Η Borussia του Dortmund

Ένα οδοιπορικό αναζήτησης στο Τώρα και στο Κάποτε

Όπου μουσική, ποδόσφαιρο, ιστορία και πολιτική διαπλέκονται με την οπαδική αγάπη. Του Αντώνη Ξαγά

Echte LiebeMés que un club. Μπορεί το μότο αυτό να είναι ταυτισμένο με την Μπαρτσελόνα αλλά και με ένα σωρό εξωποδοσφαιρικές και αντιφατικές (από «επαναστατικές» μέχρι εθνικιστικές) συμπαραδηλώσεις που έχουν κάνει την ομάδα της Βαρκελώνης ένα από τα κορυφαία αθλητικά brands παγκοσμίως, ωστόσο το μήνυμα του, «κάτι περισσότερο από ένας σύλλογος» έχει ουσιαστική εφαρμογή σε ένα τεράστιο επίπεδο και εύρος, πέραν του αθλητικού, γενικά σε κάθε τομέα όπου οι άνθρωποι συγκροτούν συλλογικότητες, θρησκείες, έθνη, μουσικές κοινότητες, κοκ και αναζητούν μια φαντασιακή συγκολλητική ιδέα η οποία να τους ξεπερνά, να τους νοηματοδοτεί, να τους κάνει να αισθάνονται ότι οι ζωές τους είναι κάτι πέραν δύο ψυχρών ημερομηνιών σε αγκύλες, ότι δεν είναι απλά παράλληλες γραμμές που τέμνονται μόνο στο άπειρο του θανάτου (τα εξηγεί όλα τούτα ο Χαράρι στα διαβόητα πια βιβλία του). Έτσι, κάθε σύλλογος από τον πλέον πολυτροπαιούχο μέχρι τον χαμένο στον πυθμένα των τοπικών πρωταθλημάτων έχει τον δικό του μύθο, που μπορεί να ενώσει γενιές διαφορετικές κι ανθρώπους ετερόκλητους υπό μία σκέπη του «συν-ανήκειν» σε έναν φορέα αναμνήσεων και συμβολισμών, μια επιφάνεια ιδεαλιστικών προβολών, με ιστορία πάντα υπερήφανη, με ήρωες και προδότες, μεγάλες στιγμές, νίκες αλλά και ήττες και ταπεινώσεις (με τις τελευταίες μάλιστα να έχουν ενίοτε μεγαλύτερη ενωτική και συγκινησιακή δύναμη). Ο καθένας μας έχει και τον δικό του. Ο δικός μου προσωπικός μύθος (ένας από τους πολλούς δηλαδή) βρίσκεται κάπου στον Βορρά, έχει το δικό του μότο «Echte Liebe», γνήσια, αγνή αγάπη, και το κειμενάκι που ακολουθεί είναι ένα οδοιπορικό στα χνάρια του και στις ρίζες του. Μια απόπειρα αναλυτικής προσέγγισης, έχοντας όμως συνάμα κατά νου την παρατήρηση του Κλάουντιο Μάγκρις ότι «κάθε ταυτότητα είναι ένα σύνολο που δεν έχει νόημα αν το αποσυναρμολογήσεις»… Έχει νόημα όμως να ψάξεις την καρδιά της. Ή τις καρδιές, ποτέ δεν είναι μία μοναδική…

Το ταξίδι ουσιαστικά ξεκινά στον σιδηροδρομικό σταθμό του Ντίσελντορφ, πολύβουο μοντέρνο και παλαιικό συγχρόνως, με το ρολόι να δεσπόζει και να επικαθορίζει τον ρυθμό της ζωής, που κι αυτός αν έχει δει μεταναστευτικά δράματα παλιά και νεότερα, κι ας μην κάνει ομοιοκαταληξία με το άχου όπως αυτός του Μονάχου για να τραγουδηθεί. Ο καθένας είπαμε όμως ψάχνει τους δικούς του μύθους, έτσι κι εμείς στηνόμαστε για φωτογραφία στην Gleis 17 όπου κάποτε πόζαραν και οι Kraftwerk σαν δανδήδες του βωβού κινηματογράφου για μια iconic φωτογραφία, λίγο πριν περάσαμε μια βόλτα από την Mintropstrasse νούμερο 16, στην γειτονιά έξω από τον σταθμό, εκεί όπου ανάμεσα σε καζίνο, κεμπαμπτζίδικα και μικρομπακάλικα ήταν κάποτε το στούντιο στο οποίο γράφτηκαν ιστορικές σελίδες της ηλεκτρονικής μουσικής. Το τραίνο μας πάντως για το Dortmund δεν είναι το πάλαι ποτέ ‘Trans-Europe Express’ το οποίο απαθανάτισε στον περίφημο ομώνυμο δίσκο τους ‘θρυλική τετράς’, ένα απλό καθημερινό Regional είναι και φεύγει από την αποβάθρα 10, ώρα 11:22.

Μούχρωμα στο ΝτόρτμουντΕίναι μια τυπική γερμανική μέρα της εποχής, με ελαφρά βροχή κι έναν πολύ δειλό ήλιο να ξεμυτά κατά διαστήματα, στα τζάμια κυνηγιούνται οι σταγόνες κι εγώ με κολλημένο το πρόσωπο και ορθάνοιχτα τα μάτια χάνομαι σε αναμνήσεις παιδικής ηλικίας, τούτα τα μέρη είναι ένα είδος πατρίδας, το τραίνο τις προσπερνάει με 200 km/h με έναν ήσυχο συριγμό χωρίς πια τις κλασικές ρυθμικές μεταλλικές κλαγγές, απέξω περνάνε σαν σε ταινία αστικά τοπία, κεραμιδί σκεπές μεσοαστικής βολής, γκρίζα μεγάλα εργατικά μπλοκ, στα προάστια συγυρισμένες αυλές, μικροκηπάκια, Schrebergarten τα λένε εδώ, όπου οι κάτοικοι των μεγάλων πόλεων ψευτοζούν το αγροτικό τους ιδανικό, μετά ατελείωτες αποθήκες και βιοτεχνίες, κάποια στιγμή το τραίνο βγαίνει στα πράσινα ανοιχτά, στον ορίζοντα καπνίζουν τα βιομηχανικά φουγάρα των Kraftwerk, των εργοστασίων παραγωγής ρεύματος, τολύπες δύσοσμων νεφών σαν σπονδές σε έναν καπιταλιστικό θεό, οι μορφές τους σαν να συμπλέκονται σε μια απόκοσμη Φάτα Μοργκάνα. Πάντα όμως μια πόλη είναι κοντά κι ένας ακόμη σταθμός, γκρίζος και μάλλον αφρόντιστος γεμάτος γκράφιτι, εδώ δεν ισχύει το κλισέ «ούτε ένα χαρτάκι δεν βλέπεις κάτω». Και μετά άλλη μία πόλη, σκυθρωπή και αδιάφορη, η ίδια αλληλουχία, σε ένα περιοδικό διαβάζω για έναν τοπικό δήμαρχο ο οποίος «αισθάνεται όπως η Ελλάδα τον καιρό της κρίσης του Ευρώ», σχεδόν την αναπνέεις την ανία των σκυθρωπών απαρηγόρητων απογευμάτων, όπου το ποδόσφαιρο μοιάζει ένα καταφύγιο. Ή η μουσική. Η εκφωνήτρια αναγγέλλει «επόμενος σταθμός Hagen», εδώ υπήρξε μια πολύ δραστήρια new wave-punk σκηνή στα 80s (οι «ζήτω το σχολείο καίγεται» Extrabreit, οι Nena με τα 99 μπαλόνια τους, οι DIN A4, οι X-Quadrat κ.ά, υπάρχει και μια περίφημη συλλογή «Alles aus Hagen), διαβάζω στο βιβλίο του Juergen Teipel «Σπατάλησε τα νιάτα σου» («Verschwende deine Jugend») έναν μουσικό που εξομολογείται «στην πόλη που μεγάλωσα είτε θα γινόσουν αλκοολικός είτε θα την έκανες. (…). Το τραγούδι μας ήταν το Ruhrpott σε ήχο. Μπετόν, πάρκινγκ, σουπερμάρκετ, πυρηνικά εργοστάσια, πυλώνες υψηλής τάσης». Αυτή είναι η κοιλάδα του ποταμού Ρουρ, Ruhrpott όπως την αποκαλούνε οι ντόπιοι, ‘καζάνι’, πραγματικό καζάνι κάποτε, το βιομηχανικό κέντρο της Γερμανίας αλλά και της Ευρώπης ακόμη, από την εποχή της πίστης στην μόνιμη ανάπτυξη, «οι φωτιές εδώ δεν σβήνουν ποτέ» κόμπαζε τότε ο μεγαλοβιομήχανος Krupp. «Σε μερικές περιοχές», έγραφε ένας από τους πρώτους πιλότους που πέταξε πάνω από το Ρουρ το 1913, «εξαπλώνεται ένα τόσο πυκνό στρώμα καπνού και ομίχλης, που ήταν αδύνατο να προσανατολιστούμε και υποχρεωνόμασταν να κάνουμε προσγειώσεις έκτακτης ανάγκης». Σήμερα ο πυρετός του κάρβουνου έχει πέσει, το ενεργειακό Παράδειγμα άλλαξε, τον ορίζοντα χαράζουν και οι νέες γιγάντιες ανεμογεννήτριες της ‘πράσινης’ ανάπτυξης. Μια ολόκληρη περιοχή σε διαδικασία επανεφεύρεσης μιας νέας ταυτότητας. 5 εκατομμύρια κάτοικοι, ένα σχεδόν ενιαίο μητροπολιτικό κέντρο, έτσι την θέλει και το μοντέρνο πολιτικό και πολιτιστικό marketing (το 2010 υπήρξε μάλιστα πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης).

Στον σταθμό του Ντόρτμουντ«Nächste Station Dortmund Hauptbahnhof» αναγγέλλει η μεταλλική φωνή από τα ηχεία, το Ντόρτμουντ ακούγεται περισσότερο σαν Ντόατμουντ, εδώ οι άνθρωποι τρώνε το ρο, μιλάνε με dat και wat κι ανεβάζουν ελαφρά τον τόνο όταν τελειώνουν τις προτάσεις, καμία σχέση με τα σωστά τα «υψηλά» Hochdeutsch. O σταθμός είναι κι αυτός πολύβουος, στριμωγμένος, με μια δόση παραπάνω ακαταστασίας και βρωμιάς από το πιο posh και ψηλομύτικο Ντίσελντορφ, ο αέρας μυρίζει μια μείξη κεμπάπ, πρέτζελ και κρύου αέρα.

Τούτη η πόλη ποτέ δεν υπήρξε σημαντική στην Ιστορία, από τότε που πρωτοεμφανίστηκε στα κιτάπια της με το όνομα Throtmanni. Στα ρωμαϊκά χρόνια ήταν έξω από το limes, το όριο που καθόριζε την αρχή της βαρβαρότητας, μετά μπορείς να διαβείς σελίδες επί σελίδων μεσαιωνικής ιστορίας και να μην απαντήσεις ούτε μία φορά το όνομα Dοrtmund, εδώ δεν διαδραματίστηκαν κοσμοϊστορικά γεγονότα, μάχες ή συνθήκες, στα χρόνια που ο χάρτης της Γερμανίας ήταν σαν πίνακας του Πόλλοκ (ή σαν «χυμένο μούσλι» όπως γράφει κάπου ο Simon Winder) η πόλη ήταν μεν ελεύθερη (Freistaat) με κάμποσα εμπορικά προνόμια, τίποτε όμως παραπάνω.

Walk of FameΜετά, στα χρόνια του μεταναπολεόντειου τουρλουμπουκίου (sic) η μοίρα την έριξε στα δίχτυα του μακρινού Βρανδεμβούργου και της Πρωσίας. Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η χιτλερική λαίλαπα την ισοπέδωσε κατά 50%, η ταχύτατη μεταπολεμική ανοικοδόμηση δεν έδωσε σημασία στην αισθητική και στην σχολαστική αναπαλαίωση που έγινε αλλού, εδώ δεν υπήρχε χρόνος για τέτοιες πολυτέλειες, το εργατικό δυναμικό έπρεπε να στεγαστεί επειγόντως, σε βιαστικά χτισμένα Mietskasernen, στρατόπεδα ενοικίου από μπετόν. Και η σημερινή πόλη δεν είναι από αυτές που οι τουριστικοί οδηγοί τις βάζουν το επίθετο «όμορφη», δεν έχει σημαντικά αξιοθέατα, το κέντρο της είναι αδιάφορο, ίδιο με δεκάδες άλλες κεντροευρωπαϊκές πόλεις με τα ίδια generic καταστήματα, μια πόλη των 500.000 κατοίκων με νοοτροπία περισσότερο κωμόπολης και αυτή σε διαδικασία αναπροσδιορισμού, υπό «κανονικές συνθήκες» μόνο ένας τουρίστας που έχει χάσει τον δρόμο του θα έφτανε εδώ. Στον ορίζοντα δεσπόζει ο «U-Turm» με το μεγάλο «U» στην κορφή, εμβληματικό κτίριο, παλιά μπυραρία, νυν πολιτιστικό κέντρο.

Δεν είναι όμως ο πολιτισμός εδώ η προτεραιότητα (ακόμη και στην μουσική, μεταξύ ολίγων, μπορούμε μόνο να αναφέρουμε τους krautrock Epitaph και τον ιδιότυπο τραγουδοποιό Phillip Boa με και χωρίς τους Voodooclub). Είναι η θεά μπάλα εκείνη που έδωσε στην πόλη ταυτότητα, ένα δικαίωμα να υψώσει ανάστημα λίγο παραπάνω απ’ ότι της αναλογεί το μέγεθος και η σημασία της, να γίνει η καρδιά του γερμανικού ποδοσφαίρου και η αίγλη και η έλξη της να ξεπεράσει κατά πολύ τα σύνορα της χώρας. Ήδη με το που βγεις από τον σταθμό στην πρωινή παγωνιά, το μάτι αντικρίζει το επιβλητικό μουσείο της Γερμανικής Ποδοσφαιρικής Ομοσπονδίας (αξίζει μια διασκεδαστική διαδραστική επίσκεψη). Παραδίπλα το βλέμμα θα πέσει στο κεμπαμπτζίδικο «BVB», αν χαμηλώσει θα παρατηρήσει τα αλά-Χόλιγουντ αστέρια στο πεζοδρόμιο με τα ονόματα παλιών θρύλων. Στα μαγαζιά οι υπάλληλοι φοράνε κιτρινόμαυρα, είναι μέρα αγώνα, στο μετρό οι ανακοινώσεις προειδοποιούν ότι σήμερα τα τραίνα θα είναι γεμάτα, στον δρόμο κόσμος πολύς με κιτρινόμαυρες φανέλες και μωρά σε καροτσάκια ντυμένα μικρά μπορουσίνια…

BVB KebabΑρχή σοφίας ονομάτων επίσκεψις, είχε γράψει ο αρχαίος φιλόσοφος ο Αντισθένης, η ψυχή μας είναι το όνομα μας είχε πει κι ο οργανικός ποιητής του νεοελληνικού μεγαλοϊδεατισμού (έχοντας ήδη… αλλάξει νωρίτερα το δικό του όνομα), οπότε ας πιάσουμε κι εμείς ένα νήμα αρχής από το όνομα, να δούμε που θα μας οδηγήσει. BVB, ήτοι Ballspiel-Verein Borussia, Σύλλογος Παιχνιδιών Μπάλας δηλαδή η Borussia, που όπως λένε τα κιτάπια είναι το όνομα της Πρωσίας στα λατινικά (παραπομπή και στην εποχή που η χρήση των λατινικών έδινε de facto επιπλέον κύρος). Δεν είναι η μοναδική ομάδα στην ευρύτερη περιοχή με τέτοιο βαρύ σαν ιστορία όνομα, πέρα από την εξίσου γνωστή του Μένχενγκλάντμπαχ, μπορούμε να βρούμε και άλλες όπως την ξεχασμένη, αλλά κάποτε κραταιά από το Neuenkirchen), ή την Μπορούσια του Ντίσελντορφ, σπουδαία ομάδα με τσάμπιονς λιγκ τίτλους στο… πινγκ-πονγκ. Βέβαια η επίσημη τοπική μυθολογία ισχυρίζεται ότι η παραπομπή δεν είναι στην Πρωσία αλλά στην ομώνυμη τοπική μπύρα και το αντίστοιχο ζυθοποιείο. Και πράγματι, σε τούτα εδώ τα μέρη, στην λεγόμενη «ζώνη της μπύρας», η μπύρα είναι κάτι παραπάνω από ένα ποτό (το οποίο αν βρεθείς στην περίφημη Süd την ώρα του γκολ μπορεί και το… λουστείς), και υπάρχει μάλιστα ένας σκληρός ζυθικός τοπικισμός, ωστόσο η θεώρηση αυτή αγνοεί την δύναμη και την φόρτιση του ονόματος και των συμπαραδηλώσεων του. Εν προκειμένω, από τότε που υπογράφηκε επίσημα η διάλυση του Πρωσικού Κράτους στις 25 Φεβρουαρίου του 1947 και ξεκίνησε η deprussianisation (όπως το έθεσαν τότε οι Γάλλοι), ακόμη και η λέξη «Πρωσία» εξοβελίστηκε από το προσκήνιο, έγινε σχεδόν ταμπού καθώς θεωρήθηκε ότι αποτελεί τον φορέα του γερμανικού ιού που είναι ο κύριος υπεύθυνος για τον αιματηρό Τριακονταετή Ευρωπαϊκό Πόλεμο του 20ου αιώνα, στα λεξικά το επίθετο «πρωσικός» έχει ταυτιστεί με χαρακτηρισμούς όπως αυστηρός, αντιδραστικός, αυταρχικός, στρατοκρατικός. Το όνομα επιβιώνει στην δημόσια σφαίρα και στις γωνιές της συλλογικής μνήμης (ειδικά της προσφυγικής), σε λαθρόβια έντυπα, στην… Χημεία ως το διαβόητο «πρωσικό οξύ», ενώ στον αθλητισμό, χωρίς λατινικό χιτώνα το συναντάμε στην Preussen ομάδα του Münster (πόλη στην οποία υπογράφηκε η λήξη του παλαιότερου ευρωπαϊκού Τριακονταετούς), η οποία μπορεί να βολοδέρνει κάπου μεταξύ Γ’ Εθνικής και τοπικών, φέρει ωστόσο το όνομα με έμβλημα φυσικά τον μαύρο αετό (μεταξύ μας, τι έχει τραβήξει και αυτό το έρμο το πτηνό ε;). Τώρα το πόσο δίκαιη ή άδικη είναι αυτή η συμπύκνωση μιας ιστορίας αιώνων, η οποία ξεκινάει με παγανιστικές ρίζες στην ανατολική γη των Προύτσι, στο ναζιστικό καθεστώς του (…Αυστριακού) Αδόλφου, είναι μια μεγάλη κουβέντα και επαφίεται στους ιστορικούς η απόπειρα μιας νηφάλιας προσέγγισης (για όσους ενδιαφέρονται, εξαιρετικά επί του θέματος είναι τα βιβλία του Άγγλου ιστορικού Christopher Clark).

Ο περιηγητής όμως που θέλει να αναζητήσει σε τωρινό χρόνο και χώρο τον ιδρυτικό μύθο της ομάδας, θα πρέπει να ακολουθήσει την τοπική προτροπή… «παμ’ πλατεία». Την πλατεία στην οποία καταλήγουν οι (όλο και πιο σπάνιοι) οπαδικοί πανηγυρισμοί για κατακτήσεις τροπαίων και μεγάλων νικών. Εδώ ήταν το ταβερνείο όπου στις 19 Δεκέμβρη του 1909 (ημερομηνία που όσοι έχουν το κινητό application της ομάδας, τους την υπενθυμίζει κάθε βράδυ στις 19:09 ένα σκούντημα) μια ομάδα νέων της τοπικής καθολικής ένωσης η «Αγία Τριάδα» αποφάσισε να ιδρύσει έναν αθλητικό σύλλογο, βάζοντας σε κίνηση μια ιστορία αφάνταστη και για τον πλέον οργιάζουσας φαντασίας και πιστό στα θεία νου. Το μεσημέρι που φτάνουμε εμείς η Borsigplatz είναι στην καθημερινή της μορφή, ένας άχαρος πολυσύχναστος κυκλικός κόμβος, το «Zum Wildschutz» δεν υπάρχει πια, αλλά στην θέση του είναι ένα τηγανοπατατάδικο, η ιστορία έχει μείνει σε μορφή αναμνηστικής πλακέτας, μια ακόμη τέτοια, λίγο παραπάνω στο πάρκο υπενθυμίζει την ύπαρξη του πρώτου γηπέδου της ομάδας, ονόματι Weisse Wiese («Λευκό Λιβάδι»).

U-Bahn Ημέρα ΜατςΗ βόλτα μας συνεχίζεται στις γειτονιές, κέντρο-απόκεντρο της πόλης, όπου το μεταναστευτικό άρωμα αναδίδεται από παντού, είτε είναι αυτό του σκόρδου και της μπολονέζ (του πιο δημοφιλούς πιάτου στην χώρα κατά τις έρευνες), είτε του κεμπάπ, του μπακλαβά και του ναργιλέ από τα αναρίθμητα Σίσαμπαρ, ανάμεσα σε κομμωτήρια με αφίσες γυαλιστερών κουρεμάτων, μικρά μαγαζάκια κάθε είδους, «πιθανότητες ευτυχίας» μεταναστευτικής ελπίδας αλλά και νεότερα χιψτεράδικα, προπομπούς του επερχόμενου κι εδώ αστικού εξευγενισμού. Πολύς νέος κόσμος, πολλοί φοιτητές κάθε εθνικότητας σε σπουδές βιοτεχνολογίας και πράσινων πηγών ενέργειας, νεανικό σφρίγος κι ενέργεια, αισθάνεσαι πραγματικά μια πόλη σε διαδικασία επανεφεύρεσης. Ακόμη κι εκεί όπου οι δείκτες ανεργίας εξακολουθούν να είναι υψηλοί, όπου μια απογοήτευση και μια μίζερη ανία είναι σχεδόν χειροπιαστά αισθητές. Συνεχίζοντας την περιήγηση μας φτάνουμε στη διαβόητη γειτονιά του Dorstfeld, με ένα κάποιο δέος, έχοντας στον νου έναν επικοινωνιακό καταιγισμό πριν από λίγα χρόνια, όταν η τούτη η περιοχή είχε ρετσινωθεί (sic) ως «Nazi-Kiez», φωλιά ναζί, εθνικιστών και νοσταλγών των Ράιχ, με την ρατσιστική εγκληματικότητα να χτυπάει ανησυχητικές εξάρσεις. Ο δήμος (στον οποίο ας μην ξεχνάμε ότι έχει πατήσει αρβύλα εκλογικά και το NPD) σαν αντίδραση, μαζί με την κοινότητα αλλά και την εκκλησία, ξόδεψε πολλά σε διάφορες δράσεις, κατασταλτικές και μη, ένας τοίχος στην Emscherstrasse έγινε συμβολικό πεδίο της αντιπαράθεσης με ένα διαρκές βάψε-σβήσε ναζιστικών συνθημάτων, σήμερα υπό διακριτική επίβλεψη γράφει με πολλά χαρούμενα χρώματα ‘Our colors are beautiful’. Σήμερα η ακροδεξιά ορατότητα έχει παρουσιάσει ύφεση, τα εκλογικά ποσοστά έχουν υποχωρήσει, αρκούν άραγε τα στοιχεία αυτά για να υποστηριχτεί μια οριστική εξάλειψη του «αυγού του φιδιού»; Η έξαρση του νέου προσφυγικού και μεταναστευτικού τα τελευταία χρόνια έδειξε ότι ο ρατσισμός και ο φασισμός μπορεί να λάβει και πιο «διαφωτισμένες» και καθωσπρέπει «φιλελεύθερες» εκφάνσεις πέραν των λαϊκών των ξυρισμένων ούγκανων του δρόμου. Και ίσως πιο επικίνδυνες κιόλας…

Ωστόσο υπάρχει αισιοδοξία, άλλωστε η περιοχή έχει μια μακρά παράδοση ως δέκτης και χωνευτήρι μεταναστών και προσφύγων, οι Σύριοι, οι Αφγανοί και οι Αφρικανοί είναι οι τελευταίοι σε μια μακρά αλυσίδα, η οποία περνά από τους οικονομικούς μετανάστες του Ευρωπαϊκού Νότου, τους Gastarbeiter που έχτισαν βράχο-βράχο το περίφημο Wirtschaftswunder, αλλά και τα εκατομμύρια Γερμανών προσφύγων του Β’ Παγκοσμίου (που τους επεφύλαξαν οι ντόπιοι υποδοχή ανάλογη με εκείνη των δικών μας «τουρκόσπορων», η βρισιά «Polacke» ακόμη ακούγεται εδώ οδυνηρή), και φτάνει μέχρι πίσω στον 19ο και 18ο αιώνα με τους πρώτους Πολωνούς που ήρθαν διωγμένοι μετά τον πρώτο διαμελισμό της κακότυχης χώρας τους. Οι Πολωνοί αποτελούν και το πιο πολυάριθμο και παλαιότερο μεταναστευτικό κομμάτι της περιοχής, οι δεσμοί των δύο κοινοτήτων ήταν άλλωστε στενοί από παλιά (από τα χρόνια που ο Πρώσος βασιλιάς έδινε όρκο υποταγής στον Πολωνό, κάτι που οι Γερμανοί εθνικιστές θέλουν πολύ να ξεχάσουν), η δε ροή του ερχομού τους ήταν σχεδόν συνεχής με τα χρόνια (και κατά μια ειρωνεία της Ιστορίας εδώ κατέφυγαν μεταπολεμικά και πολλοί Πολωνοί Εβραίοι διωγμένοι από το πολωνικά αντισημιτικά πογκρόμ). Οι περισσότεροι ενσωματώθηκαν, σχεδόν εκγερμανίστηκαν, ο Πάβελ έγινε Πωλ και ο Πιοτρ Πέτερ, ωστόσο η παρουσία και η επίδραση τους είναι εμφανής, όποιος π.χ. διαβάσει τις συνθέσεις της Μπορούσια από τα παλιά θα παρατηρήσει ότι ήταν γεμάτες από πολλά επώνυμα σε –τσικ, και –κόβιακ και –όφσκι, φτάνοντας φυσικά μέχρι τις μέρες του… προδότη Λεβαντόφσκυ, του πάντα αγαπητού Κούμπα και του προς το παρόν τελευταίου των Μοϊκανών Λούκας Πίστσεκ.

Πρωτάθλημα του 1956Τα ίδια ακριβώς θα μπορούσαν να λεχθούν και για την άσπονδη γειτόνισσα Schalke 04 (αγαπημένη ομάδα λέγεται του Πολωνού Πάπα Βοϊτίλα) από το κοντινό Gelsenkirchen, με το οποίο περισσότερα ενώνουν το Ντόρτμουντ παρά το χωρίζουν, σε κάθε επίπεδο (μια ακόμη ιστορική ειρωνεία είναι ότι τα πρώτα χρώματα της Μπορούσια ήταν το γαλάζιο και το άσπρο, τα ευσεβή χρώματα της…. Θεοτόκου Μαρίας). Ωστόσο ως γνωστόν, τα όμοια απωθούνται και ο αντίπαλος ο πιο μισητός είναι πάντα ο γείτονας, έτσι το πραγματικό ντέρμπυ της χρονιάς είναι πάντα αυτό, για τους πιο φανατικούς αμφότερων των πλευρών δύο νίκες επί του μισητού αντιπάλου αρκούν για να σωθεί μια αποτυχημένη σαιζόν. Μια αντιπαλότητα η οποία όσο κι αν μοιάζει να αμβλύνεται με τον καιρό είναι ακόμη ενεργή, φτάνοντας και σε ακρότητες μίσους, από το παρατσούκλι «Die Scheisse vom Revier» («τα σκατά της περιοχής») μέχρι το αλήστου μνήμης σύνθημα μερίδας της κιτρινόμαυρης κερκίδας, «φτιάξτε ένα όχημα από το Γκελσενκίρχεν ως το Άουσβιτς». Ειδικά στις δεκαετίες του ’80 και του ‘90, δρούσαν γαρ εντός και εκτός γηπέδου τέτοιου τύπου χούλιγκαν συμμορίες, με προεξάρχον το διαβόητο «Borussenfront». Ο επίσημος σύλλογος πλέον έχει πολύ χαμηλό πήχη ανοχής σε τέτοια φαινόμενα, η γενικότερη στάση χαράσσει διαχωριστικές γραμμές, από απαγορεύσεις εισόδου, επικοινωνιακές εκστρατείες, θαρραλέες τοποθετήσεις σε ακανθώδη θέματα της επικαιρότητας (θυμάμαι εκείνο το επικό twit κόντρα στον Τραμπ και το τείχος του, «the only Wall we believe in is…»), γενναιόδωρες δωρεές στο μουσείο μνήμης του Ολοκαυτώματος στο Ισραήλ, οργάνωση επισκέψεων-προσκυνημάτων σε στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Και να που πάλι φτάνουμε στο ζήτημα ταμπού, ξανά οι ναζί, και πάλι και πάλι, το σκοτεινό παρελθόν της χώρας είναι πανταχού παρόν και το επικαθορίζει, η κληρονομιά βαριά και η μνήμη όσο κι αν θέλει να ξεχαστεί ξαναζωντανεύει και όχι μόνο σαν νεοναζιστικό φάντασμα. Η Ιστορία σε προκαλεί να την κοιτάξεις κατάματα, όσο τρομακτικό κι αν είναι. Πλέον οι περισσότερες ομάδες (αλλά και εταιρείες και οργανώσεις κάθε λογής) προσπαθούν να σταθούν απέναντι της, χωρίς εξωραϊσμούς και εξιδανικεύσεις, ή αναζητώντας ένα φύλλο συκής, μια κάποια αντιναζιστική περγαμηνή η οποία να ισοσταθμίζει την συνεργασία, την ανοχή, την αδιαφορία. Και για κάθε Heinrich Czerkus (επιστάτης του γηπέδου, κομμουνιστής, δολοφονημένος από την Γκεστάπο) υπάρχουν δεκάδες σαν τον August Lenz (το ίνδαλμα της ομάδας τότε, ενεργό μέλος συγχρόνως της διαβόητης οργάνωσης Todt). Για το ζήτημα της συνενοχής του γερμανικού λαού στα ναζιστικά εγκλήματα έχουν καταναλωθεί σελίδες επί σελίδων σε φιλοσοφικά και ιστορικά δοκίμια και αναλύσεις, οριστική απάντηση δεν θα βρεθεί ποτέ, μπορεί όμως να ήμαστε σίγουροι ότι ασφαλώς η ενοχή δεν υπήρξε συλλογική, ούτε όμως και η αθωότητα. Και σίγουρα υπό την στυγνή ναζιστική Gleichschaltung, του συντονισμού δηλαδή ακόμη και του τελευταίου τροχού της αμάξης στην επικρατούσα ιδεολογία, θα ήταν αδύνατο και ο χώρος του ποδοσφαίρου να έμενε άσπιλος και αλώβητος όσο και αν το επιθυμεί η ύστερη ματιά. Αυτό που ίσως σώζει την Μπορούσια (σε αντίθεση π.χ. με την Σάλκε, της οποίας έμεινε από τα χρόνια του ’30 και του ’40 η ρετσινιά της επίσημης αγαπημένης του καθεστώτος, ή άλλες ομάδες όπως το Μόναχο 1860 ή η Βέρντερ Βρέμης, όπως σημειώνει και ο Νιλς Χάβεμαν στο βιβλίο του «Fußball unterm Hakenkreuz») είναι κατά βάση η ασημαντότητά της τότε, το μικρό της ειδικό βάρος, ούσα μια μικρομεσαία ομάδα της Gauliga (όπως μετονομάστηκε το πρωτάθλημα τότε σε άρια ορολογία). Μαζί και οι βομβαρδισμοί που εξαφάνισαν όλα τα αρχεία της εποχής σε μια πύρινη φιλεύσπλαχνη ευμένεια της λήθης…

Ορυχείο ZollernΣτο μεταξύ βρισκόμαστε σε ένα λεωφορείο γεμάτο θορυβώδη εφηβάκια στο σχόλασμα, η διαδρομή τραβάει υπομονετικά προς τα προάστια της πόλης, ατελείωτες στάσεις, ήσυχες κατοικίες της μεσαίας τάξης, ελάχιστα καταστήματα, δέντρα πολλά, κίνηση ελάχιστη. Ο προορισμός μας είναι κάπου κοντά στο Τέρμα, 13 χιλιόμετρα από το κέντρο, στάση Zeche Zollern. Ένα από τα αναρίθμητα ορυχεία της περιοχής (πάνω από 100 υπολογίζονται), που κάποτε ήταν ο αιμοδότης της, η πηγή του πλούτου και του «μαύρου χρυσού». Στο μεταξύ το Παράδειγμα άλλαξε σε «όχι άλλο κάρβουνο», και το τελευταίο ορυχείο έκλεισε το 2018 με πολιτικούς δεκάρικους λόγους και ανθρακί δάκρυα εργαζομένων, τα περισσότερα έχουν μετατραπεί σε μεγάλα περιαστικά πάρκα, πολιτιστικά κέντρα ή μουσεία, σαν και αυτό στο οποίο κατευθυνόμαστε. Είναι ώρα απομεσήμερου, ελάχιστοι και σκόρπιοι οι επισκέπτες περιδιαβαίνουν τον χώρο, η πιο θορυβώδης παρουσία είναι μια ομάδα Γερμανοτούρκων, μία νύφη με μαλλί φρέσκου κομμωτηρίου παλεύει με δωδεκάποντα τακούνια και σηκώνοντας ένα φουστάνι κρινολίνο να διασχίσει τις γραμμές όπου στέκονται ακίνητα τα σκουριασμένα βαγονέτα, στο χέρι της ο γαμπρός με ξυρισμένο κεφάλι, στενό κουστούμι και πουκάμισο που μοιάζει έτοιμο να σχιστεί από τους φουσκωμένους μύες, από πίσω ακολουθία οι κουμπάροι και ο φωτογράφος αναζητώντας πόζες ιντάστριαλ σικ για το άλμπουμ του γάμου. Τα παρακολουθούμε όλα αυτά ψηλά από τον πύργο, με ένα ίσως λίγο συγκαταβατικό χαμόγελο, η ζωή συνεχίζεται και είναι ωραία έτσι, κάπως απαλύνει την συγκίνηση αλλά και το κάπως άβολο συναίσθημα να είμαστε ανέμελοι τουρίστες σε έναν χώρο εργατικού κόπου και μαρτυρίου, όπου γενεές ολόκληρες έβγαζαν μεροκάματα και νυχτοκάματα του τρόμου και της πνευμονοκονίασης, πολλοί σε δεκάδες οργιές κάτω την Γη, «unter Tage», υπό το θαμπό φως της ασετιλίνης. Η αίθουσα τριγύρω είναι γεμάτη από τεράστιες μεταλλικές κατασκευές, παροπλισμένα ατμοκίνητα έμβολα που κάποτε έδιναν τον ρυθμό στις αντλίες και στους ταινιόδρομους για την εξόρυξη του ορυκτού, σήμερα μοιάζουν ακίνδυνες σαν παιδικά παιχνίδια, η ησυχία του κτιρίου είναι σχεδόν απόλυτη, και όμως ακούγεται κραυγαλέα, λες και οι τοίχοι έχουν απορροφήσει και κρατήσει στη μνήμη, σε κάποιες Ορυχείο Zollernμικροσκοπικές κβαντικές ταλαντώσεις, τις κλαγγές, τις κρούσεις, τον θόρυβο, τις φωνές, και τώρα να τις μεταδίδουν σε μια κρυφή συχνότητα πολύ πέρα από το ανθρώπινο συνειδητό φάσμα. Στους τοίχους παντού φωτογραφίες ασπρόμαυρες, σαν από έναν άλλο κόσμο, καθημερινά αντικείμενα, εργαλεία ποτισμένα μόχθο, και πρόσωπα, ατελείωτα ανώνυμα και ξεχασμένα πρόσωπα, νεανικά τα περισσότερα αλλά σαν πρόωρα γερασμένα, με γωνίες και ρυτίδες, σκληρά βλέμματα που αποπνέουν όμως μια συντροφικότητα του μόχθου. Ένας τραχύς εργατικός κόσμος με μόνο αποκούμπι τις πολυμελείς οικογένειες και τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο που αφιερωνόταν σε λαϊκά χόμπι, όπως η εκτροφή… περιστεριών (πραγματική μανία παλιά στην περιοχή, θυμάμαι το χαρακτηριστικό ανέκδοτο συνομιλίας δύο γυναικών «μα γιατί τον χώρισε; Αφού δεν είχε περιστέρια!») και φυσικά το ποδόσφαιρο. Πέρα από τους δικούς τους ερασιτεχνικούς συλλόγους, ήταν η μεγάλη ομάδα της περιοχής και το ματς του Σαββάτου ή της Κυριακής που έδινε μια διέξοδο και μια ευχάριστη αναμονή στην εβδομάδα, άλλωστε δεν ήταν λίγοι οι παίχτες που ξεκίνησαν ή δούλευαν ακόμη στα χαλυβουργεία ή στα λιγνιτωρυχεία. Καταστάσεις σχεδόν αδιανόητες σήμερα, και ανεπιστρεπτί περασμένες, ακόμη και η εργατική παράδοση του τόπου μοιάζει χαμένη στο χρονοντούλαπο (το τοπικό σοσιαλιστικό SPD, παλιό αδιαφιλονίκητο κυρίαρχο κόμμα, έχει πάθει πλέον κι αυτό ΠΑΣΟΚ, και πλέον κυβερνά κι εδώ η χριστιανοδημοκρατική δεξιά του επίδοξου διαδόχου της Αγκέλας).

Βγαίνοντας από την πύλη είναι λες και φεύγουμε από κοιμητήριο, γεμάτοι υπόκωφες σκέψεις για την παροδικότητα και το εφήμερο των ανθρώπινων έργων και ζωών, περνάμε από το πωλητήριο του μουσείου, όπου διατίθενται από ιστορικά λευκώματα μέχρι ζυμαρικά σε σχήμα… ορυχείου, μια τελευταία ματιά πίσω, το κουφάρι του πύργου ξεκόβεται τεράστιο με φόντο έναν απροσδόκητα ξανοιγμένο ουρανό, αναρίθμητα πουλιά βγάζουν εκκωφαντικά τους τελευταίους κρωγμούς της ημέρας. Σε λίγο θα πέσει η νύχτα και η ησυχία…

Την ίδια στιγμή, αρκετά χιλιόμετρα πιο νότια, στην αντιδιαμετρική πλευρά της πόλης, τα φώτα ανάβουν σε λαμπερά χρώματα,, και μια άλλη καρδιά αρχίζει να χτυπάει σε σύγχρονο ρυθμό, τα μπιτ της electro μουσικής ανεβαίνουν, στο κτίριο της FanWelt της ομάδας, όπως σε κάθε παραμονή αγώνα, μια μικρή γιορτή έχει στηθεί από ένα πλήθος σε κατάσταση χαρούμενης υστερίας και καταναλωτικής μανίας, περιτριγυρισμένο από δεκάδες κιτρινόμαυρα μπιχλιμπίδια κάθε δυνατής και αδιανόητης χρήσης, στον πάνω όροφο δίνει συνέντευξη κάποιος παλιός παίκτης. Ανάμεσα τους η Έμμα φωτογραφίζεται αγκαλιά με μικρότερα αλλά και μεγαλύτερα παιδιά, η μασκότ της ομάδας, μια κιτρινόμαυρη μελισσούλα (τι άλλο;), ευπρόσδεκτη γυναικεία πινελιά στον συνήθως γεμάτο τεστοστερόνη ποδοσφαιρικό κόσμο, αν και ο νονός της είναι η παλιά δόξα της Μπορούσια στα 60s, ο Lothar «Emma» Emmerich.

ΑπόξωΔίπλα το γήπεδο στέκει βυθισμένο σε ένα μισοσκότεινο ημίφως και μια κάπως απόκοσμη ηρεμία, μοιάζει με θηρίο που λαγοκοιμάται, έτοιμο ανά πάσα στιγμή να ξυπνήσει σε φωνές έντασης 80+ χιλιάδων οπαδών, είτε πρόκειται για το κρίσιμο ντέρμπυ είτε για ματς κυπέλλου με ομάδα χωριού της Regionalliga, τόσοι είναι που το γεμίζουν σε κάθε ματς (πλην των ευρωπαϊκών όπου οι κανονισμοί ‘ασφαλείας’ της UEFA μειώνουν την χωρητικότητα), το μεγαλύτερο στάδιο της Γερμανίας, και για όσους ενδιαφέρονται για ρεκόρ αυτό με την μεγαλύτερη μέση επισκεψιμότητα στον κόσμο. Το Westfalenstadion όπως το λένε όλοι εδώ, και ουχί Signal-Iduna Park όπως μετονομάστηκε μετά την παραχώρηση των δικαιωμάτων του ονόματος στην ομώνυμη ασφαλιστική εταιρεία (μέχρι το 2026), τότε την εποχή της μεγάλης κρίσης και των χρεών (ναι κάνουν και οι Γερμανοί τέτοια). O tempora o mores μπορεί κανείς να (αμπελο)φιλοσοφήσει στοχαστικά για ένα ακόμη σύμπτωμα αυτού του διαρκούς μπαλαντζαρίσματος που παλεύει να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα ανάμεσα στο ολοένα πιο στυγνό καπιταλιστικό παιχνίδι και τον οπαδικό ρομαντισμό, τέτοιες μικρές μάχες για το όνομα ή για τις Δευτέρες χωρίς παιχνίδια μοιάζουν μάχες οπισθοφυλακής ενός πολέμου ήδη χαμένου, με τις ομάδες διαρκώς να απομακρύνονται από την τοπική λαϊκή τους βάση και να ξανοίγονται στην παγκοσμιοποιημένη αγορά του name branding. Και μπορεί ο περίφημος κανόνας του 50+1%, ο οποίος ορίζει πως για να μπορεί μια ομάδα να αγωνιστεί στην Μπουντεσλίγκα πρέπει η πλειοψηφία των μετοχών να ανήκει στον ίδιο τον σύλλογο, στα μέλη του δηλαδή, όσο κι αν αρχίζει να γίνεται σουρωτήρι με τις διάφορες Λειψίες και Χόφενχάιμ, να κρατάει ένα μέτρο, μια δικλείδα ασφαλείας για να μην πέσει μια ομάδα στα χέρια της κάθε λογής ύποπτης «προεδράρας», μπορεί ο ίδιος ο διευθύνων σύμβουλος Χανς-Γιοακίμ Βάτσκε της Ντόρτμουντ να δείχνει ότι έχει επίγνωση του θέματος («αν ξαφνικά δούμε τον κόσμο ως πελάτη αντί για οπαδό, θα έχουμε πρόβλημα»), ωστόσο τα πράγματα δεν είναι εύκολα όταν η ροή των πραγμάτων μοιάζει ορμητικά μονόδρομη και όλα τριγύρω αλλάζουν. Κι αν κάτι κερδίζεται, πάντα κάτι χάνεται.

Το στάδιο στέκει πάντως εκεί μάλλον αδιάφορο για τέτοιες σκέψεις, από το 1974 απ’ όταν χτίστηκε για τις ανάγκες του τότε Παγκοσμίου Κυπέλλου, τα ‘χει τα χρονάκια του και αυτά φαίνονται, παρά την εκσυγχρονισμένη πρόσοψή του. Κατά έναν ιδιότυπο τρόπο μ’ αρέσει, έχει έναν χαρακτήρα παλιακό, χωρίς την επιδεικτική εκζήτηση οραμάτων μοντέρνων αρχιτεκτόνων και κυρίως χωρίς την απωθητική πολυτέλεια πολλών άλλων σύγχρονων γηπέδων τα οποία μοιάζουν όλο πιο πολύ με μικρά εμπορικά mall κέντρα. Η ξενάγηση που περιλαμβάνεται στο τουριστικό πακέτο μας οδηγεί μέσα από την φυσούνα στον αγωνιστικό χώρο. Μπαίνουμε στην αρχή όλοι σε ησυχία κατανυκτική σαν να βρισκόμαστε σε καθεδρικό ναό, πρώτο έρχεται το ξάφνιασμα, έτσι που προσπαθείς να ταιριάξεις τις εικόνες με όσες έχεις δει σε τηλεοπτικές οθόνες, μετά όμως σε καταλαμβάνει η γνήσια παιδική χαρά και τρέχεις πάνω στο γρασίδι (έξω από τις γραμμές, στον αγωνιστικό χώρο είναι «φερμπότεν»), κάθεσαι στην θέση του προπονητή (για ηλεκτρική καρέκλα όπως έχει γίνει τα τελευταία χρόνια, πολύ άνετη είναι), βγάζεις φωτογραφίες «ήμουν κι εγώ εκεί», μαζί ανακατεύονται μνήμες –κι ας μην είναι καν συγκρίσιμα τα μεγέθη- από τότε που παιδί πρωτοπάτησες πόδι στο χωμάτινο γήπεδο του Αστέρα Τρίπολης της τοπικής κατηγορίας, με το συρματόπλεγμα και την τσιμεντένια κερκίδα και το φιλόδοξο προσωνύμιο «Γουέμπλεϊ». Ο ξεναγός μας, ένας ευγενικός και πολύ υπομονετικός νεαρός (πως αλλιώς, όταν μας λέει ότι ο ίδιος 15 ολάκερα χρόνια περίμενε για ένα διαρκείας) αφηγείται τα ιστορικά στοιχεία με έναν ενθουσιασμό που κρύβει πολύ καλά την όποια υποψία της ανίας να λέει τα ίδια και τα ίδια ξανά και ξανά σε χαζοχαρούμενους τουρίστες, που λίγο μετά θα ανέβουν στην κερκίδα των φανατικών, το θρυλικό Κίτρινο τείχος, την Gelbe Wand, που ακόμη και άδεια επιβάλλεται στον χώρο, και εκεί θα ξελαρυγγιαστούν, με τις φωνές να αντηχούν λες και η απέναντι κερκίδα αντιδρά και απαντά στο σύνθημα… Ποιος να φανταζόταν ότι λίγους μήνες αργότερα αυτή η στιγμή θα έμοιαζε σαν να προοιώνιζε μια στοιχειωτική πραγματικότητα; Μια νέα κανονικότητα, όπου ο οπαδός θα παίζει ολοένα και μικρότερο ρόλο, οι ισολογισμοί τοποθετούν ψυχρά την συνεισφορά του στο 9,6% των εσόδων (με τα τηλεοπτικά δικαιώματα να ανέρχονται στο 39,2% και τις μεταγραφές στο 15,6% - στοιχεία αλιευμένα από άρθρο του «Der Spiegel»).

H πρώτη ποδοσφαιρική ομάδα Νέων του Ορυχείου ZollernΟι φωτογραφίες από ματς με έρημες κερκίδες και βουβά πέταλα σίγουρα θα βρουν κάποια στιγμή την θέση τους στην Ιστορία και στο Μουσείο της ομάδας, το ευλόγως ονομαζόμενο Borusseum που βρίσκεται κι αυτό ακριβώς δίπλα στο γήπεδο. Σύγχρονο και διαδραστικό, μερακλίδικο και φτιαγμένο «από τα κάτω», με οπαδική πρωτοβουλία και χρηματοδότηση στην αρχή, είναι ένα ταξίδι στον χρόνο, όπως κάθε Μουσείο είναι και μια ματιά-καθρέφτης στο παρόν, στο βλέμμα του σήμερα. Όλη η ιστορία της ομάδας περνάει σε βίντεο και φωτογραφίες, παλιοί παράγοντες και παίκτες, ονόματα θρύλων που ελάχιστοι ζουν που να τους έχουν δει να παίζουν, και νεότερα πιο οικεία, αναμετριέσαι με τον προσωπικό σου βιωματικό χρόνο, ονόματα που είχες ξεχάσει ότι κάποτε ήξερες. Φρανκ Μιλ, Γκίντερ Κουτόσφκι, ναι(!), στην ομάδα που ήταν και ο μικρός ο Μίκαελ Ρουμενίγγε, που πήρε και τον πρώτο κύπελλο το 1989 κόντρα στην Βέρντερ Βρέμης, πώς πέρασαν τα χρόνια... Ασφαλώς και δεν λείπουν τα κατακτημένα τρόπαια που σημαδεύουν και τέμνουν τον χρόνο, από το πρώτο διεθνές (πρώτο και για γερμανικό σύλλογο), το 1966, το «Μικρό Θαύμα της Γλασκώβης» στον τελικό του τότε Κυπέλλου Κυπελλούχων απέναντι στην υπεροπτική («στο Νησί υπάρχουν δύο καλές ομάδες, εμείς και οι ρεζέρβες μας») και μετέπειτα αδελφοποιτή Λίβερπουλ, και μετά, άλμα στον χρόνο, 1997, στο βαυαρικό άντρο με αντίπαλο την Γιουβέντους, με το αξέχαστο γκολ-λόμπα του καθοριστικού εκείνη τη σαιζόν Λαρς Ρίκεν και την καθοδήγηση του μαθηματικού Ότμαρ Χίτσφελντ. Και από δίπλα οι ‘σαλατιέρες’, τα γερμανικά κύπελλα και πρωταθλήματα, με πιο γλυκά εκείνα τα διπλά του 1995-96 και του 2010-11, αλλά και οι χαμένοι τελικοί, οι ήττες, οι «πληγές» που και αυτές με τον χρόνο γίνονται αγαπημένες και στοιχείο της οπαδικής ταυτότητας, ακόμη και οι μαύρες σελίδες, το «εκεί-εκεί στην Β’ Εθνική» του 1972 (από την οποία επέστρεψε, οριστικά πλέον το 1976, με οιστρηλάτη τον Ότο Ρεχάγκελ) ίσως και οι στιγμές ντροπής (το αλήστου μνήμης –και για κάποιους ύποπτο- 12-0 από την Γκλάντμπαχ το 1978). Και ανάμεσα, τα πολλά πέτρινα χρόνια βρασμού στο ζουμί της μετριότητας, οι κρίσιμες στιγμές του 2005 όταν η ομάδα έφτασε στο χείλος της πτώχευσης, από την οποία σώθηκε με ρυθμίσεις χρεών (μνημόνια!), σκληρή λιτότητα, δάνεια (ακόμη και από την άσπονδη ακατονόμαστη από την Βαυαρία) και στήριξη από ντόπιες εταιρείες. Και όμως, σαν μάθημα ζωής, αν δεν είχε συμβεί εκείνη η τρικυμία, ίσως να μην υιοθετούσε η ομάδα μια άλλη νοοτροπία δράσης, να μην παρέδιδε τα κλειδιά σε έναν νεαρό φιλόδοξο προπονητή από το Mainz με αντισυμβατική κι αξύριστη τζιν εμφάνιση ο οποίος θα δίδασκε σε μια παρέα από νέα και ταλαντούχα παιδιά ένα ενθουσιώδες Vollgassfussball ποδόσφαιρο με πατημένο το γκάζι (και πόσο αγαπάνε σε αυτά τα μέρη την ταχύτητα το καταλαβαίνεις ακόμη και με μια σύντομη έξοδο στην «φαν φαν» (sic) Autobahn). Μια απίθανη αιτιακή αλυσίδα με «Αν» και «Αν δεν…» η οποία θα απέφερε δύο πρωταθλήματα, ένα μάλιστα με νταμπλ, και μια αλησμόνητη πορεία μέχρι τον άτυχο τελικό απέναντι στην Μπάγερν, μια πορεία που θα την θυμάμαι πάντοτε για εκείνο το βράδυ στον προημιτελικό κόντρα στην Μάλαγα, όπου 2 γκολ στα τελευταία 3 λεπτά έφεραν μια αδιανόητη ανατροπή και μια ωραία ιστορία που περισσότερο υπογραμμίζεται παρά χαλάει από το γεγονός ότι το γκολ του Φελίπε Σαντάνα (ναι αυτού που αργότερα πέρασε και δεν ακούμπησε στον Ολυμπιακό) ήταν οφσάιντ. Αγαπήθηκε πολύ εδώ ο Γιούργκεν Κλοπ, ακόμη και την χρονιά που έκανε πορεία σχεδόν υποβιβασμού λίγο πριν φύγει για άλλες δόξες στο ξένο λιμάνι. Θα ακολουθήσουν χρόνια υπομονής και αναμονής, ποτέ δεν ήταν εύκολα τα πράγματα στα ψηλά, πόσο μάλλον τώρα που το κέντρο του ρέοντος νεόπλουτου χρήματος είναι αλλού και οι συσχετισμοί δυνάμεων έχουν αλλάξει και τα διακινούμενα ποσά να έχουν ξεφύγει από την αντίληψη του «κοινού» εργαζόμενου. Σε αυτό το πλαίσιο η ομάδα μοιάζει να γίνεται ένα φυτώριο ανάδειξης ταλέντων για τα μεγάλα εύπορα κλαμπ τα οποία απλά περιμένει να τα πετύχει σε στιγμή αδυναμίας για να δαγκώσει (κάπως έτσι είναι σίγουρο ότι και το νέο πολύφερνο της αστέρι, ο Έρλινγκ Χάαλαντ θα τραβήξει για άλλες πιο glamorous πολιτείες, μια απώλεια ωστόσο που δεν φέρεται βαρέως, είναι και η συγκυρία του κορονοϊού που δεν πρόλαβε να τον δέσει συναισθηματικά με μια παλλόμενη ζωντανή κερκίδα). Παρολ’ αυτά (αλλά και γι’ αυτά!), το παράδειγμα του 2010-12 μένει φάρος κι ελπίδα για το μέλλον. Μαζί και η αφοσίωση των οπαδών που θα γεμίζουν το γήπεδο, βρέξει χιονίσει…

Rote ErdeΚάπως έτσι αμφίθυμη ήταν και η μέρα του αγώνα, και στον καιρό αλλά και στην ψυχική διάθεση, από ορίζοντα σε ορίζοντα τα γκρίζα σύννεφα κρέμονταν χαμηλά πάνω από την πόλη κι έμπλεκαν τούφες-τούφες μεταξύ τους αφήνοντας όμως και μικρά κενά για λίγο γαλάζιο, και ο ενθουσιώδης ηλεκτρισμός της αναμονής έμπλεκε με την αδιόρατη μελαγχολία που υφέρπει όταν εκπληρώνεται κάτι που το περίμενες καιρό. Ο κόσμος τριγύρω είναι πολύς και παντού, ένα πραγματικό κιτρινόμαυρο μελίσσι, ανάμεσα έφιπποι αστυνομικοί σε ψηλόλιγνα άλογα. Τρεις ώρες πριν από το εναρκτήριο σφύριγμα όλα είναι κατάμεστα, ουρές στα λουκάνικα, στο μουσείο, στην FanWelt, φυσικά στο μεγάλο Biergarten δίπλα στο παλιό ιστορικό γήπεδο, την ‘Κόκκινη Γη’ όπου σήμερα παίζουν τα παιδικά και η γυναικεία ομάδα Έτσι είναι εδώ, το ποδόσφαιρο δίνει ακόμη ένα πλαίσιο ζωής, Σάββατο (ή Κυριακή) απόγεμα, συνάντηση με φίλους και φίλες, αποφόρτιση, τα νέα της παλιάς βδομάδας, πριν το μαγγανοπήγαδο της νέας.

Μέσα οι θέσεις μας είναι ψηλά, νιώθουμε σαν σε αετοφωλιά, οι παίκτες που κάνουν το πρώτο ζέσταμα μοιάζουν σαν μικρά στρατιωτάκια της παιδικής ηλικίας, η θέα όμως και η αίσθηση είναι συγκλονιστική. Ο ήχος της βροχής που πέφτει πια «στρέιτ θρού» ακούγεται στο μέταλλο επίμονος λες και θέλει να το τρυπήσει ανακατεύεται με τις πρώτες ιαχές, το εθιμοτυπικό τελετουργικό έχει ξεκινήσει (ο Παζολίνι δεν ήταν που έγραψε ότι το ποδόσφαιρο είναι «η τελευταία ιερά παράσταση των καιρών μας»;), η θριαμβική Αΐντα του Βέρντι, οι Van Halen, πως μας ενώνει πως μας δονεί, του… Νόρμπερτ Ντίκελ η φωνή, της παλιάς δόξας του συλλόγου που έχει αναλάβει ρόλο slapstick κονφερασιέ, ο ανεπίσημος ύμνος της ομάδας, το schlager αισθητικής «Heja BVB» και μετά το «you’ll never walk alone», που κι αν ακούγεται χιλιόμετρα πολλά μακριά από τις όχθες του Mersey καταφέρνει και ξυπνάει το Gänsehaut συναίσθημα της ανατριχίλας. Δίπλα μας είναι μια παρέα Άγγλων από το Γουλβερχάμπτον που ενώνουν κι αυτοί τις φωνές τους, «γι’ αυτό ήρθαμε κι εμείς εδώ, γι’ αυτό το feeling», εκεί το γήπεδο είναι πια «φόκινγκ μπόρινγκ εντ φόκινγκ ιξπένσιβ μάιτ». Και όσο κι αν θεωρητικά μπορεί να αντιπαθείς τις μάζες, τα πλήθη, τα σημαιάκια που κουνιούνται, κάτι ωστόσο σε πιάνει, βλέποντας κι ακούγοντας τριγύρω σου όλη αυτή την «ανθρωπομάζα», 80.000 ανθρώπινα μυρμηγκάκια, 80.000 μικροϊστορίες, κλωστές ζωής που κάτι τις συνδέει, έστω και για λίγο, σε κάτι που υπερβαίνει το άθροισμα των μονάδων, σε αντιδιαστολή μάλιστα με ένα πνεύμα της εποχής το οποίο ωθεί προς ολοένα και πιο περίκλειστες και ατομοκεντρικές ταυτότητες, εδώ μπορεί να νιώσεις ακόμη αυτή την εσώτερη ανάγκη του ανήκειν σε μια ταυτότητα λαϊκή και ανοιχτή, για έναν σκοπό συλλογικό, έστω και για ένα γκολ, για μια νίκη, μια πρόκριση, και ας ηττόμαστε συνέχεια εκεί που έχει σημασία...

Sud fullΤο ματς στο μεταξύ είναι σπιρτόζικο και με έντονο ρυθμό, στα μάτια μας συνηθισμένα στο ελληνικό πρωτάθλημα μοιάζει σαν κάποιος να έχει πατήσει το fast forward, η φιλοξενούμενη Στουτγκάρδη βάζει γκολ, μπροστά μας ακριβώς ένας οπαδός της σηκώνεται και πανηγυρίζει, από πουθενά δεν ακούγεται ούτε καν ένα «κάτσε κάτω ρε». Η ροή του αγώνα δεν μας ανησυχεί, η διαφορά των ομάδων είναι εμφανής σήμερα, και όταν ο Ρόις σκοράρει το γήπεδο παίρνει φωτιά, κόσμος χοροπηδάει με τα κινητά στο χέρι, με την κάμερα κυρίως στραμμένη προς το Κίτρινο Τείχος, που έχει γίνει πια αναπόφευκτα κάτι σαν ατραξιόν. Μια φωτό-τρόπαιο του τουρίστα πολέμαρχου, απόδειξη ότι ήμουν κι εγώ εκεί, veni vidi vici… 3-1 το τελικό σκορ, τα κασκόλ ανεμίζουν σαν σε αποχαιρετισμό, και οι παίκτες στο γρασίδι επιδίδονται στον Humba χορό της βροχής…

Το βράδυ έχει πια πέσει για τα καλά, μαζί και με μια βόρεια ψύχρα που περονιάζει μέχρι το κόκαλο, πολλοί θα ξαναβρεθούμε πιο μετά στις ζεστά γεμάτες μπυραρίες, τα μπαρ και τα εστιατόρια της πόλης, στο μετρό προσπαθώ να ξεκλέψω σαν ωτακουστής σχόλια αλλά και φέτες ζωής, «κερδίσαμε», «τα λέμε την άλλη βδομάδα φίλε», και είναι αυτός ο πληθυντικός που κάπως επιτείνει την μελαγχολία κι ένα παράξενο συναίσθημα οικειότητας από την μία, αλλά και αποξένωσης, ότι εγώ ανήκω αλλά συγχρόνως δεν ανήκω εδώ, είναι μεν πατρίδα αλλά στην πόλη αυτή δεν υπάρχει ούτε ένας γνωστός ή φίλος. Ένα «Ritorno in patria» όπως είναι ο τίτλος διηγήματος του αγαπημένου μου Sebald, που από τότε που διάβασα τα βιβλία νιώθω σαν να αντιμετωπίζω κάθε ταξίδι, είτε είναι στον χρόνο είτε στον χώρο, μέσα από την δική του μοναδική οπτική. Χωρίς νοσταλγία, με ένα βλέμμα που είναι ταυτόχρονα εντός αλλά και εκτός. «Καθισμένοι στις μπάρες, γλεντώντας σιωπηλά, στων νικημένων τη γιορτή». Εγώ σιγομουρμουρίζω αθέλητα τους στίχους από το «Griechischer Wein» τον συγκινητικό ύμνο του Udo Jürgens για τους Έλληνες μετανάστες, «denn ich fühl' die Sehnsucht wieder, in dieser Stadt, werd' ich immer nur ein Fremder sein, und allein», για την πόλη στην οποία θα είμαι πάντα ξένος και μόνος, και όταν με πιάνει η θλίψη τότε ονειρεύομαι την πατρίδα. Που να βρίσκεται όμως κι αυτή; Το τραίνο μας αναχωρεί, αύριο το πρωί, ώρα 11:16, Gleiss 6…

(Το κείμενο πρωτο-δημοσιεύτηκε –με διαφορετική εικονογράφηση- στο περιοδικό HUMBA!, τεύχος 40 την Άνοιξη του 2021)