Γιώτης Δαμιανίδης

Συμπρωταγωνιστής στο ημέρωμα του θορύβου

Με αφετηρία την τζαζ και προορισμό αυτοσχεδιαστικά ανοιχτό. Του Αναστάσιου Μπαμπατζιά

Τρεις εξαιρετικοί καινούργιοι δίσκοι στους οποίους συμμετέχει ο πολύ καλός κιθαρίστας Γιώτης Δαμιανίδης δεν μπορεί παρά να αποτελούν υλικό για ειδικό θέμα και όχι απλώς για μια δισκοκριτική. Διότι ο Γιώτης Δαμιανίδης δεν είναι απλά ένας κιθαρίστας αλλά ένας ξεχωριστός avant αυτοσχεδιαστής. Οι δυνατές πράξεις αυτοσχεδιασμού δεν αντιμετωπίζονται γενικά με τον πρέπον σεβασμό και τη σοβαρότητα που τους αξίζει, στα ελληνικά μουσικά ενημερωτικά μέσα. Βασικά δεν αντιμετωπίζονται καθόλου, δεν σχολιάζονται καν, πάρα μόνο όταν ο σχολιαστής απευθύνεται ειδικά στο πολύ σχετικό με αυτά τα πράγματα κοινό, ένα κοινό πάρα πολύ μικρό. Τα λέω και τα ξαναλέω. Δεν είναι απλώς avant garde (που δεν είναι) ή ιδιότυπες και ιδιότροπες παρεκκλίσεις αυτά τα πράγματα. Είναι μουσικές με μελέτη σε βάθος, ύφους, ήθους και χρόνου από πολλούς ανθρώπους και πολλές γενιές. Και δεν είναι και δεν προέρχονται μόνο από την τζαζ κι ας είναι σε πολλές περιπτώσεις η τζαζ ο βασικός πυρήνας. Ο αυτοσχεδιασμός είναι καταχωνιασμένος στο μεδούλι κάθε μεγάλης μουσικής της ανθρωπότητας. Και ο σύγχρονος άνθρωπος, έχει εκπαιδευτεί να μην ενδιαφέρεται για τη μεγάλη μουσική και γενικότερα για οτιδήποτε σημαντικό.

Ο Δαμιανίδης, αναγνωρίζοντας τα παραπάνω (το ξέρω γιατί το ακούω σε αυτά που παίζει) έχει πάντως τη τζαζ ως εκκίνηση και κέντρο. Είναι τζαζ η μουσική που παίζει. Αλλά μιλάμε για την πιο ακραία μορφή της από μια άποψη. Αυτήν που ξεκινά από τις φλεγόμενες εξορμήσεις των μεγάλων παιχτών των 60s, όπως του Albert Ayler ή του Ornette Coleman και καταλήγει λίγο μετά στον Peter Brötzmann και τον Masayuki Takayanagi. Δηλαδή αυτή την τζαζ που καβάλησε και δάμασε τον πιο άμεσο και αδυσώπητο εξπρεσιονισμό με ασύλληπτη ορμή, δυναμική, ενέργεια και πάθος. Και θέλοντας και μη, προσέγγισε ή έμοιασε και στο ροκ (που είναι η κατεξοχήν εξπρεσιονιστική μουσική). Είδε τον θόρυβο σαν πολύτιμο υλικό και τον συνέθεσε σε μουσική. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κινείται ο Γιώτης Δαμιανίδης.

Στην πολύ καλή πειραματική ετικέτα Noise Below του πολυπράγμονος (και συναδέλφου εδώ στο MiC) Νικόλα Μαλεβίτση βγήκε αυτόν τον καιρό ένας εκπληκτικός δίσκος ακριβώς με τα παραπάνω χαρακτηριστικά, μια λάιβ ηχογράφηση υλικού μιας μπάντας που έκανε μια περιοδεία στα Βαλκάνια τον Μάρτιο του 2024 και βέβαια συμμετέχει σε αυτήν και ο Δαμιανίδης. Εκτός από την ηλεκτρική κιθάρα του, ακούμε το τενόρο σαξόφωνο του John Dikeman, το κοντραμπάσο του Πέτρου Δαμιανίδη και τα τύμπανα του Aleksandar Scoric. Ο δίσκος λέγεται “Live in the Balkans”.

Τυχερός πραγματικά όποιος βρέθηκε σε κάποιο από αυτά τα λάιβ πέρσι, γιατί από αυτά που ακούω στο cd ζηλεύω που δεν ήμουν και εγώ εκεί. Δεν είναι απλώς άλλο ένα free jazz σχήμα από τα πολλά που κυκλοφορούν στις σκηνές του κόσμου (που έτσι κι αλλιώς πολλά από αυτά είναι πολύ καλά). Η μουσική τους έχει μια περίεργη αίσθηση παλαιότερης free jazz πατίνας σα να είμαστε στα 70s και στα 80s, αλλά και είναι τόσο καλή όσο και τα καλύτερα παραδείγματα από τότε. Επικρατεί σε όλο τον δίσκο μια κατάσταση πληρότητας και ικανοποίησης που δεν εκπέμπεται απλώς από τους μουσικούς αλλά αγγίζει και επηρεάζει άμεσα και τους ακροατές. Εκεί που πολλοί άλλοι παιδεύονται να στήσουν ένα ρυθμικό περιβάλλον από το μηδέν, που κουράζονται να βρουν τη δύναμη να αλληλεπιδράσουν, να συνομιλήσουν και ο καθένας με τον καθένα και όλοι μαζί να ανακαλύψουν ήχους πρωτότυπους και να τους συνθέσουν (αυτή η προσπάθεια και η κούραση συνήθως φαίνεται στο παίξιμο και δεν είναι για καλό), αυτό το σχήμα εδώ τα κάνει εύκολα όλα αυτά (ή τουλάχιστον δεν μας αφήνει να καταλάβουμε το αντίθετο). Υπάρχει δηλαδή η άνεση της ουσιαστικής εμπειρίας όχι μόνο του στυλ αλλά του μουσικού γεγονότος. Άνεση, δύναμη και ενέργεια που είναι και φυσική και κατ’ επιλογήν ταυτόχρονα (η δύναμη και η ενέργεια). Καμιά κούραση. Η ορμή και η δυναμική, ακόμα και η ακρότητα είναι αισθητική επιλογή.

Ειδικά εδώ εύκολα θυμόμαστε τον Masayuki Takayanagi που ανέφερα πιο πάνω. Τα πέντε μουσικά κομμάτια που ακούμε δεν ξεφεύγουν πουθενά από το κλίμα του σπουδαίου Ιάπωνα κιθαρίστα, που παρόλο που ήταν ορόσημο για την σύγχρονη ιαπωνική μουσική δεν είναι ακόμα ευρύτερα γνωστός.. Ένα ας πούμε hard rock κλίμα μέσα στη jazz, όμως εντελώς αφαιρετικό και οξύ κυρίως λόγο της θεαματικής συμβολής της ηλεκτρικής κιθάρας και όχι μιας συνειδητής πρόθεσης να είναι rock. Είτε γίνεται συνειδητά είτε όχι αυτή η σύνδεση με τον Ιάπωνα (εγώ πάντως ποντάρω στο ότι τον έχουν τον Takayanagi στο μυαλό τους) δεν παύει ταυτόχρονα να είναι και μια ολοκληρωμένη μουσική πρόταση για τη σύγχρονη τζαζ από αυτές που αξίζει να ακούσει οποιοσδήποτε. Και να μην τον πιάσει τρόμος ή να μην απορρίψει με τη μία λόγο του «δύσκολου» τερέν στο οποίο θα βρεθεί αν πατήσει το play. Ας επιδιώξει να αποκτήσει λίγη περιέργεια παραπάνω για τον ήχο. Δεν θα χάσει. Πάνω στη σκηνή γίνεται χαμός. Ας γίνει και στο μυαλό μας για λίγο.

Ο δεύτερος δίσκος από την δαμιανίδεια τριάδα με την οποία ασχολούμαστε είναι ένα ντουέτο με τον Ιάπωνα σαξοφωνίστα Akira Sakata ο οποίος βέβαια είναι ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους εδώ και πολλές δεκαετίες της γιαπωνέζικης free jazz. Και αυτό που ακούμε στο “Adyton” είναι μια πιο… συμμαζεμένη free jazz αφού είναι χωρίς rhythm section, μόνο με ηλεκτρική κιθάρα και σαξόφωνο. Μη νομίζετε πάντως ότι το αποτέλεσμα είναι κάτι πιο βατό ή πιο εύκολο στο αυτί ή πιο ήρεμο. Παρόλο που ο Δαμιανίδης δεν την …ξεσκίζει την κιθάρα (δεν παίζει με μια οξύτητα παρόμοια με του Keiji Haino ας πούμε), αυτό που ακούμε παραμένει οξύ (ακόμα και έξαλλο μερικές φορές) κυρίως χάρη στο ακούραστο, γρήγορο και νευρικό σαξόφωνο του Sakata. Ο Δαμιανίδης θα λέγαμε ότι θυμίζει και τις πιο εσωτερικές διαθέσεις ας πούμε ενός Fred Frith εδώ (πάλι το ροκ κάνει δηλαδή την εμφάνισή του-έστω και το πιο έντεχνο). Παίζει αυτοσχεδιαστικά μεν, με ρυθμούς όμως που μοιάζουν να σιγοντάρουν ή και να διευκολύνουν τη διάβαση του σαξοφώνου προς τα αυτιά του ακροατή. Το αποτέλεσμα πάντως είναι αφαιρετικό. Δεν υπάρχουν φανερά διανοητικά, εννοιολογικά πατήματα, ούτε «θέμα». Κυριαρχεί η δυνατότητα του ήχου να πλάθεται, να υπάρχει, να σημαίνει κάτι από μόνος του ως αυτό που είναι, να είναι ζωντανός. Παιχνίδι. Κυνηγητό του σαξοφώνου με την κιθάρα, στροβιλισμοί, πισωγυρίσματα, ερωτήσεις και απαντήσεις σε κοινό χρόνο και τόπο. Πραγματικά εντυπωσιακή για την άδολη και απροσποίητη ομορφιά της, μπορούμε να πούμε και αμακιγιάριστη μουσική παίζουν αυτοί οι δύο παίχτες.

Το σίγουρο είναι ότι ο Γιώτης Δαμιανίδης γουστάρει πολύ τους Ιάπωνες και την σύγχρονη μουσική τους. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι ο τρίτος δίσκος που ακούμε εδώ που λέγεται «Thousand Leaves» και κυκλοφόρησε από την φοβερή Trost παρακαλώ, είναι και αυτός, όπως και ο προηγούμενος, ντουέτο με τον Ιάπωνα Masahiko Satoh αυτή τη φορά, πιανίστας ο οποίος είναι επίσης ένας από τους μεγάλους εκπροσώπους της ειδικής (γιατί ξεχωρίζει από άλλες σκηνές) τζαζ της Ιαπωνίας. Ο Masahiko Satoh, πάρα πολλά χρόνια και αυτός επί το έργον, κάνει το πιάνο να μιλάει. Είναι στοίχημα το να είναι κανείς καλός πιανίστας, πόσο μάλλον σπουδαίος ή τεράστιος. Κατά τη γνώμη μου είναι πολύ δύσκολο να δώσεις ζωή στο πιάνο. Ο ήχος του πιάνου δεν έχει εξάρσεις, έτσι ξερά και επιφανειακά θα μπορούσε κανείς να τον πει και… γλυκερό. Αν κάποιος παίζει αδιάφορα (κι ας είναι σωστό το παίξιμό του) είναι κάπως σαν να τρως δέκα πάστες. Θα λιγωθείς. Όλα τα όργανα βεβαίως είναι δύσκολο να τα κατακτήσει κανείς. Τα λέω αυτά γιατί θεωρώ ότι το πιάνο είναι δυσκολότερο. Έχει έναν ευχάριστο ήχο που όμως αν δεν τον πλάσεις, αν δεν τον ενεργοποιήσεις και αν δεν τον οργανώσεις με μεγάλη θέρμη ως εκεί που δεν πάει, απλά δεν θα γίνει τίποτα. Στο βιολί ας πούμε είναι πιο απλά τα πράγματα. Ή θα κάνεις κάτι με αυτόν τον θρασύ ήχο του ή όχι. Δεν μπορείς να κοροϊδέψεις κανέναν με το βιολί. Με το πιάνο μπορεί και να νομίζεις ότι κάτι έκανες και να μην καταλαβαίνεις γιατί οι ακροατές βαριούνται. Τελοσπάντων για να μην μακρηγορούμε ο Masahiko Satoh ξέρει τι σημαίνει πιάνο. Όπως και ο Δαμιανίδης ξέρει τι σημαίνει κιθάρα και εδώ και οι δυο τους προσπαθούν και καταφέρνουν να μην φλυαρούν, να κάνουν μόνο όσα είναι απολύτως απαραίτητα για να προκύψει ποιητική και πνευματικότητα που δεν εκβιάζεται.

Το ύφος είναι πολύ μακριά από τον θόρυβο αυτή τη φορά. Ας πούμε ότι είναι η πιο λόγια προσέγγιση από τους τρεις δίσκους που εξετάζουμε. Το «λίγο», το απλό, οι ελάχιστες πράξεις που ελέγχονται με μια αρχαία ιαπωνική πειθαρχία είναι βασικά χαρακτηριστικά. O μινιμαλισμός αυτός είναι ουσιαστικός και πολύ μακριά από τις μόδες του τύπου «α…ας κάνω έναν μίνιμαλ δίσκο». Παίζουν λίγα γιατί αντιλαμβάνονται ότι τα καίρια λίγα φαίνονται σαν πολλά και είναι τελικά. Αλλά υπάρχει η μελωδία. Μελωδία όμως όχι επιφανειακή ούτε απαραίτητα εύκολα προσβάσιμη. Έχει και αυτή τη λιτότητά της, απλώνεται στα κομμάτια σαν το φως ενός φάρου που δείχνει το δρόμο μέσα στη σκοτεινιά του χάους. Οι αφαιρετικοί καλλιτέχνες όπως οι κύριοι εδώ, επιδιώκουν συνειδητά ή ασυνείδητα να κρυφοκοιτάξουν το χάος και φεύγοντας να πάρουν μαζί τους κάτι από την αιωνιότητα του. Τελικά δεν μπορεί εύκολα να κολλήσει κανείς μια ετικέτα σε αυτόν τον δίσκο γιατί σε μια μουσική απόπειρα που είναι πλήρης το να ψάξεις να βρεις ένα συγκεκριμένο κοινό που ακούει το ένα ή το άλλο είδος δεν έχει νόημα. Όταν η μουσική αφορά αυτούς που ενδιαφέρονται ουσιαστικά για τη μουσική, πολλές φορές αυτή η μουσική δεν μοιάζει με τίποτα ή και μοιάζει με όλα.

Δεν μπορεί να μην ενθουσιαστεί κανείς όταν η δημιουργικότητα αναβλύζει ανοικονόμητα (το μόνο πράγμα που πρέπει να είναι ανοικονόμητο), ειδικά στις μέρες μας που όλο και περισσότερο θεωρείται περιττή, όλο και περισσότερο πολεμιέται. Η δημιουργικότητα της ποίησης, η δημιουργικότητα της τέχνης που…δεν χρησιμεύει σε τίποτα κατά τη γνώμη πολλών. Η ποίηση δεν δημιουργεί νέα όπλα, πιο αποτελεσματικά, ούτε εφευρίσκει τρόπους να εκμεταλλεύεσαι καλύτερα τους άλλους. Οπότε είναι άχρηστη. Κι όμως. Οι καλλιτέχνες επιμένουν. Δημιουργούν «άχρηστα» πράγματα μεγάλης αξίας για να τα χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος την κατάλληλη στιγμή χωρίς να το καταλάβει καν. Τέτοιος καλλιτέχνης είναι και ο Γιώτης Δαμιανίδης και οι φίλοι του.