καταγωγή του, μεγαλώνοντας, ακούγοντας και ερμηνεύοντας δημοτικά, για να περάσει στην συνέχεια στο βαρύ λαϊκό ερωτικό τραγούδι. Μέχρι να έρθουν οι μεγάλες επιτυχίες και να «παίζει» μόνος πρώτο τραπέζι πίστα, κόπιασε και ίδρωσε ατέλειωτες ώρες περπατώντας πάνω σε γαρύφαλλα και μέσα σε καπνούς. Το 1990 αφού είχε ξεπεράσει τις «Καρδιοπάθειες» και έπαψε να είναι «Αναποφάσιστος» ήρθε η ώρα να φορέσει «Τα Φωτοστέφανα». Έπρεπε λοιπόν να το κάνεις και αυτός με στυλ και ύφος. Φόρεσε λοιπόν το άσπρο του κουστούμι, την μαύρη γραβάτα και με μόνες διαφορές το ασορτί μαντηλάκι τσέπης, τα άσπρα παπούτσια με τις ολόλευκες κάλτσες και την κομψή χρυσή καδένα στο χέρι αντί για Rolex, κάθισε με χαρακτηριστική άνεση στην πολυθρόνα παγώνι και “ντύθηκε” Julio Iglesias. Τώρα, γιατί για φόντο διάλεξε να φαίνεται ότι είναι έξω από δοκιμαστήριο πολυτελούς οίκου νυφικών, περιμένοντας με χαμόγελο ευτυχίας την μέλλουσα συμβία του μετά την πρόβα νυφικού, μπροστά από το μωβ παραβάν, κοιτώντας στο βάθος δεξιά, περιμένοντας να 'ρθει η μοδίστρα του οίκου με επιπλέον καρφίτσες και κουάφ (φωτο-στέφανα) για την τελική πρόβα, ένας θεός το ξέρει και ο ίδιος ο Ζαφείρης Μελάς.

 

Marc Almond - Vermin in Ermine (Some Bizzare 1984)
-
VS-
Γιώργος Ταλιούρης - Τραγούδια γι' αυτούς π' αγάπησαν και πόνεσαν (General 1977)

Almond ΤαλιούρηςΣτην σύγκριση των δύο παραπάνω εξωφύλλων σαν Έλληνες θα κάνουμε την διαφορά. Πρώτα-πρώτα στο εξής, το δικαίωμα στην καψούρα το κατέχουμε με πτυχία και μεταπτυχιακά, το έχουμε κάνει κορνίζα σε τοίχους και αλλού και το μόνο που μένει μετά την δικαίωση στην ονομασία της φέτας στην Ευρώπη να πάρει η καψούρα Π.Ο.Π.  Δεύτερον και επακόλουθο του πρώτου, ο δίσκος του Ταλιούρη χρονικά προηγείται, άρα μας μιμούνται οι έξω σπαραξικάρδιοι «φωνακλάδες» τροβαδούροι. Με μία και μόνο διαχρονική επιτυχία, που κάπου κάποτε την έχουμε τραγουδήσει όλοι μας, το «Στολίδι είσαι μόνη σου» ή «Τι τα θέλεις τα στολίδια» που ανελλιπώς το τραγουδά από το 1968 και εντεύθεν σε κάθε του δίσκο με παραλλαγές, βάζοντας το λάβαρο στην 35χρονη καριέρα του, ο Γιώργος Ταλιούρης όργωσε όλα αυτά τα χρόνια μαγαζιά, κοσμικά κέντρα, πίστες και σκυλάδικα απ' άκρου εις άκρον της Ελλάδος. Στον δίσκο της General του 1977 «Τραγούδια γι’ αυτούς π’ αγάπησαν και πόνεσαν» και μόνο ο τίτλος χωρίς φωτογραφία φτάνει. Ο Ταλιούρης στάζει στην κυριολεξία από έρωτα αφού η μεγάλη καρδιά του εξωφύλλου μπορεί ν’ αντέξει όλες τις αδικίες και τους πόνους. Τώρα ο συμπαθής τραγουδιστής θέλοντας να το κάνει πιο πειστικό το ‘καψε εντελώς. Κυνηγημένος μετά το ερωτικό καβγαδάκι, στην αυλή της ερωτικής του φωλιάς με τα μαλλιά ανάστατα, μη χάνοντας όμως το κουράγιο του προσπαθεί να πάρει συγχώρεση από την αγαπημένη του προσφέροντας της λουλούδια. Εγώ βέβαια μέσα στα ολίγα λουλούδια, βλέπω και κάτι αγριοτριανταφυλλιές και δέντρα όλα μαζί ανακατεμένα. Αγριεμένο σκηνικό και του συνιστώ ότι η επιστροφή του στο ταίρι του κάθε άλλο παρά ασφαλής είναι.

Τώρα η περίπτωση του Marc Almond που στο “Vermin in Ermine” είπε να κάνει κι αυτός την εικαστική trash πρωτοτυπία μάλλον πέφτει στο κενό. Ο Marc Almond ορίζει παρόμοιο σκηνικό, στον χώρο του μεσοπολεμικού καμπαρέ και πάνω στην σκηνή, του μάλλον αγοραίου έρωτα ως διαβολάκος της αγάπης ντυμένος με στρας και πιέτες, ο οποίος κάθεται πάνω στα συντρίμμια των ερώτων που καταστρέφει και τα βάζει σε χρυσό τενεκέ απορρίψεων καθήμενος από πάνω για σιγουριά, μην τυχόν δραπετεύσουν. Για να ολοκληρώσει και να σιγουράρει την καταστροφή χρησιμοποιεί ατσάλινο απαστράπτον στιλέτο πέρα ως πέρα και όχι σκουριασμένη σακοράφα οικοκυρικών που βλέπουμε στην περίπτωση Ταλιούρη.

 

Led Zeppelin - Physical Graffiti (Swan Song 1975)
-VS-
Βασίλης Αρχιτεκτονίδης - Τοσίτσα 11 (
Pan-Vox 1973)

Αρχιτεκτονίδης ZeppelinΝα λοιπόν μια ακόμα Ελληνική εικαστική δισκογραφική πρωτιά που αν είχε πέσει στην αντίληψη ξένων μάνατζερ και image-makers θα είχε πάει γι' ακόμη μια φορά τους Led Zeppelin στα δικαστήρια.

Ο Βασίλης Αρχιτεκτονίδης, συνθέτης, συγγραφέας, μουσικολόγος, δάσκαλος μουσικών οργάνων με ποντιακή καταγωγή και μεγάλη οικογενειακή μουσική παράδοση και άνθρωπος με υψηλό εθνικό παραδοσιακό φρόνημα.

Ξεκίνησε δισκογραφικά το 1971, με τον δίσκο «Δύο κύκλοι» αφιερωμένο στην ποίηση του Κωστή Παλαμά και συνέχισε το 1973 με τον δίσκο «Τοσίτσα 11» με την σύνθεση 12 λαϊκών τραγουδιών που τ’ αποδίδουν διάφοροι τραγουδιστές σε λαϊκό έντεχνο ύψος που απαιτούσε η εποχή, μεταφέροντας όπως γράφει ο συνθέτης στο οπισθόφυλλο, ζωντανές εικόνες της καθημερινής ζωής στο νεοκλασικό της Τοσίτσας 11 στην Αθήνα όπου ο συνθέτης έζησε για τρία χρόνια.

Το παγκοσμίως διάσημο βραβευμένο κτήριο μεταξύ της 96ης και 98ης οδού στην Νέα Υόρκη που κοσμεί το πολυπλατινένιο άλμπουμ “Physical Graffiti” των Led Zeppelin βγήκε στην αγορά δυο χρόνια μετά τον Φεβρουάριο του 1975 έτσι δίνει στον Αρχιτεκτονίδη σαφές χρονικό προβάδισμα.

Αν εξετάσει τώρα κανείς προσεκτικά τις τρεις παραπάνω φωτογραφίες θα δει ότι η εκ των χρωμάτων και πραγμάτων ρετρό εικόνα του τριώροφου κτηρίου στην Νέα Υόρκη με τα κατεβασμένα άσπρα ρολά στην αριστερή φωτογραφία και τις παγιδευμένες υπερμεγέθεις ανθρώπινες φιγούρες στα παράθυρα στην δεξιά, δίνουν την εντύπωση ξεπεσμένου αριστοκρατικού ορφανοτροφείου του 19ου αιώνα στην Νέα Υόρκη με ζοφερές συνθήκες ενδιαίτησης, σε αντίθεση με το κτήριο της Τοσίτσα 11 που το δέντρο στο πεζοδρόμιο και τα φυτά στα περίτεχνα μπαλκόνια του δείχνουν περισσότερο αέρα ζωής.

Τα συμπεράσματα δικά σας.

 

Rare Earth - Live (Rare Earth 1971)
-VS-
Δάκης -
100% (Μinos 1975)

Rare ΔάκηςΣτην περίπτωση των Rare Earth και του δικού μας Δάκη έχουμε την απόλυτη αντιγραφή. Το 1969 οι Rare Earth γίνονται το πρώτο λευκό rock γκρουπ που υπογράφει στην «μαύρη» Motown Rec. και δημιουργεί από μόνο του απρόσμενα σαρωτική επιτυχία με παγκόσμια απήχηση στους κύκλους και του μαύρου αλλά και του λευκού ακροατηρίου, κάνοντας χρυσές επιτυχίες με τα rock-soul “Get Ready” “I’m losing you” κ.ά. Το 1971 κυκλοφορούν το διπλό live “In Concert” σε μια αξιοθαύμαστη συσκευασία σχολικής τσάντας πλάτης που ανοίγει όμορφα από πάνω και παίρνει μέσα, τους δύο δίσκους με ένα επιπλέον ένθετο με φωτογραφίες του γκρουπ.

Την ίδια χρονιά το 1971 στην Ελλάδα οι δικοί μας Poll κυκλοφορούν το πρώτο τους επιτυχημένο άλμπουμ το «Άνθρωπε…» ή το γνωστότερο σε όλους μας «Ταγάρι» λόγω της πραγματικά πρωτότυπης συσκευασίας του. Το 1975 έρχεται η σειρά του εξαιρετικά δημοφιλούς τότε στην νεολαία πολύγλωσσου τραγουδιστή ΔΑΚΗ (μιλά και τραγουδά άπταιστα σε έξι γλώσσες) να βγάλει στην εταιρεία ΜΙΝΟΣ τον 4Ο μεγάλο δίσκο. Ο δίσκος έχει τον πρωτότυπο τίτλο ΔΑΚΗΣ -100% - προς αποφυγή λογοκλοπής ή επισήμανση ποιότητας; - και περιέχει δικές του αλλά και ξένες επιτυχίες που με την φωνή του Δάκη γνωρίζουν νέες δόξες ανάμεσα στα ανήσυχα ελληνικά νιάτα των σέβεντις. Ο δίσκος ξεκινά με το γνωστό “Gaston” του Γάλλου Nino Ferrer και κλείνει με το «Κουέι Μέι» του Νίκου Καρβέλα. Ναι! είναι ή πρώτη φορά που γράφεται σε δίσκο το όνομά του ως συνθέτη και από τότε λοιπόν μας κατατρέχει με τέτοιου είδους συλλήψεις σε τίτλο, στίχο και περιεχόμενο.  Το μοντέρνο και πρωτότυπο εξαντλείται εδώ, γιατί ο ιθύνων νους πίσω από την καλλιτεχνική δημιουργία του εξωφύλλου του Δάκη προφανώς είχε στα χέρια του δύο εξαιρετικά έργα το “In concert” των Rare Earth και το «Ταγάρι» των Poll και αντί να πάει ένα βήμα μπροστά, άντε και ένα βήμα πίσω, μάλλον παραπάτησε και έπεσε μέσα για μέσα στο πηγάδι της απόλυτης αντιγραφής, σα να κάποιος τον ανάγκαζε ή τον εξεβίαζε αισθητικά.

Το εξώφυλλο του ΔΑΚΗΣ -100% διατηρεί τον ίδιο τύπο σχολικής τσάντας χωρίς καμία παραλλαγή και ολοκληρώνει με απίστευτη ακρίβεια, διατηρώντας την ίδια γραμματοσειρά στο ίδιο πλάγιο ύφος και στην ίδια ακριβώς θέση που οι Rare Earth σε ένα κύκλο αναφέρουν τις μεγάλες τους επιτυχίες, τον αντικαθιστά απλώς με μια φωτογραφία του ΔΑΚΗ σε κύκλο. Καθένας δεν κατάλαβε τίποτα μάλλον και η ξεπατικωμένη αντιγραφή των Rare Earth πέρασε στα «ψιλά». Υποθέτω ότι η «μαύρη» Motown ποτέ δεν πήρε χαμπάρι τι έγινε στην Ελλάδα, ή διαφορετικά και να πήρε, η ασημαντότητα της δισκογραφικής αγοράς της Ελλάδος στον παγκόσμιο χάρτη μόνο σε υπερπόντιους μπελάδες και έξοδα θα έβαζε τους Αμερικάνους και στο φινάλε αυτός που θα κέρδιζε από τον ντόρο μάλλον ο ΔΑΚΗΣ θα ήταν τελικά. Άλλωστε οι ίδιοι οι Αμερικάνοι κινδύνευαν να πέσουν στα δίχτυα του ίδιου του συνθήματος «κάθε είδους δημοσιότητα είναι καλή δημοσιότητα».

 

Free - Free Live (Island 1971)
-VS-
Blue Birds -
Οδός Αγάπης Ενταύθα (Polydor 1972)

Free BlueBirds ΜαρκόπουλουςΤο 1971 που οι Rare Earth βγάζουν στην Αμερική το live “In Concert” ένα άλλο μεγάλο ροκ γκρουπ της εποχής στην Αγγλία αυτή τη φορά, οι Free βγάζουν επίσης ένα πετυχημένο live άλμπουμ το “Free Live”. Οι Free του τραγουδιστή Paul Rodgers έχοντας ήδη μεγάλες επιτυχίες όπως τα “Mr. Big”, “Fire and Water” αλλά κυρίως το σουπερ-χιτ “All right now” που θα τους ακολουθεί σαν ύμνος για πάντα, δίνουν σ' αυτό τον δίσκο, στους απανταχού οπαδούς τους μια γεύση για το τι χάνουν όσοι δεν βρίσκονται στις συναυλίες τους.

Η Ann Sullivan που είχε την ιδέα να στείλει αεροπορικώς, σ’ έναν ωραία σχεδιασμένο ταχυδρομικό φάκελο σε όλους τους οπαδούς των Free τα τραγούδια από τις συναυλίες πήρε μάλλον την ιδέα από τον δίσκο “Strictly personal” του Captain Beefheart εδώ που κυκλοφορεί ήδη από το 1968.

Οι Έλληνες Blue Birds ξεκίνησαν από τον Πειραιά από τα μέσα του ’60 και κατέκτησαν με όμορφα και ρυθμικά κομμάτια την καρδιά της νεολαίας. Το “Julie” του 1965 ήταν ισάξιο των ξένων αντιπάλων του όπως και πολλά άλλα. Το 1972 αφού έχουν περάσει από το 11Ο Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού της Θεσσαλονίκης μαζί με τους Faces, τους Poll και τους Νοστράδαμος, με το τραγούδι τους «Ξύλινος Σταυρός» αφήνουν τις καλλίτερες εντυπώσεις και δίνουν το δικό τους στίγμα.

Την ίδια χρονιά κυκλοφορούν τον πρώτο τους μεγάλο δίσκο «Οδός Αγάπης Ενταύθα» και τον απευθύνουν με ξεχωριστό τρόπο σε όλους τους οπαδούς τους τυλιγμένο μέσα σ’ ένα γράμμα. Με αποστολέα στο εξώφυλλο «Για τους φίλους της μουσικής/Οδός Κατανοήσεως», το κάνουν ακόμα πιο χριστιανικό το μήνυμα του τίτλου παίρνοντας σαφή απόσταση από το «άγριο» «γιεγιέδικο» κοινό. Ο φάκελος του εξωφύλλου τους αντιγράφει πλήρως το live των Free στο όλο στήσιμο και τα γραμματόσημα με μόνη διαφορά ότι όλα τα μέλη των Blue Birds μπαίνουν σε ένα γραμματόσημο σαν Αγία Τετράδα σφραγισμένη και επίσημη.

Από την ιδέα αυτή, κινούμενος όμως προς άλλη κοινωνική γραμμή, μετά από δύο χρόνια ο Γιάννης Μαρκόπουλος κυκλοφορεί το 1974 τους «Μετανάστες», στο ίδιο μοτίβο σε γκρίζο φόντο – άλλωστε η μετανάστευση είναι μια γκρίζα ζώνη για μια οποιαδήποτε κυβέρνηση και οποιαδήποτε κοινωνική γραμμή πολιτικής – με χωρίς πρόσωπα στο εξώφυλλο και μόνο με δυο «σημαδιακά» γραμματόσημα.

 

Family - Fearless (Reprise 1971)
-VS-
Στέλιος
Καζαντζίδης - No5 (Regal 1974)

Family ΚαζαντζίδηςΟι Βρετανοί Family ήταν ένα γκρουπ που ξεκίνησε στα μέσα του ’60 και χαρακτηρίστηκε ως progressive rock, αν και με την μουσική του εξερεύνησε και συμπεριέλαβε στοιχεία από την φολκ, την τζαζ, την ψυχεδέλεια μέχρι και το ροκ-ν-ρολλ. Με το άλμπουμ Fεarless του 1971, ο ήχος τους γίνεται περισσότερο ροκ και καταφέρνουν για πρώτη φορά να μπούνε και στην αγορά της Αμερικής στο Billboard-200 (No.177). Σ’ αυτό εκτός από την μουσική βοηθά και η σχεδίαση του όλου εξωφύλλου που ανατέθηκε στον John Kosh που την προηγούμενη χρονιά είχε κάνει το εξώφυλλο “Let it be” των Beatles (τα λέγαμε παραπάνω) και την ίδια χρονιά κάνει και το περίφημο “Who’s next” των Who. Ο John Kosh δημιουργεί ένα τετράπτυχο εξώφυλλο σαν φωτογραφικό άλμπουμ χρησιμοποιώντας σε κάθε πτυχή του φωτογραφίες του γκρουπ, σαν σκάλα όταν ανοίγει με στρογγυλεμένη την πάνω δεξιά άκρη για να θυμίζει φάκελο με φωτογραφίες.

Απέναντι στον πραγματικά δαιμόνιο και επινοητικό John Kosh εμείς ως Έλληνες τι έχουμε στον αντίποδα; Ως τραγουδιστή τον Στέλιο Καζαντζίδη, ανερχόμενο όνομα από την δεκαετία του ‘50 που μεγαλώνει και ωριμάζει με τα χρόνια σαν το καλό κρασί. Αλλά όλα τα καλά κρασιά θέλουν και το κατάλληλο βαρέλι για να βγάλουν τ’ αρώματά τους. Η εταιρεία που έχει στο δυναμικό της τον Καζαντζίδη, στην δεκαετία του ’70 προσπαθεί να τον εξάγει σε άλλες αγορές μέσω της Regal Rec. που αποτελεί θυγατρική της Columbia και ειδικεύεται σε επανεκδόσεις, συλλογές, πορτραίτα καλλιτεχνών και άλλα τέτοια δισκογραφικά προϊόντα εξαγώγιμου «εξωτικού» και παραδοσιακού εμπορίου. Το 1974 η ΕΜΙ-Regal αναθέτει στον σπουδαίο Έλληνα ζωγράφο-γραφίστα Γιάννη Μιχαηλίδη να φιλοτεχνήσει το άλμπουμ συλλογή «ΚΑΖΑΝΤΖΙΔΗΣ Νο5» προς εξαγωγή. Πραγματικά η αφαιρετική ζωγραφική ματιά του Μιχαηλίδη με την περιορισμένη χρήση χρωμάτων και την αντίθετες τονικότητες κάνει το εξώφυλλο έργο τέχνης. Η σύγκριση με το Fearless (ατρόμητος) των Family είναι πως ο Καζαντζίδης του Μιχαηλίδη στο εξώφυλλο πράγματι δείχνει ατρόμητος και αγέρωχος και μοντέρνος αφού δεν θυμίζει λαϊκό βάρδο αλλά έντεχνο φολκ τραγουδιστή του στυλ Donovan και Roy Harper.

 

Ambergris - Ambergris (Paramount 1970)
-
VS-
Καίτη Ντάλη - Ξημερώματα (
Olympic 1971)
-
VS-
Atomic Rooster - Atomic Rooster (EMI 1980)

Ambergris Atomic ΝτάληΑφήσαμε τις Ελληνίδες τραγουδίστριες παραπονεμένες και νομίζω ήρθε η ώρα ν’ αποκατασταθούν εδώ στο άρθρο εικαστικά τουλάχιστον.

Το jazz-rock γκρουπ Ambergris ζήλεψε την δόξα των Blood Sweat & Tears, αφού ένα από τα μέλη τους ήταν και ιδρυτικό μέλος των Blood Sweat & Tears πριν αποχωρήσει.

Δεν γνώρισαν την δόξα που ανέμεναν καθώς «έζησαν» μόνο για έναν δίσκο, αυτόν με τον περίφημο κόκορα στο εξώφυλλο που έγινε όμως διάσημο – σαν εξώφυλλο – όταν η Indie-rock μπάντα Pavement το 1992 έβγαλε τον δίσκο “Watery, Domestic” χρησιμοποιώντας, χωρίς δεύτερη σκέψη μάλλον, ακριβώς την ίδια φωτογραφία του εξωφύλλου των Ambergris, κάνοντας έτσι τον κόκορα διάσημο εδώ.

Στον αντίποδα και για να ισορροπήσουν τα πράγματα στα 1980 οι heavy rock – blues progressive εγγλέζικη μπάντα Atomic Rooster που είχαν και την χάρη αλλά και το όνομα, βγάζουν το ομώνυμο άλμπουμ “Atomic Rooster” με έναν αγριεμένο κόκορα-πολεμιστή στο εξώφυλλο έτοιμο για καυγά. Αυτό φαίνεται δεν πτόησε την αρχική σκέψη του art-designer των Pavement που προχώρησε τελικά στην αντιγραφή του κόκορα.

Στην Ελλάδα ένα χρόνο μετά τον δίσκο των Ambergris έρχεται η Ελληνική απάντηση από την παραγνωρισμένη λαϊκή φωνή της Καίτης Ντάλη με τον δίσκο «Ξημερώματα…» με την Καίτη Ντάλι (sic). Έναν καθαρά λαϊκό δίσκο με την ιδιαίτερα βαθιά και λίγο βραχνή φωνή της Ντάλη, αφού τραγουδούσε ως τα ξημερώματα.

Το εξώφυλλο του δίσκου αντί να έχει ως συνηθιζόταν φωτογραφία της λαϊκής τραγουδίστριας εικονίζεται με ένα περήφανο κόκορα, πανέξυπνα και όμορφα ζωγραφισμένο από τον ζωγράφο Μανώλη Μαριδάκη που κοιτά με χάρη τον θεατή με πολλαπλά νοήματα. Πρώτα ότι ξημερώνει και δεύτερον ο υπέρτιτλος «Ξημερώματα» δεν είναι μόνο τίτλος του δίσκου αλλά και ο τίτλος του μαγαζιού που τραγουδούσε η Ντάλη.

 

John Mayall - Bluesbreakers with Eric Clapton (Decca 1966)
-
VS-
Μανώλης Σαμιώτης - Αυτό είναι το ρεμπέτικο (
Sam & Phone 1976)

Blues ΣαμιώτηςΤο άλμπουμ του John Mayall – Bluesbreakers with Eric Clapton είναι ένα ιστορικά σημαντικό άλμπουμ της νεότερης rhythm & blues και blues μυθολογίας. Αποτελεί για όλους, μουσικούς και μη, σημείο αναφοράς στην μουσική αφομοίωση, εξοικείωση και επιμειξία του λευκού αστικού ήχου του Blues με την νέγρικη αντίληψη για το είδος.

Όπως εικονίζονται στο εξώφυλλο από αριστερά, οι John Mayall, Eric Clapton, John McVie και ο Hughie Flint δίνουν ένα δίσκο που αποτελείται κυρίως από blues-standards και δικά τους κομμάτια, ο οποίος ακούγεται σήμερα τόσο φρέσκος όσο και τότε και αυτό ήταν και το μεγάλο του ατού. Να εκτελείς με πάθος, να παίζεις με σεβασμό και να τραγουδάς με αβίαστο θαυμασμό ό,τι αγαπάς.

Ο Μανώλης Σαμιώτης από την άλλη μεριά τώρα είναι το παιδί της διπλανής πόρτας, ο λαϊκός μάγκας της αλάνας, ο ρεμπέτης της φτωχογειτονιάς. Τραγουδά μόνο ό,τι τον εκφράζει, απεχθάνεται την υποκρισία, παραμερίζει ότι τον στενοχωρεί και προσπαθεί να γλεντά τη ζωή κάθε μέρα πιο πολύ.

Ξεκινώντας με δίσκους όπως «Τράπουλα είναι η ζωή» και «Η διαθήκη του μάγκα» καταλήγει αβίαστα στο συμπέρασμα με τον δίσκο «Αυτό είναι το ρεμπέτικο» και με σφραγίδα όπως βλέπουμε. Τίμια πράγματα. Εξώφυλλο, λαϊκή γειτονιά, πεζοδρόμιο, ανεπιτήδευτο ύφος και καλή καρδιά, η τέλεια συνταγή.