Γιατρέ έχω μια νοσταλγία...

Με την επιστημονική φαντασία και τη μελλοντολογία δεν τα πάω ιδιαίτερα καλά. Να είναι που πιστεύω ότι η πραγματικότητα είναι ήδη υπερβολικά πολύτροπη ώστε να χρειαζόμαστε επιπλέον ιστορίες, να είναι η ...απογοήτευση που φάγαμε όταν μικροί προσδοκούσαμε το έτος 2000 να ταξιδεύουμε σε πόλεις με ιπτάμενα ταξί και να είναι 2018 και να παλεύουμε ακόμη με τις κάρτες των λεωφορείων. Ποιος ξέρει... Οπότε για το ακόμη αφάνταστο έτος 2060 οι μόνες "βέβαιες" προβλέψεις που μπορώ να κάνω είναι ότι κάποιοι Παπανδρέου και Καραμανλήδες-Μητσοτάκηδες θα ερίζουν και τότε για την εξουσία και ότι οι άνθρωποι του καιρού εκείνου θα αναπολούν την εποχή μας με νοσταλγικό μάτι. Θα κοιτάνε φωτογραφίες της "παλιάς καλής" Αθήνας του 2018 με τους ανυποψίαστα αθώους κατοίκους της, θα συγκινούνται ακόμη και με τις παλιές νοσταλγικές μελωδίες. Τις δικές μας, τις σημερινές. Μεταξύ μας, δεν είναι λίγο παράξενη και άβολη η σκέψη αυτή;

Αγία νοσταλγία πέλαγο ανοιχτό
πόσα σκαριά έχεις πάρει για πάντα στο βυθό

Νοσταλγία... Η οποία δεν είναι καν ελληνική λέξη, όσο κι αν τα τουβλάκια της (ο νόστος και το άλγος) είναι. Ήταν ένας Ελβετός γιατρός κάπου στα τέλη του 17ου αιώνα εκείνος που την έπλασε, ως ψυχικό νόσημα, για να περιγράψει το αίσθημα που έπληττε τους Ελβετούς μισθοφόρους στρατιώτες όταν άκουγαν μελωδίες της πατρίδας τους (ο-ντι-λέιιιιι ειιιιιιι) "Εξ ου και απαγορεύτηκε επί ποινή θανάτου" γράφει ο Ρουσώ στο "Λεξικό της μουσικής" του "να παιανίζεται στις τάξεις τους, γιατί όσοι τον άκουγαν αναλύονταν σε δάκρυα, λιποτακτούσαν ή πέθαιναν, τόσο πολύ ξυπνούσε μέσα τους τον φλογερό πόθο να ξαναδούν την πατρίδα τους".

Αγία νοσταλγία τις αγάπες μου καλώ
μέσα από καθρέφτη παραμορφωτικό

Στην πραγματικότητα μεγάλη καριέρα άρχισε να κάνει με την έλευση της Βιομηχανικής Επανάστασης, εκεί δε που εξαπλώθηκε πλέον σαν ...λοιμώδης νόσος είναι στα χρόνια της νεωτερικότητας, της Τεχνολογικής Επανάστασης. Του σήμερα δηλαδή. Κι αν μείνουμε σε μουσικό πλαίσιο, σε κανέναν μας δεν είναι ξένοι οι προβληματισμοί για το παρελθόν που διαρκώς επανέρχεται, σαν φάντασμα, σαν στοιχειό (εξού και hauntology που λένε οι λόγιοι και που μέχρι και είδος έγινε), μπορεί και σαν πόνος μέλους φάντασμα, σαν "ρετρομανία" (άλλη μία ιατρική συμπαραδήλωση!). Μαζί σε σεγόντο, οικτιρμοί και οιμωγές για τα όλα που έχουν ειπωθεί, για τα όλα που κάτι θυμίζουν, για τα χρόνια που "ακούγαμε μουσική", για τις χρυσές μετριότητες του παρόντος, για την εποχή μας που όπως έγραφε εδώ και πάνω από αιώνα ο Φλωμπέρ "η εποχή (η δικιά μας). τη βρίζεις. Διαμαρτύρεσαι που δεν είναι ποιητική».

Αγία νοσταλγία ανίκητο θεριό
έχεις κλείσει την καρδιά μου σε λαβύρινθο

Κάποτε λοιπόν, ο χρόνος έμοιαζε να ακολουθεί κύκλους, τέσσερις εποχές, άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, καλοκαίρι, και ο τροχός να γυρίζει, τα χρόνια να περνούν, οι άνθρωποι είχαν ασφαλώς μνήμη και θύμησες (τι ωραία λέξη παρεμπιπτόντως) όχι όμως και "άλγος". Τα παιδιά ζούσαν μια ζωή η οποία δεν διέφερε πολύ από εκείνη των γονιών τους, έννοιες όπως χάσμα των γενεών ήταν ανύπαρκτες. Τα δε τραγούδια ανήκαν κατά έναν τρόπο στην κοινότητα, κατά βάση ταυτισμένα με δράσεις της κοινότητας, ήταν τραγούδια τη τάβλας, του γάμου, της δουλειάς, της μάχης, του νανουρίσματος. Σε αυτό το πλαίσιο δεν υπήρχε καν η αισθητική αντίληψη του "μ' αρέσει-δεν μ' αρέσει".

Μέχρι που κάποια στιγμή, διαφορετική ανά τόπο και συνθήκη, το ποτάμι του χρόνου μετατράπηκε σε ορμητικό χείμαρρο. Θα μπορούσε να πούμε ότι ο χρόνος άλλαξε σχήμα, μπήκε σε γραμμική πορεία αλλάζοντας μαζί και ταχύτητα. Έκτοτε βρίσκεται σε διαρκή επιτάχυνση. Εξέλιξη, ανάπτυξη, αλλαγή... Μόνο την επιτάχυνση σε μεγάλα, δύσκολα την αντέχει ο ανθρώπινος οργανισμός, όσο και φιλοσοφικά προοδευτικός να είναι. Κάπου θα αναζητήσει ένα κράτημα, ένα πιάσιμο, ας είναι αυτό κι ένας δίσκος βινυλίου 120 gr, ένα τραγούδι "σαν και τότε", τότε που λέγαμε "πάρε το μηδέν". Γιατί στο μεταξύ άρχισαν να διανοίγονται και χάσματα ανάμεσα στις γενεές, σε ολοένα και εγγύτερες ηλικίες μάλιστα, ακόμη-ακόμη και εντός του ίδιου ηλικιακού εύρους. Η δε κοινότητα διασπάστηκε σε μυριάδες μικροκοινότητες και ιδιωτικούς χώρους. Και κάπως έτσι (κατά το παλιό σκίτσο του παλιού Αρκά) αφήσαμε τους εγωισμούς και κοιτάξαμε τους εαυτούς μας, αλλά κάπου εκεί είναι που μείναμε και μόνοι με τη μοναξιά (μπείτε σε ένα fb, θα την ακούσετε να φωνάζει ή τσακώνεται αντικειμενικά με την υποκειμενικότητα των Άλλων). Η νοσταλγία όχι ως νόσος αλλά ως σύμπτωμα; Η νοσταλγική παραμυθία ως θεραπεία;

Αγία νοσταλγία της μνήμης αδερφή
είσαι αγκάθι βάλσαμο τραγούδι και στριγκλιά μαζί

Τι έχει συμβεί λοιπόν; Έχουμε πρόβλημα (γιατρέ); Έχουν δίκιο οι σύγχρονοι ...μουσικοϊατροί (sic), wannabe διάδοχοι εκείνου του Ελβετού Γιοχάνες Χόφερ, οι οποίοι τα αντιμετωπίζουν τη νοσταλγία ως παθογένεια, στρέβλωση, αγκύλωση κλπ; Ή μήπως άλλα είναι τα σημαντικά ερωτήματα που θα έπρεπε να τεθούν κάποια στιγμή; Που να υπερβαίνουν την (ψευδο)ανάγκη για το νέο, το δήθεν διαφορετικό, για την εξέλιξη, την ανάπτυξη, την καινοτομία, όλο αυτό το οικονομικίστικο πνεύμα το στρεβλά μεταμοσχευμένο από τα Οικονομικά (όπου και εκεί ήδη έχει τεθεί σε βαριά νοηματική αμφισβήτηση τα τελευταία χρόνια).. Κάποιος μπορεί να έλεγε ότι η σκέψη αυτή ακούγεται έως και "επαναστατική". Και όμως... Κατά έναν ειρωνικό θα έλεγε κανείς τρόπο, η νοσταλγία και η επανάσταση αμφότερες μια επιστροφή δηλώνουν. Γιατί η επανάσταση (με το πρόθημα επανα-, re- στα ξένα) μαζί με τη ρήξη σημαίνει και μια επανάληψη. Γιατί "και αν η νοσταλγία ενέχει πάντα ένα στοιχείο αυτο-εξαπάτησης, δημιουργεί επίσης ένα ομοίωμα επιστροφής το οποίο το ίδιο γίνεται δύναμη για τον επαναστατικό αναπροσανατολισμό του παρόντος" ο Άκης Γαβριηλίδης στο "Εμείς οι έποικοι" από ένα άρθρο των Hatay και Bryant με τίτλο παρακαλώ The Jasmine Scent of Nicosia"!

Αγία Νοσταλγία, μεγάλη η χάρη σου λοιπόν...

...και όχι, η τελευταία φράση δεν είναι από το θαυμάσιο ομότιτλο άσμα του Θανάση Παπακωνσταντίνου το οποίο πρόσφερε τις στιχουργικές παραθέσεις στο κείμενο αυτό. Έχει πάντως το ενδιαφέρον της η παρατήρηση ότι στο ελληνικό τραγούδι ο ...επιπολασμός της λέξης "νοσταλγία" είναι μάλλον χαμηλός, απαντάται βασικά σε τραγούδια των τελευταίων δεκαετιών, ειδικά στον χώρο του έντεχνου λογιοτατικού εντυπωσιασμού. Στο δε λαϊκό τραγούδι ακόμη σπανιότατα, ακόμη και ο Τσιτσάνης έγραψε την "Νοσταλγία" για την Γαλάνη στα τελευταία του. Παράλληλα δεν λείπουν και οι σκωπτικές και ανάλαφρες αναφορές, είτε από το Δημοσιοϋπαλληλικό Ρετιρέ και τους Lost Bodies είτε από τον Γιάννη Γιοκαρίνη στον πολυακουσμένο "Νοσταλγό του rock'n'roll".

(To κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο δεύτερο τεύχος του περιοδικού ΣΑΣΤέΗΝ-Σημειώσεις περί συνθετών της ημεδαπής, τον Δεκέμβριο του 2017)