Gainsbourg 2008
(Cite de la musique, Παρίσι)
Από την πρώτη στιγμή που θα βρεθείς στην έκθεση Gainsbourg 2008 αντιλαμβάνεσαι ότι δεν πρόκειται για ένα συνηθισμένο θέαμα. Σαστίζεις αρχικά μπροστά στην πληθώρα των ήχων, των βίντεο, των φωτό και των κειμένων. Μα η ελαφρά ζαλάδα που σου προξενεί τούτο το περίεργο στήσιμο μεταξύ έκθεσης και installation, καθώς και η υποβλητική ατμόσφαιρα που δημιουργεί το ημίφως σύντομα συνεισφέρουν σε μιαν απολαυστική εμπειρία. Άλλωστε μια παρόμοια προσέγγιση, στηριγμένη στη χρήση τόσο διαφορετικών μέσων, ίσως υπαγορεύτηκε από τη φύση του έργου του γάλλου συνθέτη ο οποίος συχνά μεταχειρίστηκε τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο και τις εικαστικές τέχνες είτε ως πηγές έμπνευσης είτε ως μορφές έκφρασης.
Ωστόσο παρά τη φαινομενικά άναρχη διάρθρωση, η έκθεση ακολουθεί μιαν εξέλιξη με βάση τις χρονολογίες, χωρίζοντας τη διαδρομή του (δίχως να ξεχωρίζει ζωή και δημιουργία) σε τέσσερις φάσεις. Έτσι, ενώ περιεργαζόμαστε ένα πλούσιο σε υλικό και πληροφορίες αρχείο, περνούμε από τη μελαγχολική εποχή των καμπαρέ της αριστερής όχθης -"μπλε περίοδο" τη χαρακτήρισε ο ίδιος, αναφερόμενος στον Πικάσσο και τα μπλουζ- στον καιρό της καθιέρωσης (Ecce Homo) και των απρόσμενων πειραματισμών με τη ρέγγε, το φανκ και την ντίσκο. Ενδιάμεσες στάσεις, η χρυσή δεκαετία των Idoles ('60s) κατά την οποία ο Γκαινσμπούργκ μεσουρανεί στο ποπ στερέωμα, και εκείνη της Decadanse (1969-'79) που προσφέρει τα σπουδαία κόνσεπτ άλμπουμ, με κορυφαίο το Histoire de Melody Nelson.

Ευκαιρία λοιπόν να γνωρίσουμε άλλες πλευρές του δημιουργού του "Je t'aime... moi non plus", ανακαλύπτοντας λεπτομέρειες άγνωστες μολονότι σημαντικές: τη νεανική του πρόθεση να αφιερωθεί στη ζωγραφική, για παράδειγμα, και τη στενή σχέση που αναπτύσσει με τον Μπορίς Βιάν ο οποίος τον εμπνέει και τον ενθαρρύνει στα πρώτα χρόνια της καριέρας του. Ή τη σχεδόν απίστευτη μαρτυρία της Μπαρμπαρά περί του συνεσταλμένου χαρακτήρα του (σκεφτείτε, πρόκειται για έναν άνθρωπο που σχετίστηκε καλλιτεχνικά ή/και ερωτικά με τις ομορφότερες γυναίκες στη Γαλλία) και το γεγονός ότι γνωρίζει την Τζέιν Μπίρκιν στα γυρίσματα του Slogan από σύμπτωση, αφού ο ρόλος της προοριζόταν για τη Μαρίζα Μπέρενσον. Κι ακόμη, τη διαρκή συνομιλία του με τον Σοπέν η οποία γεννά τραγούδια σαν το "La valse de l'au revoir" και το "Jane B" αλλά και την εμμονή του με το πορτρέτο του Αγίου Σεβαστιανού του Μαντένια που μελετούσε για χρόνια προκειμένου να οξύνει την κρίση του, όπως γράφει το 1980 στο Evguenie Sokolov.
Ταυτόχρονα, εκθέματα σαν το γλυπτό L'homme a tete de chou και διάφορα intime παραλειπόμενα, σκαριφήματα τραγουδιών, σημειώσεις πάνω σε ξένους στίχους και παρτιτούρες που ο Γκαινσμπούργκ έμελλε να ιδιοποιηθεί και να εκτρέψει, παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον καθώς μας ξεναγούν στο ατελιέ του καλλιτέχνη.
Δεν είναι όμως αυτά τα μόνα τεκμήρια από τα παρασκήνια της σύνθεσης. Η διαδικασία έχει επίσης καταγραφεί στο φιλμάκι Essai sur la naissance d'une chanson του Υβ Λεφέμπβρ, όπου παρακολουθούμε την εξέλιξη του "Initials BB" από ένα απλό θέμα στο πιάνο σε ένα μεγαλοπρεπώς ενορχηστρωμένο κομμάτι. Εδώ αξίζει να σταθούμε κάμποσο, αφενός γιατί σπανίζουν οι ευκαιρίες να πετύχουμε το συνθέτη εν ώρα εργασίας (συνεργασίας εν προκειμένω, με τον Άρθουρ Γκρήνσλεηντ στα στούντιο Τσάπελ του Λονδίνου), αφετέρου διότι λίγα μόλις εκατοστά πιο δίπλα προβάλλεται "λουπαρισμένη" η τελευταία σκηνή της ταινίας του Λουί Μαλ Vie privee, η αέναη πτώση δηλαδή της Μπριζίτ Μπαρντό μέσα σε χρώματα ψυχεδελικά.
Υπάρχουν άλλα τέσσερα τουλάχιστον ζευγάρια μικρών φιλμ που σε μαγνητίζουν και σε ακινητοποιούν για αρκετή ώρα. Το πρώτο αφορά τη συνάντηση με τη Melody Nelson (Τζέιν Μπίρκιν) και την ιστορία της, την οποία ο Ζαν-Κριστόφ Αβερτύ επέλεξε να αφηγηθεί με εικόνες από Νταλί, Ερνστ και Μαγκρίτ μεταξύ άλλων. To δεύτερο, τη Marie Mathematique, μιαν ελαφρώς υπερρεαλιστική σειρά κινουμένων σχεδίων του '65, που ο Γκαινσμπούργκ επένδυσε μουσικά. Το τρίτο συνδυάζει ασπρόμαυρα καρέ από τις ταινίες Ο Ταχυδρόμος Χτυπάει Πάντα Δυο Φορές και Κινγκ Κονγκ με μία παρουσίαση του πρώτου δίσκου του Αλαίν Μπασούνγκ. Και το τέταρτο μας μιλά ξανά για την BB, η οποία ερμηνεύει το "Contact" στο Special Bardot, ενώ στο διπλανό παραθυράκι τρέχει το βίντεο του "Qui est In Qui est Out".
Ο αγαπητός μας Σέργιος πάντως συγκαταλέγεται στην πρώτη κατηγορία, παρότι το πιο πάνω ερώτημα με τη χαρακτηριστική ειρωνεία του το κατέστησε ρητορικό. Οι Blonde Redhead, ο Μικ Χάρβεϋ, ο Beck και ο Τζον Ζορν είναι κάποιοι από τους σημερινούς μουσικούς που συνηγορούν υπέρ αυτού και με τραγούδια ή ολόκληρα άλμπουμ αποτίουν φόρο τιμής σε τούτο τον maitre των στυλιστικών παντρεμάτων, των λεκτικών παιχνιδιών, των αταίριαστων συνεργασιών και των προκλήσεων. Μα και στο πρωτότυπο υλικό τους η επιρροή του γάλλου καλλιτέχνη είναι παρούσα, ακόμη κι αν δεν ανιχνεύεται με την πρώτη ακρόαση. Ναι, δεκαοχτώ χρόνια έπειτα από το θάνατό του, ο Σερζ Γκαινσμπούργκ παραμένει επίκαιρος, τελείως και εξακολουθητικά.
Gainsbourg 2008, μέχρι την 1η Μαρτίου '09.
Φωτό: Γιώργος Ζιμιλιάγκος



