Σκηνές ροκ από την ηχογράφηση του "Rumours"
Η ιστορία δημιουργίας ενός ιστορικού δίσκου για τον οποίο υπάρχουν ένα σωρό... φήμες (και μάλιστα οι περισσότερες είναι πιθανότατα αληθινές). Του Παναγιώτη Αναστασόπουλου
Τι κι αν οι Fleetwood Mac είχαν φτιάξει βαλίτσες για να "go their own ways"; Πριν από αυτό, υπήρχε ένα άλμπουμ που έπρεπε πάση θυσία να ηχογραφηθεί. Ακόμα κι αν οι θυσίες αφορούσαν απανωτά καβγαδάκια, αστείρευτα -κρυφά ή φανερά- δάκρυα χωρισμών, ατελείωτα μεταμεσονύκτια πάρτυ, κατάχρηση κοκαΐνης και (ευτυχώς) πρόσκαιρη αμφισβήτηση του αρχηγικού κύρους του "the Big Daddy" ή αλλιώς της αξιοτίμου ηγετικής φυσιογνωμίας του κυρίου Mick Fleetwood. "Oh Daddy", τι φάση κι αυτή...
Ο συνδυασμός αφενός του να διαθέσει η Warner Bros προϋπολογισμό ενός περίπου εκατομμυρίου δολλαρίων για την ηχογράφηση του άλμπουμ "Rumours", χωρίς μάλιστα δεσμευτικά χρονικά περιθώρια ολοκλήρωσής της, και αφετέρου η οιονεί βίωση του δόγματος sex, drugs and rock-and-roll εμπλουτισμένου με συναισθήματα και καταστάσεις ζήλιας, απιστίας και διαζυγίου που αφορούσαν τα μέλη της μπάντας, θεωρητικά δεν παρέπεμπαν στη δημιουργία ενός επιτυχημένου άλμπουμ. Κι όμως, κάποιες φορές οι πιθανότητες δε συμπορεύονται με τη λογική. Μια τέτοια περίπτωση εξετάζεται παρακάτω, μέσω της αναφοράς μερικών επιλεγμένων αληθινών διαστάσεων του... χάους που επικράτησε κατά την ηχογράφηση των τραγουδιών του κορυφαίου αυτού άλμπουμ.
Το παλαιότερο αφιέρωμά μας "Γραφείο Συνοικεσίων “To Ροκ” ή αλλιώς... couples in music" έκλεινε με την εξής φράση που αφορούσε τους Fleetwood Mac: "Συγκρότημα… κόλαση!" Αυτή ακριβώς είναι ταυτόχρονα η καλύτερη να χρησιμοποιηθεί ως άτυπος πρόλογος, για να μας εισάγει στο μαγικό επεισοδιακό κόσμο της ηχογράφησης του "Rumours". Κάπως έτσι, ξεκινά η ιστορική αναδρομική στον απόλυτο παραλογισμό του να ανθίζει κάτι αληθινά υπέροχο μέσα από πολλά και διάφορα αγκάθια. Με άλλα λόγια, "Η διχόνοια χτίζει άλμπουμ κι η ομόνοια τα γκρεμίζει", για να παραφράσουμε σκωπτικά τον θυμόσοφο λαό. Το άλμπουμ, που αρχικά είχε άτυπα βαφτιστεί ως "Yesterday's Gone", κυκλοφόρησε το Φεβρουάριο του 1977 με τον τίτλο "Rumours", ύστερα από πρόταση του John McVie, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναγραφόταν με την αγγλική ορθογραφία. Η μακρόχρονη ηχογράφησή του έλαβε χώρα σε διάφορα στούντιο του Los Angeles, αλλά ξεκίνησε στο ειδυλλιακό παραθαλάσσιο Sausalito, επίσης της California, όπου μετ' εμποδίων τέθηκαν οι βάσεις για το τελικό αποτέλεσμα.
Ένας κατά λάθος (συμ)παραγωγός
Ο συμπαραγωγός Richard Dashut σε προγενέστερο χρόνο της κυκλοφορίας του "Rumours" είχε δουλέψει με τους Stevie Nicks και Lindsey Buckingham ως βοηθός μηχανικού ήχου στο μοναδικό άλμπουμ του ντουέτου με τίτλο "Buckingham-Nicks" (1973). Αφού αυτοί είχαν ενταχθεί στους Fleetwood Mac, ο Lindsey κάλεσε τον Dashut να επιμεληθεί του ήχου της μπάντας κατά τις ζωντανές της εμφανίσεις. Η ηχογράφηση του "Rumours" (υποτίθεται ότι) ξεκίνησε στις 28 Ιανουαρίου του 1976 στα Record Plant recording studios με τον εργαζόμενο ως υπάλληλο σε αυτά μηχανικό ήχου, τον οποίο όμως η μπάντα απέλυσε πριν καν συμπληρώσει μια... astral week, επειδή ήταν παθιασμένος με την αστρολογία!
Κι ενώ ο Dashut βρισκόταν παρέμενε εκεί κάνοντας παρέα στον Buckingham, σε κάποια στιγμή ο Mick Fleetwood του ζήτησε να πάνε μια βόλτα στο πάρκινγκ και αφού έβαλε το χέρι πάνω από τον ώμο του, τού είπε: "Μάντεψε: Θα κάνεις την παραγωγή του άλμπουμ!" Το επίσης περίεργο ήταν ότι ο Dashut, κατά δήλωσή του τουλάχιστον, δεν ήθελε ποτέ να γίνει παραγωγός και γι' αυτό κάλεσε απεγνωσμένα σε βοήθεια τον εμπειρότερο φίλο του Ken Caillat, ο οποίος δούλευε στο Wally Heider's Studio του Los Angeles. Αμέσως μετά, ο Mick τους φώναξε κοντά του και, αφού τους έδωσε ένα Κινέζικο νόμισμα I-Ching, τους ευχήθηκε καλή τύχη!
Τα Record Plant recording studios
Το Record Plant ήταν ένα "μυθικό" μέρος. Ο Chris Morris (βοηθός μηχανικού ήχου), όχι μόνο εργαζόταν εκεί, αλλά είχε συνεισφορά και στο χτίσιμό του. Μάλιστα, συμμετέσχε ενεργά και στην οικοδόμηση του θρυλικού αποκαλούμενου "Sly Stone's Pit", δηλαδή του βυθισμένου στο δάπεδο control booth γύρω από το οποίο στέκονταν και έπαιζαν οι μουσικοί. Όταν μάλιστα ηχογραφούσε εκεί ο Sly, είχε φέρει τη δική του φιάλη με υποξείδιο του αζώτου (αέριο του γέλιου), η οποία βρισκόταν εκεί και κατά την ηχογράφηση του "Rumours". Οι Fleetwood Mac όμως δε χρησιμοποίησαν ιδιαίτερα το Pit, αφού, όπως έχει πει ο Mick, αυτό ήταν συνήθως κατειλημμένο από άγνωστους τύπους που χτυπούσαν ξυράφια πάνω σε καθρέφτες... Επειδή το Record Plant διέθετε τρία στούντιο, αρκετοί μουσικοί σύχναζαν εκεί, όπως οι Van Morrison, Rufus & Chaka Khan, Waren Zevon και Jackson Browne. Ο τελευταίος μάλιστα είχε και έναν επιπλέον λόγο να δίνει το παρών, επειδή προσπαθούσε να πείσει τον Lindsey και τη Stevie να κάνουν δεύτερα φωνητικά στο επερχόμενο (και καλύτερο) άλμπουμ του "Running on Empty".
Όμως, οι ομολογουμένως ασυνήθιστοι αυτοί χώροι του Record Plant, όχι μόνο δε φαίνονταν μυθικοί σε κάποιους, αλλά αντιθέτως έμοιαζαν μάλλον ακατάλληλοι. Συνήθως η δουλειά γινόταν στο Studio B, που ήταν ένα μέτριο δωμάτιο έξι επί εννέα τετραγωνικών μέτρων. Ο άτυπα επικεφαλής της παραγωγής Caillat χωρίς περιστροφές δήλωσε: "Δε μου άρεσε ο ήχος εκεί μέσα. Τα ηχεία ήταν ψόφια και μπουκωμένα. Περπατούσες προς την αίθουσα ελέγχου και ήταν τόση η ησυχία που πονούσαν τα αυτιά σου"! Ένας ακόμα παραπονούμενος ήταν ο Dashut, ο οποίος έλεγε πως τα χωρίς παράθυρα αυτά δωμάτια δημιουργούσαν μια αίσθηση αποπροσανατολισμού και σύγχυσης σχετικά με τον χρόνο που παρέμενες εκεί. Βέβαια, πιθανότατα δεν είχε συνυπολογίσει τις σχετικές παρενέργειες που προκαλούσε η χρήση τόσης πολλής κοκαΐνης, όπως θα δούμε παρακάτω. Κατά κανόνα τα μέλη της μπάντας δεν έπαιζαν ταυτόχρονα κατά τις ηχογραφήσεις, με αποτέλεσμα καθένα από τα τραγούδια να αποτελεί είτε προϊόν overdubbing, είτε κολάζ διαφορετικών ηχογραφημένων εκδοχών.
Αχ αυτό το μπομπινόφωνο...
Η χρήση 24κάναλου μπομπινόφωνου δυσχέραινε ακόμα περισσότερο τη συγκεκριμένη μακρόχρονη ηχογράφηση, επειδή έπρεπε να συμπιεστούν πολλά δοκιμαστικά τραγούδια προς εξοικονόμηση χώρου. Ο Caillat θυμήθηκε ότι σε μια περίπτωση στρίμωξαν εξήντα σε μία μπομπίνα! Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι μέσα σε δώδεκα περίπου μήνες πραγματοποιήθηκαν απανωτές επανηχογραφήσεις, επανεγγραφές και επαναδιασκευές, τότε γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι οι μπομπίνες παρουσίαζαν σημαντική φθορά και μάλιστα σε σημείο να ακούγεται η μουσική τους "χωρίς καμία ζωντάνια". Επειδή όμως όλα προχωρούσαν (απελπιστικά) αργά, προσελήφθη ένας ειδικός για να προσπαθήσει να αποκαταστήσει (προφανώς με το πάσο του) τον ήχο τους.
"The end of the affair"(s)
Όχι, δε γίνεται λόγος για το υπέροχο τραγούδι των Weekend, αλλά για μια εκρηκτική πραγματικότητα που... εύλογα χαρακτηρίστηκε ως "rock's greatest living soap opera"! Ο Herbie Worthington (φωτογράφος) δούλευε με τη μπάντα από το 1974, οπότε πήγε από την πρώτη μέρα στα στούντιο, για να απαθανατίσει με την κάμερά του στιγμές που θα κοσμούσαν το εσώφυλλο του δίσκου. Αυτός έμενε με τα αγόρια του γκρουπ σε ένα σπίτι που ανήκε στους ιδιοκτήτες του στούντιο και βρισκόταν σε απόσταση πέντε λεπτών από αυτό. Τα κορίτσια έμειναν εκεί μόνο για μία ημέρα, ενώ την επομένη μεταφέρθηκαν σε δύο πιο μακρινά διπλανά διαμερίσματα, επειδή οι σχέσεις τους με τους άντρες ήταν εδώ και καιρό υπό κατάρρευση, αν και τυπικά επικαλέστηκαν το γεγονός ότι εκείνοι ήταν συνεχώς μεθυσμένοι. Λίγες νύχτες αργότερα, αφού τα κορίτσια είχαν αποχωρήσει για τα διαμερίσματά τους, εμφανίστηκε μαστουρωμένος στο διάδρομο ο John McVie, ουρλιάζοντας το όνομα της Christine, η οποία κρυβόταν στο σπίτι της Stevie.
Τόσο οι Christine και John, όσο και οι Stevie και Lindsey, ήταν λίγα βήματα (μετά) πριν το χωρισμό, με αποτέλεσμα να υπάρχουν καθημερινά διαπροσωπικές εντάσεις, μερικές από τις οποίες έχουν εύγλωττα αποτυπωθεί στους "διαλογικούς" στίχους του άλμπουμ. Επίσης, είχαν μόλις πέσει οι τίτλοι τέλους στον περιπετειώδη πρώτο (αργότερα έγινε και δεύτερος) γάμο του Mick με τη Jenny Boyd. Ο Buckingham έλεγε για τη Nicks στο “Second Hand News” που άνοιγε το άλμπουμ: "Ένα πράγμα που νομίζω πως θα έπρεπε να γνωρίζεις / Δε θα μου λείψεις όταν φύγεις" κι εκείνη του απαντούσε μέσω του “Dreams”: "Άντε πάλι τα ίδια / Να λες πως θέλεις την ελευθερία σου". Μετά ο Buckingham ξανάρχιζε στο “Never Going Back Again”: "Με απορρίψανε μία φορά / Με απορρίψανε δύο φορές / Δε γυρίζω πάλι πίσω" κι εκείνη του ανταπέδιδε στο “Go Your Own Way”: "Το να σε αγαπώ δεν είναι σωστό για να το κάνω" και στο “I Don’t Want to Know”: "Δε θέλω να σταθώ ανάμεσα σε σένα και τον έρωτα, γλυκέ μου, / Το μόνο που θέλω είναι να νιώθεις όμορφα".
Από την άλλη πλευρά, η Christine το έχει δηλώσει χωρίς να καταλείπεται περιθώριο αμφιβολίας: "Είχαμε δύο εναλλακτικές λύσεις. Είτε να τραβούσαμε ο καθένας μας το δρόμο του, είτε να σφίγγαμε τα δόντια και να παίζαμε μαζί. Υπό φυσιολογικές συνθήκες, όταν τα ζευγάρια χωρίζουν δεν είναι υποχρεωμένα να βλέπονται πάλι. Εμείς όμως ήμασταν υποχρεωμένοι να ξεπεράσουμε τις διαφορές μας". Μόνο που αυτό δεν αποδείχτηκε ιδιαίτερα εύκολο. Κατά τα άλλα, κάποια στιγμή ο John McVie εκσφενδόνισε ένα ποτήρι με βότκα στο πρόσωπο του Lindsey, ενώ κάποια άλλη διακωμώδησε την ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα με το βαθυστόχαστο: "οι μοναδικοί στο συγκρότημα που δεν είχαν μεταξύ τους σχέση είμαστε εγώ και ο Buckingham". Το καλύτερο όμως το είπε ο χιουμορίστας της παρέας, Mick: "Τουλάχιστον, εγώ γλίτωσα τη συνύπαρξη και το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών, αφού δεν ήμουν υποχρεωμένος να δουλέψω με την πρώην σύζυγό μου"! Η συναισθηματική αναταραχή σε όλο της το τραγελαφικό μεγαλείο!
Who's your Daddy?
Η πατρική φιγούρα του αποκαλούμενου "the Big Daddy" Mick έπαιζε ταυτόχρονα το ρόλο της "μαμάς κότας" της μπάντας, έχοντας την ικανότητα να προβλέπει τα πάντα και φροντίζοντας να είναι όλοι όσο γίνεται χαρούμενοι, έτσι ώστε η μουσική συνύπαρξή τους να αποβαίνει δημιουργική. Δεν ήταν λίγες οι φορές που έβγαζε έξω από το στούντιο όλα τα ρολόγια, για να μην ασχολούνται τα μέλη της μπάντας με τον χρόνο που ήδη έχει περάσει. Αυτός και ο John, όντας οι παλαιότεροι στο συγκρότημα και λάτρεις των blues, είχαν κατά κανόνα τον κύριο λόγο στη διαμόρφωση του μουσικού ύφους των τραγουδιών της μπάντας. Η έλευση όμως των Nicks και Buckingham και ο συναφής προσανατολισμός τους στην pop δημιουργούσε προστριβές και αμφισβητήσεις ως προς την κατεύθυνση που έπρεπε να ακολουθήσει το "Rumours", κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να κληθεί ο Mick να επιλύσει το σημαντικό αυτό πρόβλημα και να γίνει για πρώτη ίσως φορά δυσάρεστος σε κάποιους. Πήρε βαθιά ανάσα λοιπόν και ψήφισε υπέρ των blues, στενοχωρώντας το ενωμένο για έτερο σκοπό υπό διάλυση ζευγάρι των Stevie και Lindsey, προσθέτοντας μία ακόμα πηγή ασυνεννοησίας μεταξύ των μελών του γκρουπ. Ευτυχώς όμως, στην πράξη όλα έγιναν αρκετά διαφορετικά.
Η ηγετική και καλοσυνάτη φυσιογνωμία του Mick δεν εξαντλούνταν μόνο σε θέματα μουσικού προσανατολισμού. Η Christine σε συνέντευξή της στο Rolling Stone δήλωσε ότι με κάποιο τρόπο πάντα ο Mick ήταν έτοιμος να τους συμπαρασταθεί και να τους στηρίξει, λέγοντάς τους: "Πρέπει να προχωρήσουμε, ας δείξουμε σοβαρότητα και θα βρεθούν λύσεις για όλα". Για πολλοστή φορά, η "μαμά κότα" έβρισκε τον τρόπο να σκεπάσει όλους κάτω από τα φτερά της. Χρειάζεται να πω ότι το "Oh Daddy" γράφτηκε για τον "the Big Daddy"; Για δείτε πάλι τους στίχους (αν βέβαια δεν τους ξέρετε απέξω)...
(Song)"Writer's block"
Όταν οι Fleetwood Mac μπήκαν για πρώτη φορά στο στούντιο δεν είχαν κάνει καμία απολύτως προετοιμασία. Ούτε καν είχαν ηχογραφήσει σε κάποια ντέμο κασέτα μερικές βασικές ιδέες, που θα εξελίσσονταν σε τραγούδια. Η Christine έχει δηλώσει: "Όταν μπήκαμε στο στούντιο, νόμιζα ότι είχα στεγνώσει τελείως. Με έπιανε πανικός, διότι κάθε φορά που καθόμουν για να παίξω πιάνο δεν έβγαινε τίποτα. Μετά από καιρό στο Sausalito, έτυχε να καθίσω και πάλι στο πιάνο και έγραψα με μιας τα τεσσεράμισι δικά μου τραγούδια που τελικά υπάρχουν στο δίσκο". Ο Mick θυμάται πως: "Κάποια στιγμή προσπαθούσαμε να βάλουμε τις βάσεις για κάποια τραγούδια, αν και ήμασταν απελπισμένα δυστυχισμένοι στις προσωπικές μας ζωές. Μιλούσαμε μεταξύ μας με κοφτές τυπικές φράσεις, ενώ καθόμασταν σε μικρά μη αεριζόμενα στούντιο, ακούγοντας ο ένας τα τραγούδια του άλλου, που αφορούσαν κομματιασμένες σχέσεις".
Ήταν ήδη σαφές ότι οι σχετικές με την ηχογράφηση εξελίξεις σημείωναν ελάχιστη πρόοδο. Ένα βράδυ ήρθε ο John στο control room κρατώντας ένα μπουκάλι κρασί, την ώρα που ο Herbie φωτογράφιζε τα κορίτσια. Στη συνέχεια πήρε ένα καλώδιο και αφού το προσάρμοσε στο λαιμό του μπουκαλιού, αναποδογύρισε το μπουκάλι και το έσφιξε με κολλητική ταινία στην κορυφή μιας επιδαπέδιας βάσης κιθάρας. Μετά ξάπλωσε στο πάτωμα και κόλλησε το άλλο άκρο του καλωδίου στο βραχίονά του, έτσι ώστε να δίνει την εντύπωση ότι κάνει ενδοφλέβια χορήγηση αλκοόλ. Βλέποντάς τον όλοι έσκασαν στα γέλια, αλλά αυτή ήταν μια συμβολική κίνηση για την κατάσταση που επικρατούσε μέσα στο στούντιο.
Κατά το περιθώριο του δημιουργικού αυτού αδιεξόδου, αυτοί που είχαν ένα σχετικό αποτέλεσμα ήταν οι ηχολήπτες, οι οποίοι προσπαθούσαν να βγάλουν διαφορετικούς ήχους με τα διαθέσιμα όργανα. Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση ήταν εκείνη που επιχειρούσαν επί δέκα ώρες να πετύχουν διαφορετικό ήχο με τη μπότα των ντραμς. Όταν απογοητεύτηκαν, μεταφέρθηκαν στο Studio B, όπου έφτιαξαν μια ειδική πλατφόρμα για τα ντραμς, πάνω στην οποία αυτά ακούγονταν όπως ακριβώς το επιθυμούσαν.
"That's What Friends are For"
Τελικά, χρειάστηκε να περάσουν δύο μήνες για να ειρηνεύσουν τα μέλη του συγκροτήματος. Οι διαμάχες και τα υπονοούμενα μειώθηκαν σημαντικά και δειλά - δειλά όλοι άρχιζαν να "ανοίγονται" εκφράζοντας γενικότερα τα συναισθήματά τους. Φυσικά, δεν ήταν πάλι φίλοι που συζητούν τα προσωπικά τους, αλλά αυτά διοχετεύονταν κυρίως μέσα από τους στίχους των τραγουδιών. Κάπως έτσι, το άλμπουμ εκείνη τη στιγμή γινόταν το σημαντικότερο πράγμα που είχε απομείνει στις ζωές τους. Κι αυτό φαίνεται κι από τη μεταγενέστερη δήλωση του Caillat: "Κατά πάσα πιθανότητα, ο δίσκος σημείωσε επιτυχία διότι ήταν προϊόν μιας απίθανης ομαδικής θεραπείας. Είναι τρομερό να σκέφτεται κάποιος ότι, αν δεν υπήρχε όλο αυτό το συναισθηματικό χάος στη μπάντα, το άλμπουμ δε θα ήταν καλύτερο από ό,τι τα προηγούμενα".
"I lose control / When you're next to me..." in our drug parties
Ένα βράδυ μια από τις φίλες του Lindsey έφερε στο στούντιο μπισκότα μαριχουάνας, τα οποία όλοι συνήθιζαν να αποκαλούν ως τα μπισκότα των χιλίων δολλαρίων. Όπως αποδείχτηκε, αυτά ήταν απίστευτα δυνατά, με αποτέλεσμα όλοι να παραμείνουν σχεδόν λιπόθυμοι για τις επόμενες δώδεκα ώρες! Κι αυτό ήταν απλά ένα από τα πολλά συναφή περιστατικά της απώλειας του ελέγχου της κατάστασης, που μόνο ευνοϊκές για την ηχογράφηση συνθήκες δε δημιουργούσε. Μόλις σκοτείνιαζε, τα sessions μεταβάλλονταν σε cocktail parties με πολυάριθμους καλεσμένους, όπου καταναλώνονταν ανεξέλεγκτα ναρκωτικά και αλκοόλ.
Η κατάσταση είχε ως εξής: Η παραδοσιακή βρετανική και διαποτισμένη στα blues πλευρά των Fleetwood Mac λάτρευε τα ποτά, ενώ η νέα δομημένη στην California με εκπροσώπους τους Lindsey και Stevie έμοιαζε περισσότερο με hippies που αγαπούσαν τη μαριχουάνα. Τα πράγματα όμως άλλαξαν, όταν μπήκε στην εξίσωση ο συνεκτικός κρίκος της κοκαΐνης. Η Nicks, πλέον γνωστή για τη μαχητική κατά των ναρκωτικών στάση της έναντι των συνεργατών της, έχει δηλώσει πως τότε όλοι τους ένιωθαν τόσο χάλια με όσα συνέβαιναν μεταξύ τους, που έκαναν μια γραμμή για να νιώσουν καλύτερα. Καθόλο το μακρύ χρονικό διάστημα που απαιτήθηκε για να ολοκληρωθούν οι ηχογραφήσεις, υπήρχε κάτω από την κεντρική κονσόλα μια μαύρη βελούδινη τσάντα γεμάτη από κοκαΐνη, την οποία συχνά τα μέλη του γκρουπ επισκέπτονταν. Μια μέρα ο Caillat αντικατέστησε κρυφά το περιεχόμενό της με ταλκ και την αναποδογύρισε μπροστά στα έκπληκτα βλέμματα των υπολοίπων, αδειάζοντας το περιεχόμενο στο δάπεδο. Η εν εξελίξει εις βάρος του απόπειρα ανθρωποκτονίας από τους McVie και Fleetwood έμεινε τελικά απρόσφορη, επειδή ο Dashut παρενέβη έγκαιρα αποκαλύπτοντας την αλήθεια.
Μια άλλη φορά και λόγω της επικρατούσας έντασης μεταξύ των μελών, ο Mick επέλεξε να κοιμηθεί κάτω από την κονσόλα ήχου, επειδή έκρινε πως αυτό ήταν το μόνο ασφαλές μέρος για να το κάνει. Πλέον, η κατάσταση ήταν τέτοια, που δεν τραγουδούσαν ο ένας στον άλλο, αλλά ούρλιαζαν και η γενικότερη συμπεριφορά τους ήταν ακραία λόγω της χρήσης ουσιών. Με την πάροδο του χρόνου γίνονταν εντονότερες οι αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούσαν οι ποσότητες κοκαΐνης που καταναλώνονταν από τους εμπλεκόμενους στην ηχογράφηση, με αποτέλεσμα, ενώ όλοι νόμιζαν πως έδιναν τον καλύτερό τους εαυτό, όταν την επόμενη μέρα επέστρεφαν στο στούντιο και άκουγαν αυτά που είχαν γράψει, τα έβρισκαν απαράδεκτα και τα πετούσαν για να αρχίσουν και πάλι από μηδενική βάση.
"Dreams"
Ο τρόπος που γράφτηκε το "Dreams" ήταν κάπως περίεργος. Όταν η Stevie το έπαιξε για πρώτη φορά στο πιάνο για την Christine, υπήρχαν μόνο τρεις συγχορδίες και μόνο μία νότα για το αριστερό χέρι, κάτι που η Christine έβρισκε απίστευτα βαρετό. Άλλαξε όμως άμεσα γνώμη, όταν τις πλησίασε ο "ιδιοφυής" Lindsey και το μεταμόρφωσε, δημιουργώντας τρεις εκδοχές της ίδιας συγχορδίας που ενώ ακούγονταν διαφορετικές μεταξύ τους, "έδιναν την εντύπωση ότι συνδέονταν με μια κλωστή".
"Never Going Back Again"
Το πιο δύσκολο να ηχογραφηθεί τραγούδι αποδείχτηκε το "Never Going Back Again", το οποίο μετά από μακροχρόνια προσπάθεια πήρε την τελική του μορφή στο στούντιο Sound City του Los Angeles. Ήταν το αγαπημένο τραγούδι του Lindsey, που κατά κάποιον τρόπο το αντιμετώπιζε ως πρόκληση, ηχογραφώντας άπειρες φορές τα δύο κιθαριστικά του μέρη. Όταν όμως οι μηχανικοί ήχου επιχείρησαν να προσθέσουν τα φωνητικά του, διαπίστωσαν ότι δε συμβάδιζαν απόλυτα με την κιθάρα, οπότε αναγκάστηκαν να δουλέψουν πάλι πάνω σε αυτά για να τα επιβραδύνουν.
"Don't Stop"
Αυτό το τραγούδι που έγραψε η Christine, συχνά την έκανε να αισθάνεται πιο άβολα από οποιαδήποτε άλλη στιγμή που μοιράστηκε στο στούντιο με τα άλλα μέλη του γκρουπ. Η ίδια έχει περιγράψει με ευαισθησία πόσο άσχημα ένιωθε κατά τη διάρκεια του mixing, έχοντας ένα κόμπο στο λαιμό όταν άκουγε τους δικούς της και απόλυτα προσωπικούς στίχους. Επίσης, κατά την ηχογράφησή του ο Chris Morris αναγκάστηκε να καθίσει ανάμεσα στον Mick και την Christine για να υποκαταστήσει με σουρεαλιστικό τρόπο τη μεταξύ τους επικοινωνία μέσα στο μικρό αυτό στούντιο, επειδή λόγω της θέσης του πιάνου ήταν αδύνατο να έχουν μεταξύ τους οπτική επαφή! Μάλιστα, η όλη αυτή "διαμεσολάβηση" είχε διάρκεια έξι ωρών!
"Go Your Own Way"
Ο ρυθμός για το τραγούδι αυτό προέρχεται από μια ιδιότυπη κατασκευή του Lindsey η οποία, με μια απαραίτητη δόση επιστημονικής φαντασίας, μπορούσε κάποιος να πει ότι προσομοίαζε σε tom-tom drum kit κρουστά. Ο Lindsey, ο οποίος είχε ηχογραφήσει ένα ντέμο χτυπώντας κουτιά από Kleenex, το άκουσε μαζί με τον Mick, εξηγώντας του τι ακριβώς ήθελε να γίνει με αυτήν, αλλά ήταν αδύνατο να γίνει απολύτως κατανοητός, γι' αυτό ο Mick έκανε τις τροποποιήσεις που θεωρούσε σκόπιμες και έπαιξε τη δική του εκδοχή. Ενώ λοιπόν θα περίμενε κάποιος να εκφραστεί παράπονο από τον Lindsey για αυτήν την πρωτοβουλία, κάτι τέτοιο δε συνέβη από αυτόν, αλλά από τη Stevie προς τον Lindsey και είχε να κάνει με τον αναφερόμενο στον πρόσφατο χωρισμό τους στίχο "packin' up, shackin' up", που η Stevie εξαρχής θεώρησε ανέντιμο και υπερβολικό, μη θέλοντας να τον τραγουδήσει. Ο Buckingham όμως ήταν ανένδοτος, δηλώνοντας αργότερα: "Θα μπορούσε να είναι μια μάλλον αληθινή και αιχμηρή παρατήρηση, αλλά αυτός είναι ο τρόπος που γράφονται τα τραγούδια".
"The Chain"
Το "The Chain" ξεκίνησε από ένα τζαμάρισμα, από το οποίο κρατήθηκε μόνο το τελευταίο μέρος και γράφτηκε εκ νέου η αρχή. Ήταν η μοναδική σύνθεση του δίσκου που έφερε την υπογραφή όλων των μελών του συγκροτήματος.
"Gold Dust Woman"
Επειδή αυτό το τραγούδι ήταν η "απάντηση" της Stevie στις στιχουργικές αιχμές του Lindsey, εκείνη φρόντιζε πάντα να το τραγουδά με πάθος, προσπαθώντας να το ερμηνεύσει με τον κατά το δυνατόν τελειότερο τρόπο. Γι' αυτό περνούσε αρκετά βράδια στο στούντιο, ηχογραφώντας διάφορες εκδοχές του.
Αντί επιλόγου
Ηχογραφώντας το "Rumours" κάτω από αυτές τις συνθήκες που έχουν έρθει στο φως μέσα από αφιερώματα και συνεντεύξεις των εμπλεκομένων, είναι πραγματικά απόλυτα φυσιολογικό να απορεί κάποιος με την κορυφαία ποιότητα της μουσικής του, ιδιαίτερα αν λάβει υπόψη το ότι αυτή κλήθηκε να ντύσει δυσανάλογα επίπεδες στιχουργικές αντεγκλήσεις αισθηματικού υποβάθρου. Κι αυτή η λεπτή κόκκινη γραμμή που τελικά δεν υπερέβη κανείς τους, οδήγησε στο να μη σπάσει η αλυσίδα ("never break the chain") και να έχουμε στα χέρια μας έναν δίσκο που ακόμα -και μάλλον για πάντα θα- χαιρόμαστε πολύ να ξανακούμε.




